Τα δωράκια της Νονάς
ΤΑ ΔΩΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΝΟΝΑΣ
Οιδιπόδεια συμπλέγματα του Book Hill.
Όσο θυμάμαι πίσω στη ζωή μου έχω εξ ίσου την εικόνα της νονάς μου όπως και της μάνας μου. Η νονά, η λίγο μικρότερη αδελφή της, την αντικαθιστούσε τέλεια, ίσως και καλύτερα, αφού μου έκανε όλα μου τα χατίρια και περνούσαμε υπέροχα μαζί. Ε! δεν είχε παιδιά κι έτσι σχεδόν με είχε υιοθετήσει. Ο νονός ναυτικός, αλλά κι εδώ ως ξέμπαρκος, μάλλον απών ήταν από το σπίτι του. Ψάρεμα από τις 4.00 το πρωί, ούζα με φίλους το βράδυ. Σπάνια τον βλέπαμε. Ίσως γι’ αυτό δεν είχαν παιδιά, σκεφτόμουν. Δεν θα κοιμούνται μαζί προφανώς.
Με τη νονά τα καλοκαίρια πηγαίναμε σε ζαχαροπλαστείο για κασάτο παγωτό και μετά θερινό σινεμά. Μου άρεσε να βλέπω Δαλιανίδη και κυρίως τη Ζωή Λάσκαρη που όταν χόρευε με το μαγιό έκανε το πιπί μου να ζουζουνίζει. Η ΘΕΑ μου όμως ήταν η Μάρθα Καραγιάννη που έμοιαζε τόσο πολύ με τη νονά μου. Κάθε φορά βλέπαμε και τις δύο προβολές μέχρι εκεί που χόρευε η Καραγιάννη, επειδή το ήθελα εγώ. Σας είπα μου έκανε όλα τα χατίρια. Μετά φεύγαμε για το σπίτι.
Πριν τον ύπνο πάντα είχαμε μπάνιο στην μπανιέρα. Στην αρχή το μπάνιο ξεκινούσε με εμένα γυμνό και την νονά να φορά μια ξεκούμπωτη ρόμπα και να με πλένει με σφουγγάρι. Σε λίγο με το παιχνίδι την έκανα μούσκεμα. Έτσι έβγαζε την ρόμπα και έμπαινε κι εκείνη μέσα στην μπανιέρα με τα εσώρουχα. Παίζαμε και γελούσαμε ξένοιαστα αλλά εγώ έβλεπα την σωσία της Καραγιάννη με κολλημένα τα εσώρουχα πάνω της, να με χαϊδεύει και το πιπί μου πάλι ζουζούνιζε άσχημα. Ήταν σαν να είχε μέσα ένα κοκαλάκι στητό.
Περισσότερο μου άρεσε το στέγνωμα μετά το μπάνιο. Πηγαίναμε τυλιγμένοι με μεγάλες πετσέτες στο κρεβάτι που με έβαζε να ξαπλώσω γυμνός ανάσκελα. Ήθελε λέει να μου βάζει ταλκ στα χαμνά για μύκητες. Όμως πριν την πούδρα είχαμε ένα άλλο ενδιαφέρον παιχνίδι. Προσπαθούσε να με γαργαλίσει παίζοντας με τα μπαλάκια μου. Στην αρχή με τα χέρια της και μετά με το στόμα. Βύθιζε όλο της το πρόσωπο ανάμεσα στα πόδια μου και μου έδινε φιλιά. Εγώ την έκλεινα μέσα στα πόδια μου και γελούσα. Καθώς περνούσαν τα χρόνια το πιπί μου όλο και μεγάλωνε και σκλήραινε. Γινόταν σαν ξύλο. Έτσι το παιχνίδι αυτό κρατούσε πολύ περισσότερο, μιας και η νονά το έβρισκε όλο και πιο διασκεδαστικό. Μερικές φορές το δάγκωνε αστραπιαία και το άφηνα πάλι.
Εγώ βέβαια δεν είχα λόγους να ντρέπομαι αφού έπαιζα με την αγαπημένη μου νονά - Μάρθα Καραγιάννη- που την είχα ζωντανή στο κρεβάτι. Ζεστή, αφράτη, όμορφη, παιχνιδιάρα και τόσο διασκεδαστική. Μετά ερχόταν η ώρα του ύπνου. Όταν ο Νονός ταξίδευε εγώ ήμουν η αντρική παρέα της στο κρεβάτι. Μου ζητούσε να γυρίσω από την άλλη πλευρά για να αλλάξει εσώρουχα και να βάλει το μικρό διάφανο νυχτικάκι της και το πιο μικρούτσικο κιλοτάκι της. Εγώ γύριζα μετά χαράς την πλάτη αφού από την άλλη ήταν ο μεγάλος καθρέπτης της ντουλάπας. Έτσι είχα πλήρη θέα της καλλίγραμμής νονάς μου την οποία απολάμβανα, ως «ο μικρός τι-μπανιστι-ρτζής».
Το καλοκαίρι ήταν ωραία. Είχε ζέστη και είμαστε ξεσκέπαστοι. Είχε και ένα πορτατίφ που άναβε όλη νύχτα. Έτσι δεν ήθελα να κοιμηθώ φοβούμενος μη χάσω αυτό το υπέροχο θέαμα. Μόλις άρχισε να ψιλο-ροχαλίζει, εγώ έπιανα δουλειά. Άνοιγα προσεκτικά το babydoll της και αποκάλυπτα το υπέροχο κορμί της. Μου ερχόταν να το φάω. Να το ρουφήξω με το καλαμάκι. Πήγαινα όσο πιο κοντά μπορούσα και άρχιζα την χειρωνακτική εργασία. Την άγγιζα παντού. Στα μπουτάκια της, στα βυζιά της και στο κωλαράκι της, όταν γύριζε ενοχλημένη στο πλάι.
Εκείνο που της άρεσε περισσότερο ήταν που της πιπιλούσα της ρώγες της. Έβγαζε επιφωνήματα ηδονής και έχωνε το χέρι της μέσα στο κιλοτάκι της. Δεν ήξερα τι κάνει αλλά φανταζόμουν ότι περνούσε καλά αφού δεν με σταματούσε και το απολάμβανε για πολύ ώρα. Μετά λαχάνιαζε γιατί έβαζε και το δεύτερο χέρι της, μέχρι που τεντωνόταν και βογκούσε απελπισμένα. Στην αρχή τρόμαξα και τραβήχτηκα. Νόμισα ότι πόνεσε όμως εκείνη συνέχιζε μόνη της μέχρι που σε λίγο χαλάρωνε σαν σκασμένο λάστιχο αυτοκινήτου και την έπαιρνε ξανά ο ύπνος.
Το χειμώνα όλα γινόταν κάτω από τις κουβέρτες. Δεν είχε θέαμα όμως. το τυφλό σύστημα αντικαθιστά τέλεια την όραση όταν γίνεται σωστά και μεθοδικά. Η νονά αν και έμοιαζε κοιμισμένη μάλλον περίμενε εναγωνίως να πέσω πάνω στα πλούσια στήθη της και να αