Η αδελφή μου η Ρούλα και οι μπανάνες
Η Ρούλα και οι μπανάνες (1ο μέρος).
Ένα οικογενειακό ερωτικό διήγημα του Book Hill.
Ήταν τότε που η Μαίρη, η γυναίκα μου είχε πάει στα αδέλφια της στην Αμερική. Πήγε για ένα μήνα και κάθισε 6. Ήταν άρρωστη η μάνα της οπότε δεν έλεγα τίποτα. Όλο έκλεινε εισιτήρια κι όλο τα ακύρωνε. Τι να πεις; Περίμεναν τη γριά να πεθάνει αλλά από αναβολή σε αναβολή το πήγαινε. Έτσι η Μαίρη δεν μπορούσε να φύγει. Ε και που ήταν εδώ; Συνέχεια στο τηλέφωνο με Αμερική μιλούσε. Μας κόστιζε ο κούκος για αηδόνι. Καλύτερα άσ’ την εκεί. Εγώ τα καταφέρνω και στο νοικοκυριό και στο μαγείρεμα .. όλα καλά.
Μια μέρα με παίρνει τηλέφωνο ο γαμπρός μου, ο άνδρας της αδελφής μου. -Φεύγω, μου λέει, για μπάρκο και έλα να πιούμε ένα ούζο. Πήγα το βραδάκι, η αδελφή μου είχε κάνει διάφορα εκεί. Χρυσοχέρα. Ήρθε η κουβέντα για την πεθερά μου και τη Μαίρη που είναι αναγκασμένη να κάθεται στην Αμερική. Έξι μήνες και πάει στους επτά. -Ε δεν περνάει κι άσχημα τους λέω. Όλο φωτογραφίες από αξιοθέατα και γλέντια μου στέλνει. Άσε που κατά λάθος μου έστειλε και μια που είναι η Μαίρη αγκαλιά με έναν αράπη.
Γελάσαμε όλοι. -Βρε λες να σου γυρίσει γκαστρωμένη; Μου λέει ο Γιώργος γελώντας. – Ε ναι και να ήταν λευκό πάει κι έρχεται .. αν είναι μαυράκι; Πως θα τα μπαλώσω. Κάναμε πλάκα, αν και μέσα μου ανησυχούσα. Γυρίζει στην Αμερική σαν ξέκωλο και κάνει παρέα με μαύρους. Πάντα η φαντασίωση της Μαίρης ήταν να πάρει 3 μαύρους μαζί. Γιατί λοιπόν να μην γίνει τώρα πραγματικότητα. Ποιος θα την ελέγξει; Και η τόση καθυστέρηση, αφού η μάνα της ξέφυγε τον κίνδυνο. Πλήρωνε εσύ κερατά!!! Αυτά δεν τα είπα στους άλλους βέβαια.
Λοιπόν σε κάποια στιγμή μου λέει ο Γιώργος,
-Ρε συ Τάκη εγώ φεύγω τώρα για Κορέα. Η αδελφή σου θα μείνει μόνη, κι εσύ μόνος, δεν έρχεσαι να της κάνεις παρέα να μην μπαίνεις και στον κόπο του νοικοκυριού; Είσαι και πιο κοντά στη δουλειά από εδώ 10 λεπτά είναι.
-Δε λέω δελεαστική η πρόταση Ευχαριστώ αλλά δεν μπορώ να ξεσπιτωθώ. Πρέπει να φέρω τα ρούχα μου τα πράγματά μου. Έχω το γραφειάκι που κάνω τις μελέτες, τον υπολογιστή. Δε γίνεται τους λέω. Καλύτερα να έρθει η Ρούλα να μείνει μαζί μου. Πιο εύκολο μου φαίνεται. Η Ρούλα στράβωσε γιατί κι εκείνη είχε πολλά να κουβαλήσει αλλά στο τέλος συμφώνησε να τα φέρνει σπίτι μου λίγα λίγα.
Σε δυο μέρες πήγαμε το Γιώργη στο αεροδρόμιο και με μια βαλίτσα πράγματα έφερε τη Ρούλα στο σπίτι. Εκείνη ήξερε τα κατατόπια μιας και ήταν το πατρικό μας. Εκεί μέσα μεγάλωσε. Πήγα στου σούπερ μάρκετ για να πάρω κάτι τις που γουστάρει εκείνη και τη ρώτησα να μου κάνει λίστα. Όλα οκ. Τις πήρα μπανάνες και αγγούρια που μου έγραφε πάνω πάνω και διάφορα άλλα φαγώσιμα. Μου έγραφε και ένα ζελέ για μασάζ που δεν το ήξερα. Διάβασα πάνω και έγραφε ότι είναι «βρώσιμο». Ελπίζω να μην το βάλει στο φαγητό σκέφτηκα γελώντας.
Η ζωή περνούσε ωραία. Η Ρούλα είχε πλάκα και ένοιωθα σαν να πήγαμε πίσω στα χρόνια τότε που είμαστε μικροί και παίζαμε συνεχώς. Κάπου περίμενα να βγει η μάνα μας, θεός συχωρέσει την. Αλλά μόνο η Ρούλα έτρεχε πάνω κάτω. Κουζίνα πλυντήρια. Την βοηθούσα όπου μπορούσα για να μην κουράζεται η καημένη. Ήταν πολύ ευχάριστη στην παρέα και δεν έπληξα καθόλου. Έβγαινε το βραδάκι από το μπάνιο με την πετσέτα τυλιγμένη πάνω της, καθόμασταν στον καναπέ και λέγαμε για τις παιδικές μας σκανταλιές.
Η αλήθεια είναι πως τόσο καιρό χωρίς γυναίκα, θα ήθελα να παίξω λίγο παραπάνω μαζί της όπως μικροί αλλά δεν το τολμούσα. Μου έδειχνε τις θρεμμένες μπουτάρες της και το μισό της στήθος που ήταν κάτι παραπάνω από πλούσιο. Πότε πότε με τα γέλια σήκωνε τα πόδια της ψηλά και έβλεπα κάτι σαν γυμνό κοτοπουλάκι να φαίνεται στο βάθος. Μα… την αδελφή μου; δεν είναι σωστό, σκεφτόμουν. Ύστερα έπαιρνε την μπανάνα της και πήγαινε στο δωμάτιό της.
Εγώ μαζευόμουν στο γραφείο με τον υπολογιστή. Είχα ένα ημίδιπλο καναπέ. Εκεί χουζούρευα και έβλεπα ταινίες. Ε και μετά λίγη τσόντα για να απαλύνω την έλλειψη της γυναίκας μου, χαϊδεύοντας τα αχαμνά μου. Βέβαια όταν την έβαζα στο νου μου αγκαλιά με τους αραπάδες, τότε μου φεύγανε κι έχυνα όπου την πάρει. Είχα κάνει τον καναπέ χάλια.
Το πρωί σηκωνόμουν για καφέ, καθάριζα τον καναπέ και στις 9 έφευγα για δουλειά. Η Ρούλα που είχε ξυπνήσει πιο πρωί, είδε από ποιο δωμάτιο έρχομαι στην κουζίνα και με ρώτησε γιατί κοιμάμαι εκεί. Τις είπα ότι βλέπω ταινίες και με παίρνει ο ύπνος. Έδειξε ενδιαφέρον να δούμε και μαζί. Άνοιξα το καλάθι να πετάξω σκουπίδια και είδα μέσα την μπανάνα άθικτη αλλά μαυρισμένη και μαραμένη. Δεν της είπα τίποτα. Ήπιαμε καφεδάκι και με αποχαιρέτησε με ένα γλυκό φιλί στο λαιμό. Φαντάστηκα ότι πήγαινε για μάγουλο αλλά δεν έφτανε αφού ήταν ξυπόλυτη.
Το μεσημέρι το σπίτι μοσχομύριζε. Το τραπέζι έχε ένα βάζο με λουλούδια από τον κήπο. Το φαγητό ήταν τέλειο και ήπιαμε λίγο κρασάκι σαν να ήταν Πάσχα όπως παλιά. Η Ρούλα ήταν η τέλεια γυναίκα. Όμορφη, έξυπνη, καλή νοικοκυρά, τέλεια μαγείρισσα και ευχάριστη παρέα. Σε ξεκούραζε μόνο να την βλέπεις. Χάρμα οφθαλμών και όλων των αισθήσεων. Δεν ήταν πολύ ψηλή αλλά ήταν όμως μπαμπάτσικια με ωραία μαλλιά. Έκανε μπάνιο συνέχεια να είναι καθαρή και μοσχομύριζε αυτές τις λοσιόν σώματος με αρώματα φρούτων του δάσους.
Το βραδάκι καθίσαμε πάλι στον καναπέ και αρχίσαμε τα αστεία. Εκείνη με την πετσέτα κι εγώ με το σορτσάκι μου. Άρχισε πάλι να μου ανοίγει τα πόδια της και να χαλαρώνει επικίνδυνα την πετσέτα στα στήθια της. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;. Άπλωσα το χέρι και της χάιδεψα λίγο το μπούτι, πάνω στο αστείο. Βέβαιο ο πούλος μου είχε γίνει «τούρκος». Μετακάθισα λίγο πιο κοντά της και την αγκάλιασα. Δεν αντέδρασε αρνητικά, μάλιστα έσκυψε το κεφάλι της πάλω μου αναπολώντας τα παιδικά μας χρόνια. Μετά νύσταξε, πήρε την μπανάνα της και πήγε στο δωμάτιό της.
Σε λίγο στον καναπέ εγώ δεν φαντασιονόμουν τη γυναίκα μου να την πηδάνε μαύροι αλλά τη Ρούλα να τις πέφτει η πετσέτα και να απολαμβάνω τα κάλλη της. Κι είχα μια πολύ δυνατή έκρηξη που την αφιέρωσα όλη στην όμορφη αδελφή μου. Το πρωί η Ρούλα είχε πάλι ξυπνήσει πρώτη. Φορούσε ένα ανάλαφρο καλοκαιρινό φορεματάκι με λουλούδια. Λίγο πιο πάνω από το γόνατο και με ξεκουμπωμένο το ντεκολτέ της. Έτρεξα στον σκουπιδοτενεκέ. Η μπανάνα της ήταν πεταμένη εκεί μαραμένη χωρίς να την έχει δαγκώσει καθόλου. Δεν είπα τίποτα πάλι, βάζοντας με το νου μου διάφορα.
Προθυμοποιήθηκε να μου κάνει καφέ. Όσο στεκόταν στην κουζίνα διέκρινα τα προικισμένα οπίσθιά της να ξεχωρίζουν και να κινούνται μέσα από το φόρεμά της ελεύθερα. Μάλλον φορούσε στριγκάκι, σκέφτηκα. Οι παντούφλες της είχαν και λίγο τακούνι που βοηθά, όπως λένε στην ανόρθωση των γλουτών. Μετά διαπίστωσα ότι κι από μπροστά είχε ένα προβληματάκι με το λάστιχο που όλο το τραβούσε σαν να την έκοβε. Το μετακινούσε πότε πιο πάνω πότε πιο κάτω ενώ έξυνε όλο το επίμαχο σημείο με τα νύχια της. Τα πρόσεξα γιατί δεν τα συνήθιζε η Μαίρη αφού ήταν πολύ αδιάφορη απέναντί μου σε θέματα εμφάνισης μέσα στο σπίτι. Ενώ όταν έβγαινε έξω ντυνόταν σαν εξ όλης και προ όλης!!!
Τώρα η Ρούλα ήταν τόσο απλή και δοτική, δεν ξέρω αν αυτά σήμαιναν κάτι, ή ήταν μια χαλαρή χειρονομία απέναντι στον αδελφό. Πάντως μέσα μου άρχισα να τη θέλω πολύ. Όλη η παρουσία της με προδιάθετε σεξουαλικά. Κι εκείνες οι φουκαριάρες οι μπανάνες; Για τι δεν τις τρώει στο δωμάτιό της. Τις αφήνει και χαλάνε.. και μετά τις πετάει.
Κλείσαμε μια εβδομάδα χαρούμενης συμβίωσης με την αδελφή μου τη Ρούλα μέχρι που ήρθε το Σάββατο. Το πρωί πήρα τηλέφωνο τη Μαίρη να επιβεβαιώσω αν είναι καλά και δεν θα έρθει σύντομα. Μου είπε ότι η μαμά της δεν είναι καλά και θα καθυστερήσει για ένα μήνα. Μου ζήτησε και κάποια χρήματα να της βάλω στο λογαριασμό. Δεν της είπα τίποτα για την αδελφή μου. Απέναντι μου η Ρούλα μιλούσε με το Γιώργο. Ήταν στην Κορέα στο ναυπηγείο και ήταν καλά. Τουλάχιστον δεν θαλασσοδέρνεται. Η αδελφή μου μου είπε πως στην Κορέα ο Γιώργος πάντα περνά καλά αφού έχει μόνιμη γκόμενα.
–Τέλος πάντων εφόσον δεν του τα τρώει όλα και μου στέλνει, όλα καλά. Ο Γιώργος είναι αρχικαπετάνιος σε μια ναυτιλιακή εταιρεία και κερδίζει πολλά.
Αφού τελειώσαμε με τα τηλέφωνα πήγαμε μαζί με τη Ρούλα για ψώνια. Με κρατούσε αγκαζέ όλη την ώρα και χαμογελούσε ευτυχισμένα. Πήρα μια αρμαθιά με μπανάνες και τις έριξα στο καλάθι. -Όχι αυτές τις γαμψές, μου λέει, αυτές!! Η Ρούλα προτιμούσε τις ίσιες και μεγαλύτερο μέγεθος. Οκ. Περί ορέξεως. Όταν γυρίσαμε σπίτι μπήκα για ένα ντούζ. Σε λίγο άνοιξε η πόρτα.
-Ενοχλώ; μου λέει.
-Όχι της απαντώ και τράβηξα την κουρτίνα.
-Θα βγούμε απόψε; Έχω καιρό να ακούσω μπουζουκάκι. Δεν της χάλασα χατίρι. Πήγαμε στην αγαπημένη της ταβέρνα. Ήταν μια κούκλα. Τη θαύμαζα όλο το βράδυ. Εκείνη καταλάβαινε τις ματιές μου και κρυφο-χαμογελούσε. Στο δρόμο με κρατούσε αγκαζέ και τριβόταν πάνω μου. Ήπιαμε αρκετό κρασάκι και γυρίζοντας πέσαμε ξεροί για ύπνο.
Την Κυριακή πήγαμε εκδρομή σε μια παραλία. Δεν ήταν ακόμα καιρός για μπάνιο όμως η Ρούλα φορούσε το μαγιό της και έκανε ηλιοθεραπεία. Φορούσε ένα μικρό μπικινάκι μαύρο που θα ξεσήκωνε τα πλήθη αν είχε κόσμο. Μόνοι μας είμαστε. Έλυσε το σουτιενάκι της και μου ζήτησε να της βάλω λάδι στην πλάτη. Της έβαλα παντού. Στις ρώγες της δεν είχε κανένα πρόβλημα. Όταν πήγα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της όμως.
-Ε!! μου λέει, δεν είναι σωστό!! θα μας δουν. Και τραβήχτηκα. «Σιγά σιγά» σκέφτηκα. Δεν μας κυνηγούν. Ωριμάζει το πράμα κι απ’ ότι φαίνεται θα είναι πολύ γλυκό.
Το βράδυ, το ίδιο σκηνικό. Ήρθε με πετσέτα στον καναπέ και ήπιαμε ένα ποτήρι κρασί συζητώντας και με αρκετές πια χειρονομίες αφού είχαν προηγηθεί αρκετά τις προηγούμενες. Ε ρε γαμώτο, μια τέτοια γυναίκα δεν βρέθηκε να πάρω κι εγώ. Γιατί να απαγορεύεται το οικογενειακό; Αυτή είναι μέσ’ την τρελή χαρά. Η τέλεια γυναίκα τελικά δεν είναι σαν τον Άγιο Βασίλη. Υπάρχει και είναι η Ρούλα. Η αδελφή μου. Σε λίγο μου ζήτησε να δούμε μαζί ταινία στον υπολογιστή. Σηκώθηκε και πήγε να φορέσει το νυχτικό της. Όταν γύρισε ήταν μια οπτασία. Ένα υπερθέαμα. Μια καλλίγραμμη γυναικάρα μέσα σε ένα διάφανο κοντό νυχτικό. Είχε ρίξει από πάνω μια μακριά ρόμπα με ένα κορδόνι δεμένο χαλαρά στη μέση.
-Πάμε… μου λέει χαριτωμένα και με πήρε από το χέρι.
-Την μπανάνα σου, δεν θα την πάρεις; Της λέω αθώα.
– Όχι δεν χρειάζεται, μου απαντά. Ίσως αργότερα.
Σηκώθηκα και πήγαμε στον καναπέ του γραφείου. Έψαξα μερικά τορρέντ και βρήκα μια ερωτική περιπέτεια. Χαλαρώσαμε και ξαπλώσαμε στον καναπέ. Εκείνη εμπρός κι εγώ από πίσω της. Το έργο της άρεσε πολύ και στις ερωτικές σκηνές με έσπρωχνε πιέζοντας με τον πισινό της τα μπαλάκια μου που ήταν έτοιμα να εκραγούν. Όσο κι αν ήταν ενδιαφέρον το έργο, η Ρούλα μου κοιμήθηκε πριν το τέλος. Ροχάλιζε απαλά. Έκλεισα την οθόνη με το τηλεκοντρόλ και ξάπλωσα δίπλα στην αδελφή μου.
Και τι όνειρα θα έβλεπα; Γκόμενες.. Τη γυναίκα μου σαν αδελφή μου και την αδελφή μου σαν γυναίκα μου. Μπέρδεμα!! Ζήλευε η μια την άλλη μέχρι που μάλωσαν και η Μαίρη έσβησε από το όνειρο. Η Ρούλα σαν γυναίκα μου ξάπλωσε δίπλα μου κι εγώ την χούφτωσα. Ήταν πολύ έντονο και ακαθόριστο το συναίσθημα που πετάχτηκα στον ύπνο μου. Διαπίστωσα ότι χούφτωνα την αδελφή μου στ’ αλήθεια. Όπως συνήθιζα και με την Μαίρη όταν είχε όρεξη. Είχα βάλει το χέρι μου στο κιλοτάκι της Ρούλας και έπαιζα με την κλειτορίδα της. Είχα το πρόσωπό μου πάνω στα πλούσια στήθη της που ήταν ακάλυπτα. Εκείνη είχε περάσει το αριστερό της χέρι και με είχε πάρει αγκαλιά.
Πάγωσα γιατί παρά την έντονη σεξουαλική διάθεσή μου απέναντί της, δεν έπαυε να είναι αδελφή μου και το σεξ είναι απαγορευμένο. Έκλεισα τα μάτια και σκεφτόμουν. Να κάνω τον κοιμισμένο και να συνεχίσω ή τον ξύπνιο και να σταματήσω. Πήγα προς το πιο έντιμο που ήταν το δεύτερο. Γύρισα και την κοίταξα. Ήταν ξυπνητή και έγλυφε τα χείλια της. Πήγα να τραβήξω το χέρι μου από το κιλοτάκι της αλλά με το αριστερό με σταμάτησε.
-Δεν πειράζει, μου λέει… συνέχισε….. Αφού λοιπόν πήρα εισιτήριο για τον παράδεισο, βύθισα τα δάχτυλά μου στο υγρό μουνάκι της αδελφής μου κι μπούκωσα τη ρώγα από το βυζί της. Ήταν τόσο υγρό που έβαζα το ένα δάχτυλο μετά το άλλο με πολλή ευκολία. Ποτέ η Μαίρη δεν υπήρξε τόσο υγρή. Ύστερα μερικά μου δάχτυλα επισκέφτηκαν την κωλοτυπίδα της. Η Ρούλα βογκούσε από ηδονή και μου φιλούσε τα μαλλιά. Το χέρι μου χόρευε και η Ρούλα είχε απανωτούς οργασμούς. Χτυπιόταν σαν το ψάρι πάνω στον καναπέ.
Την άφησα για λίγο να ηρεμήσει και γδύθηκα. Μόλις είδε το πουλί μου σηκωμένο το άρπαξε και το τραβούσε με βία. Την βοήθησα να βγάλει τη νυχτικιά και την κιλότα της. Άναψα το πορτατίφ και την θαύμαζα αλλά εκείνη ήταν πολύ ανυπόμονη. Άρχισα να την γλύφω από κάτω αλλά η Ρούλα με τράβηξε πάνω της σε ένα τέλειο 69. Εγώ την πηδούσα μπρος και πίσω με τα δάχτυλα μου και της πιπιλούσα την κλειτορίδα. Εκείνη μου τον έπαιρνε μέχρι το λαρύγγι της με πάθος. Ήθελα να χύσω αλλά συγκρατιόμουν για να μην τη πνίξω. Σηκώθηκα και της άνοιξα τα μπούτια. Εκείνη κατάλαβε και τα σήκωσε ψηλότερα για να με πάρει μέσα της.
Ξάπλωσα από πάνω της και μπήκα βαθιά στο μουνί της. Αρχίσαμε τα παθιασμένα γλωσσόφιλα σαν φλογεροί εραστές. Η Ρούλα είχε άπειρους οργασμούς. Έσφιγγε τα μάτια και έβγαζε ένα κλάμα που την έκανε τόσο χαριτωμένη. Ποτέ μου δεν ένοιωσα τόση γλύκα με γυναίκα όση εκείνο το βράδυ με την αδελφούλα μου. Καλά το λένε λοιπόν: «Το οικογενειακό είναι το πιο γλυκό.» Μου ερχόταν να χύσω αλλά τραβιόμουν για να συνεχίσω λίγο ακόμα. Και πάλι το ίδιο μέχρι που δεν άντεξα. Δεν ήθελα να την αφήσω κι έγκυο, οπότε τραβήχτηκα έξω και τα άφησα να φύγουν με δύναμη στον αέρα. Το καυτό σπέρμα μου, πήδησε μέχρι το πρόσωπο και τα μαλλιά της.
Ξάπλωσα πάνω της και φιλιόμαστε με πάθος, σάλια, κολπικά υγρά και σπέρμα είχαν γίνε ένα κοκτέιλ στα στοματά μας που τα ανακάτευαν οι γλώσσες μας για πολλή ώρα. Σε λίγο είχα και πάλι στύση οπότε η Ρούλα με το χέρι της τον οδήγησε εκεί που έπρεπε. Δεν ξέρω για πόση ώρα πηδιόμαστε αλλά πάντα θέλαμε κι άλλο. Το πρωί δεν είχαμε κουράγια να σηκωθούμε από τον καναπέ. Πήρα τηλέφωνο και ακύρωσα τα ραντεβού μου. Ήθελα να μείνω με την αδελφή μου εκείνη την ημέρα. Καθίσαμε για πρωινό και πιάσαμε πάλι την κουβεντούλα.
Η Ρούλα μου εξήγησε για τις μπανάνες και τα αγγούρια.
-Στο σπίτι, μου λέει, δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς σεξ. Είναι ένα είδος μητρομανίας αλλά την ελέγχω με χαπάκι. Ο Γιώργος μου έχει φέρει πολλούς δονητές για να περνώ τα βράδια μου μόνη όταν ταξιδεύει. Έχουμε ένα ειδικό δωμάτιο. Όμως δεν μπορούσα να τα φέρω όλα αυτά στο δικό σου σπίτι. Τι θα σκεφτόσουν. Έτσι το πλήρωσαν οι μπανάνες. Είπε και γελάσαμε πολύ.
– Όμως τώρα, τέλος οι μπανάνες από κάτω. Μόνο από πάνω. Της απάντησα μέσα στο κλίμα της όλης κουβέντας μας.
-Τώρα έχω τη δικιά σου μπανάνα καλέ μου αδελφούλη. Και είναι η καλύτερη. Γέλασε η Ρούλα.
-Λες ο Γιώργος να μας έβαλε μαζί για να συμβεί αυτό που συνέβη τώρα; Τη ρώτησα με απορία.
-Να σου πω μου λέει. Ο Γιώργος τρέμει να μην τον κερατώσω. Μου έχει φέρει τα πάντα. Μέχρι και ηλεκτρικό άντρα από σιλικόνη μου έφερε στη γιορτή μου. Δεν ήταν κακός!! Μάλλον σε ήθελε να με προσέχεις για να μην του την κάνω τη ζημιά. Αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού του μπορεί και να ήθελε να με τακτοποιείς σεξουαλικά εσύ που είσαι της οικογένειας και όχι οποιοσδήποτε ξένος. Κατάλαβες; μου απάντησε πονηρά η Ρούλα.
Κούνησα το κεφάλι μου γελώντας.. Και το πέτυχε! Συμπλήρωσα.
Εκείνο το πρωί δεν σκεφτήκαμε να μαγειρέψουμε τίποτα. Δεν θέλαμε να βαρύνουμε στον μεσημεριανό μας υπνάκο. Μπήκαμε στο μπάνιο μαζί και πειράζαμε ο ένας τον άλλο σαν παιδάκια. Ύστερα με πετσέτες στον καναπέ συνεχίσαμε τα αστεία με χάδια και πονηρές χειρονομίες. Η Ρούλα θυμήθηκε ότι όταν είμαστε στα 12 της έβαζα και τότε χέρι που της άρεσε πολύ, αλλά μας έπιασε η μαμά και έτσι σταματήσαμε.
-Να λοιπόν που τώρα ξαναρχίζουμε. Της λέω, και δεν νομίζω να σταματήσουμε όσο μπορούμε.
-Πάμε μέσα τώρα, μου λέει, γιατί περνάει η ενέργεια των χαπιών και χρειάζομαι επειγόντως μπανάνα. Με άρπαξε από το χέρι, πέταξε την πετσέτα της στο δάπεδο και κάθισε πάνω μου.
Περάσαμε ένα απίθανο απόγευμα χωρίς καφέ αλλά με μπόλικο «ανδρικό» γάλα.
Συνεχίζεται...
Ένα οικογενειακό ερωτικό διήγημα του Book Hill.
Ήταν τότε που η Μαίρη, η γυναίκα μου είχε πάει στα αδέλφια της στην Αμερική. Πήγε για ένα μήνα και κάθισε 6. Ήταν άρρωστη η μάνα της οπότε δεν έλεγα τίποτα. Όλο έκλεινε εισιτήρια κι όλο τα ακύρωνε. Τι να πεις; Περίμεναν τη γριά να πεθάνει αλλά από αναβολή σε αναβολή το πήγαινε. Έτσι η Μαίρη δεν μπορούσε να φύγει. Ε και που ήταν εδώ; Συνέχεια στο τηλέφωνο με Αμερική μιλούσε. Μας κόστιζε ο κούκος για αηδόνι. Καλύτερα άσ’ την εκεί. Εγώ τα καταφέρνω και στο νοικοκυριό και στο μαγείρεμα .. όλα καλά.
Μια μέρα με παίρνει τηλέφωνο ο γαμπρός μου, ο άνδρας της αδελφής μου. -Φεύγω, μου λέει, για μπάρκο και έλα να πιούμε ένα ούζο. Πήγα το βραδάκι, η αδελφή μου είχε κάνει διάφορα εκεί. Χρυσοχέρα. Ήρθε η κουβέντα για την πεθερά μου και τη Μαίρη που είναι αναγκασμένη να κάθεται στην Αμερική. Έξι μήνες και πάει στους επτά. -Ε δεν περνάει κι άσχημα τους λέω. Όλο φωτογραφίες από αξιοθέατα και γλέντια μου στέλνει. Άσε που κατά λάθος μου έστειλε και μια που είναι η Μαίρη αγκαλιά με έναν αράπη.
Γελάσαμε όλοι. -Βρε λες να σου γυρίσει γκαστρωμένη; Μου λέει ο Γιώργος γελώντας. – Ε ναι και να ήταν λευκό πάει κι έρχεται .. αν είναι μαυράκι; Πως θα τα μπαλώσω. Κάναμε πλάκα, αν και μέσα μου ανησυχούσα. Γυρίζει στην Αμερική σαν ξέκωλο και κάνει παρέα με μαύρους. Πάντα η φαντασίωση της Μαίρης ήταν να πάρει 3 μαύρους μαζί. Γιατί λοιπόν να μην γίνει τώρα πραγματικότητα. Ποιος θα την ελέγξει; Και η τόση καθυστέρηση, αφού η μάνα της ξέφυγε τον κίνδυνο. Πλήρωνε εσύ κερατά!!! Αυτά δεν τα είπα στους άλλους βέβαια.
Λοιπόν σε κάποια στιγμή μου λέει ο Γιώργος,
-Ρε συ Τάκη εγώ φεύγω τώρα για Κορέα. Η αδελφή σου θα μείνει μόνη, κι εσύ μόνος, δεν έρχεσαι να της κάνεις παρέα να μην μπαίνεις και στον κόπο του νοικοκυριού; Είσαι και πιο κοντά στη δουλειά από εδώ 10 λεπτά είναι.
-Δε λέω δελεαστική η πρόταση Ευχαριστώ αλλά δεν μπορώ να ξεσπιτωθώ. Πρέπει να φέρω τα ρούχα μου τα πράγματά μου. Έχω το γραφειάκι που κάνω τις μελέτες, τον υπολογιστή. Δε γίνεται τους λέω. Καλύτερα να έρθει η Ρούλα να μείνει μαζί μου. Πιο εύκολο μου φαίνεται. Η Ρούλα στράβωσε γιατί κι εκείνη είχε πολλά να κουβαλήσει αλλά στο τέλος συμφώνησε να τα φέρνει σπίτι μου λίγα λίγα.
Σε δυο μέρες πήγαμε το Γιώργη στο αεροδρόμιο και με μια βαλίτσα πράγματα έφερε τη Ρούλα στο σπίτι. Εκείνη ήξερε τα κατατόπια μιας και ήταν το πατρικό μας. Εκεί μέσα μεγάλωσε. Πήγα στου σούπερ μάρκετ για να πάρω κάτι τις που γουστάρει εκείνη και τη ρώτησα να μου κάνει λίστα. Όλα οκ. Τις πήρα μπανάνες και αγγούρια που μου έγραφε πάνω πάνω και διάφορα άλλα φαγώσιμα. Μου έγραφε και ένα ζελέ για μασάζ που δεν το ήξερα. Διάβασα πάνω και έγραφε ότι είναι «βρώσιμο». Ελπίζω να μην το βάλει στο φαγητό σκέφτηκα γελώντας.
Η ζωή περνούσε ωραία. Η Ρούλα είχε πλάκα και ένοιωθα σαν να πήγαμε πίσω στα χρόνια τότε που είμαστε μικροί και παίζαμε συνεχώς. Κάπου περίμενα να βγει η μάνα μας, θεός συχωρέσει την. Αλλά μόνο η Ρούλα έτρεχε πάνω κάτω. Κουζίνα πλυντήρια. Την βοηθούσα όπου μπορούσα για να μην κουράζεται η καημένη. Ήταν πολύ ευχάριστη στην παρέα και δεν έπληξα καθόλου. Έβγαινε το βραδάκι από το μπάνιο με την πετσέτα τυλιγμένη πάνω της, καθόμασταν στον καναπέ και λέγαμε για τις παιδικές μας σκανταλιές.
Η αλήθεια είναι πως τόσο καιρό χωρίς γυναίκα, θα ήθελα να παίξω λίγο παραπάνω μαζί της όπως μικροί αλλά δεν το τολμούσα. Μου έδειχνε τις θρεμμένες μπουτάρες της και το μισό της στήθος που ήταν κάτι παραπάνω από πλούσιο. Πότε πότε με τα γέλια σήκωνε τα πόδια της ψηλά και έβλεπα κάτι σαν γυμνό κοτοπουλάκι να φαίνεται στο βάθος. Μα… την αδελφή μου; δεν είναι σωστό, σκεφτόμουν. Ύστερα έπαιρνε την μπανάνα της και πήγαινε στο δωμάτιό της.
Εγώ μαζευόμουν στο γραφείο με τον υπολογιστή. Είχα ένα ημίδιπλο καναπέ. Εκεί χουζούρευα και έβλεπα ταινίες. Ε και μετά λίγη τσόντα για να απαλύνω την έλλειψη της γυναίκας μου, χαϊδεύοντας τα αχαμνά μου. Βέβαια όταν την έβαζα στο νου μου αγκαλιά με τους αραπάδες, τότε μου φεύγανε κι έχυνα όπου την πάρει. Είχα κάνει τον καναπέ χάλια.
Το πρωί σηκωνόμουν για καφέ, καθάριζα τον καναπέ και στις 9 έφευγα για δουλειά. Η Ρούλα που είχε ξυπνήσει πιο πρωί, είδε από ποιο δωμάτιο έρχομαι στην κουζίνα και με ρώτησε γιατί κοιμάμαι εκεί. Τις είπα ότι βλέπω ταινίες και με παίρνει ο ύπνος. Έδειξε ενδιαφέρον να δούμε και μαζί. Άνοιξα το καλάθι να πετάξω σκουπίδια και είδα μέσα την μπανάνα άθικτη αλλά μαυρισμένη και μαραμένη. Δεν της είπα τίποτα. Ήπιαμε καφεδάκι και με αποχαιρέτησε με ένα γλυκό φιλί στο λαιμό. Φαντάστηκα ότι πήγαινε για μάγουλο αλλά δεν έφτανε αφού ήταν ξυπόλυτη.
Το μεσημέρι το σπίτι μοσχομύριζε. Το τραπέζι έχε ένα βάζο με λουλούδια από τον κήπο. Το φαγητό ήταν τέλειο και ήπιαμε λίγο κρασάκι σαν να ήταν Πάσχα όπως παλιά. Η Ρούλα ήταν η τέλεια γυναίκα. Όμορφη, έξυπνη, καλή νοικοκυρά, τέλεια μαγείρισσα και ευχάριστη παρέα. Σε ξεκούραζε μόνο να την βλέπεις. Χάρμα οφθαλμών και όλων των αισθήσεων. Δεν ήταν πολύ ψηλή αλλά ήταν όμως μπαμπάτσικια με ωραία μαλλιά. Έκανε μπάνιο συνέχεια να είναι καθαρή και μοσχομύριζε αυτές τις λοσιόν σώματος με αρώματα φρούτων του δάσους.
Το βραδάκι καθίσαμε πάλι στον καναπέ και αρχίσαμε τα αστεία. Εκείνη με την πετσέτα κι εγώ με το σορτσάκι μου. Άρχισε πάλι να μου ανοίγει τα πόδια της και να χαλαρώνει επικίνδυνα την πετσέτα στα στήθια της. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;. Άπλωσα το χέρι και της χάιδεψα λίγο το μπούτι, πάνω στο αστείο. Βέβαιο ο πούλος μου είχε γίνει «τούρκος». Μετακάθισα λίγο πιο κοντά της και την αγκάλιασα. Δεν αντέδρασε αρνητικά, μάλιστα έσκυψε το κεφάλι της πάλω μου αναπολώντας τα παιδικά μας χρόνια. Μετά νύσταξε, πήρε την μπανάνα της και πήγε στο δωμάτιό της.
Σε λίγο στον καναπέ εγώ δεν φαντασιονόμουν τη γυναίκα μου να την πηδάνε μαύροι αλλά τη Ρούλα να τις πέφτει η πετσέτα και να απολαμβάνω τα κάλλη της. Κι είχα μια πολύ δυνατή έκρηξη που την αφιέρωσα όλη στην όμορφη αδελφή μου. Το πρωί η Ρούλα είχε πάλι ξυπνήσει πρώτη. Φορούσε ένα ανάλαφρο καλοκαιρινό φορεματάκι με λουλούδια. Λίγο πιο πάνω από το γόνατο και με ξεκουμπωμένο το ντεκολτέ της. Έτρεξα στον σκουπιδοτενεκέ. Η μπανάνα της ήταν πεταμένη εκεί μαραμένη χωρίς να την έχει δαγκώσει καθόλου. Δεν είπα τίποτα πάλι, βάζοντας με το νου μου διάφορα.
Προθυμοποιήθηκε να μου κάνει καφέ. Όσο στεκόταν στην κουζίνα διέκρινα τα προικισμένα οπίσθιά της να ξεχωρίζουν και να κινούνται μέσα από το φόρεμά της ελεύθερα. Μάλλον φορούσε στριγκάκι, σκέφτηκα. Οι παντούφλες της είχαν και λίγο τακούνι που βοηθά, όπως λένε στην ανόρθωση των γλουτών. Μετά διαπίστωσα ότι κι από μπροστά είχε ένα προβληματάκι με το λάστιχο που όλο το τραβούσε σαν να την έκοβε. Το μετακινούσε πότε πιο πάνω πότε πιο κάτω ενώ έξυνε όλο το επίμαχο σημείο με τα νύχια της. Τα πρόσεξα γιατί δεν τα συνήθιζε η Μαίρη αφού ήταν πολύ αδιάφορη απέναντί μου σε θέματα εμφάνισης μέσα στο σπίτι. Ενώ όταν έβγαινε έξω ντυνόταν σαν εξ όλης και προ όλης!!!
Τώρα η Ρούλα ήταν τόσο απλή και δοτική, δεν ξέρω αν αυτά σήμαιναν κάτι, ή ήταν μια χαλαρή χειρονομία απέναντι στον αδελφό. Πάντως μέσα μου άρχισα να τη θέλω πολύ. Όλη η παρουσία της με προδιάθετε σεξουαλικά. Κι εκείνες οι φουκαριάρες οι μπανάνες; Για τι δεν τις τρώει στο δωμάτιό της. Τις αφήνει και χαλάνε.. και μετά τις πετάει.
Κλείσαμε μια εβδομάδα χαρούμενης συμβίωσης με την αδελφή μου τη Ρούλα μέχρι που ήρθε το Σάββατο. Το πρωί πήρα τηλέφωνο τη Μαίρη να επιβεβαιώσω αν είναι καλά και δεν θα έρθει σύντομα. Μου είπε ότι η μαμά της δεν είναι καλά και θα καθυστερήσει για ένα μήνα. Μου ζήτησε και κάποια χρήματα να της βάλω στο λογαριασμό. Δεν της είπα τίποτα για την αδελφή μου. Απέναντι μου η Ρούλα μιλούσε με το Γιώργο. Ήταν στην Κορέα στο ναυπηγείο και ήταν καλά. Τουλάχιστον δεν θαλασσοδέρνεται. Η αδελφή μου μου είπε πως στην Κορέα ο Γιώργος πάντα περνά καλά αφού έχει μόνιμη γκόμενα.
–Τέλος πάντων εφόσον δεν του τα τρώει όλα και μου στέλνει, όλα καλά. Ο Γιώργος είναι αρχικαπετάνιος σε μια ναυτιλιακή εταιρεία και κερδίζει πολλά.
Αφού τελειώσαμε με τα τηλέφωνα πήγαμε μαζί με τη Ρούλα για ψώνια. Με κρατούσε αγκαζέ όλη την ώρα και χαμογελούσε ευτυχισμένα. Πήρα μια αρμαθιά με μπανάνες και τις έριξα στο καλάθι. -Όχι αυτές τις γαμψές, μου λέει, αυτές!! Η Ρούλα προτιμούσε τις ίσιες και μεγαλύτερο μέγεθος. Οκ. Περί ορέξεως. Όταν γυρίσαμε σπίτι μπήκα για ένα ντούζ. Σε λίγο άνοιξε η πόρτα.
-Ενοχλώ; μου λέει.
-Όχι της απαντώ και τράβηξα την κουρτίνα.
-Θα βγούμε απόψε; Έχω καιρό να ακούσω μπουζουκάκι. Δεν της χάλασα χατίρι. Πήγαμε στην αγαπημένη της ταβέρνα. Ήταν μια κούκλα. Τη θαύμαζα όλο το βράδυ. Εκείνη καταλάβαινε τις ματιές μου και κρυφο-χαμογελούσε. Στο δρόμο με κρατούσε αγκαζέ και τριβόταν πάνω μου. Ήπιαμε αρκετό κρασάκι και γυρίζοντας πέσαμε ξεροί για ύπνο.
Την Κυριακή πήγαμε εκδρομή σε μια παραλία. Δεν ήταν ακόμα καιρός για μπάνιο όμως η Ρούλα φορούσε το μαγιό της και έκανε ηλιοθεραπεία. Φορούσε ένα μικρό μπικινάκι μαύρο που θα ξεσήκωνε τα πλήθη αν είχε κόσμο. Μόνοι μας είμαστε. Έλυσε το σουτιενάκι της και μου ζήτησε να της βάλω λάδι στην πλάτη. Της έβαλα παντού. Στις ρώγες της δεν είχε κανένα πρόβλημα. Όταν πήγα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της όμως.
-Ε!! μου λέει, δεν είναι σωστό!! θα μας δουν. Και τραβήχτηκα. «Σιγά σιγά» σκέφτηκα. Δεν μας κυνηγούν. Ωριμάζει το πράμα κι απ’ ότι φαίνεται θα είναι πολύ γλυκό.
Το βράδυ, το ίδιο σκηνικό. Ήρθε με πετσέτα στον καναπέ και ήπιαμε ένα ποτήρι κρασί συζητώντας και με αρκετές πια χειρονομίες αφού είχαν προηγηθεί αρκετά τις προηγούμενες. Ε ρε γαμώτο, μια τέτοια γυναίκα δεν βρέθηκε να πάρω κι εγώ. Γιατί να απαγορεύεται το οικογενειακό; Αυτή είναι μέσ’ την τρελή χαρά. Η τέλεια γυναίκα τελικά δεν είναι σαν τον Άγιο Βασίλη. Υπάρχει και είναι η Ρούλα. Η αδελφή μου. Σε λίγο μου ζήτησε να δούμε μαζί ταινία στον υπολογιστή. Σηκώθηκε και πήγε να φορέσει το νυχτικό της. Όταν γύρισε ήταν μια οπτασία. Ένα υπερθέαμα. Μια καλλίγραμμη γυναικάρα μέσα σε ένα διάφανο κοντό νυχτικό. Είχε ρίξει από πάνω μια μακριά ρόμπα με ένα κορδόνι δεμένο χαλαρά στη μέση.
-Πάμε… μου λέει χαριτωμένα και με πήρε από το χέρι.
-Την μπανάνα σου, δεν θα την πάρεις; Της λέω αθώα.
– Όχι δεν χρειάζεται, μου απαντά. Ίσως αργότερα.
Σηκώθηκα και πήγαμε στον καναπέ του γραφείου. Έψαξα μερικά τορρέντ και βρήκα μια ερωτική περιπέτεια. Χαλαρώσαμε και ξαπλώσαμε στον καναπέ. Εκείνη εμπρός κι εγώ από πίσω της. Το έργο της άρεσε πολύ και στις ερωτικές σκηνές με έσπρωχνε πιέζοντας με τον πισινό της τα μπαλάκια μου που ήταν έτοιμα να εκραγούν. Όσο κι αν ήταν ενδιαφέρον το έργο, η Ρούλα μου κοιμήθηκε πριν το τέλος. Ροχάλιζε απαλά. Έκλεισα την οθόνη με το τηλεκοντρόλ και ξάπλωσα δίπλα στην αδελφή μου.
Και τι όνειρα θα έβλεπα; Γκόμενες.. Τη γυναίκα μου σαν αδελφή μου και την αδελφή μου σαν γυναίκα μου. Μπέρδεμα!! Ζήλευε η μια την άλλη μέχρι που μάλωσαν και η Μαίρη έσβησε από το όνειρο. Η Ρούλα σαν γυναίκα μου ξάπλωσε δίπλα μου κι εγώ την χούφτωσα. Ήταν πολύ έντονο και ακαθόριστο το συναίσθημα που πετάχτηκα στον ύπνο μου. Διαπίστωσα ότι χούφτωνα την αδελφή μου στ’ αλήθεια. Όπως συνήθιζα και με την Μαίρη όταν είχε όρεξη. Είχα βάλει το χέρι μου στο κιλοτάκι της Ρούλας και έπαιζα με την κλειτορίδα της. Είχα το πρόσωπό μου πάνω στα πλούσια στήθη της που ήταν ακάλυπτα. Εκείνη είχε περάσει το αριστερό της χέρι και με είχε πάρει αγκαλιά.
Πάγωσα γιατί παρά την έντονη σεξουαλική διάθεσή μου απέναντί της, δεν έπαυε να είναι αδελφή μου και το σεξ είναι απαγορευμένο. Έκλεισα τα μάτια και σκεφτόμουν. Να κάνω τον κοιμισμένο και να συνεχίσω ή τον ξύπνιο και να σταματήσω. Πήγα προς το πιο έντιμο που ήταν το δεύτερο. Γύρισα και την κοίταξα. Ήταν ξυπνητή και έγλυφε τα χείλια της. Πήγα να τραβήξω το χέρι μου από το κιλοτάκι της αλλά με το αριστερό με σταμάτησε.
-Δεν πειράζει, μου λέει… συνέχισε….. Αφού λοιπόν πήρα εισιτήριο για τον παράδεισο, βύθισα τα δάχτυλά μου στο υγρό μουνάκι της αδελφής μου κι μπούκωσα τη ρώγα από το βυζί της. Ήταν τόσο υγρό που έβαζα το ένα δάχτυλο μετά το άλλο με πολλή ευκολία. Ποτέ η Μαίρη δεν υπήρξε τόσο υγρή. Ύστερα μερικά μου δάχτυλα επισκέφτηκαν την κωλοτυπίδα της. Η Ρούλα βογκούσε από ηδονή και μου φιλούσε τα μαλλιά. Το χέρι μου χόρευε και η Ρούλα είχε απανωτούς οργασμούς. Χτυπιόταν σαν το ψάρι πάνω στον καναπέ.
Την άφησα για λίγο να ηρεμήσει και γδύθηκα. Μόλις είδε το πουλί μου σηκωμένο το άρπαξε και το τραβούσε με βία. Την βοήθησα να βγάλει τη νυχτικιά και την κιλότα της. Άναψα το πορτατίφ και την θαύμαζα αλλά εκείνη ήταν πολύ ανυπόμονη. Άρχισα να την γλύφω από κάτω αλλά η Ρούλα με τράβηξε πάνω της σε ένα τέλειο 69. Εγώ την πηδούσα μπρος και πίσω με τα δάχτυλα μου και της πιπιλούσα την κλειτορίδα. Εκείνη μου τον έπαιρνε μέχρι το λαρύγγι της με πάθος. Ήθελα να χύσω αλλά συγκρατιόμουν για να μην τη πνίξω. Σηκώθηκα και της άνοιξα τα μπούτια. Εκείνη κατάλαβε και τα σήκωσε ψηλότερα για να με πάρει μέσα της.
Ξάπλωσα από πάνω της και μπήκα βαθιά στο μουνί της. Αρχίσαμε τα παθιασμένα γλωσσόφιλα σαν φλογεροί εραστές. Η Ρούλα είχε άπειρους οργασμούς. Έσφιγγε τα μάτια και έβγαζε ένα κλάμα που την έκανε τόσο χαριτωμένη. Ποτέ μου δεν ένοιωσα τόση γλύκα με γυναίκα όση εκείνο το βράδυ με την αδελφούλα μου. Καλά το λένε λοιπόν: «Το οικογενειακό είναι το πιο γλυκό.» Μου ερχόταν να χύσω αλλά τραβιόμουν για να συνεχίσω λίγο ακόμα. Και πάλι το ίδιο μέχρι που δεν άντεξα. Δεν ήθελα να την αφήσω κι έγκυο, οπότε τραβήχτηκα έξω και τα άφησα να φύγουν με δύναμη στον αέρα. Το καυτό σπέρμα μου, πήδησε μέχρι το πρόσωπο και τα μαλλιά της.
Ξάπλωσα πάνω της και φιλιόμαστε με πάθος, σάλια, κολπικά υγρά και σπέρμα είχαν γίνε ένα κοκτέιλ στα στοματά μας που τα ανακάτευαν οι γλώσσες μας για πολλή ώρα. Σε λίγο είχα και πάλι στύση οπότε η Ρούλα με το χέρι της τον οδήγησε εκεί που έπρεπε. Δεν ξέρω για πόση ώρα πηδιόμαστε αλλά πάντα θέλαμε κι άλλο. Το πρωί δεν είχαμε κουράγια να σηκωθούμε από τον καναπέ. Πήρα τηλέφωνο και ακύρωσα τα ραντεβού μου. Ήθελα να μείνω με την αδελφή μου εκείνη την ημέρα. Καθίσαμε για πρωινό και πιάσαμε πάλι την κουβεντούλα.
Η Ρούλα μου εξήγησε για τις μπανάνες και τα αγγούρια.
-Στο σπίτι, μου λέει, δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς σεξ. Είναι ένα είδος μητρομανίας αλλά την ελέγχω με χαπάκι. Ο Γιώργος μου έχει φέρει πολλούς δονητές για να περνώ τα βράδια μου μόνη όταν ταξιδεύει. Έχουμε ένα ειδικό δωμάτιο. Όμως δεν μπορούσα να τα φέρω όλα αυτά στο δικό σου σπίτι. Τι θα σκεφτόσουν. Έτσι το πλήρωσαν οι μπανάνες. Είπε και γελάσαμε πολύ.
– Όμως τώρα, τέλος οι μπανάνες από κάτω. Μόνο από πάνω. Της απάντησα μέσα στο κλίμα της όλης κουβέντας μας.
-Τώρα έχω τη δικιά σου μπανάνα καλέ μου αδελφούλη. Και είναι η καλύτερη. Γέλασε η Ρούλα.
-Λες ο Γιώργος να μας έβαλε μαζί για να συμβεί αυτό που συνέβη τώρα; Τη ρώτησα με απορία.
-Να σου πω μου λέει. Ο Γιώργος τρέμει να μην τον κερατώσω. Μου έχει φέρει τα πάντα. Μέχρι και ηλεκτρικό άντρα από σιλικόνη μου έφερε στη γιορτή μου. Δεν ήταν κακός!! Μάλλον σε ήθελε να με προσέχεις για να μην του την κάνω τη ζημιά. Αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού του μπορεί και να ήθελε να με τακτοποιείς σεξουαλικά εσύ που είσαι της οικογένειας και όχι οποιοσδήποτε ξένος. Κατάλαβες; μου απάντησε πονηρά η Ρούλα.
Κούνησα το κεφάλι μου γελώντας.. Και το πέτυχε! Συμπλήρωσα.
Εκείνο το πρωί δεν σκεφτήκαμε να μαγειρέψουμε τίποτα. Δεν θέλαμε να βαρύνουμε στον μεσημεριανό μας υπνάκο. Μπήκαμε στο μπάνιο μαζί και πειράζαμε ο ένας τον άλλο σαν παιδάκια. Ύστερα με πετσέτες στον καναπέ συνεχίσαμε τα αστεία με χάδια και πονηρές χειρονομίες. Η Ρούλα θυμήθηκε ότι όταν είμαστε στα 12 της έβαζα και τότε χέρι που της άρεσε πολύ, αλλά μας έπιασε η μαμά και έτσι σταματήσαμε.
-Να λοιπόν που τώρα ξαναρχίζουμε. Της λέω, και δεν νομίζω να σταματήσουμε όσο μπορούμε.
-Πάμε μέσα τώρα, μου λέει, γιατί περνάει η ενέργεια των χαπιών και χρειάζομαι επειγόντως μπανάνα. Με άρπαξε από το χέρι, πέταξε την πετσέτα της στο δάπεδο και κάθισε πάνω μου.
Περάσαμε ένα απίθανο απόγευμα χωρίς καφέ αλλά με μπόλικο «ανδρικό» γάλα.
Συνεχίζεται...
8ヶ月前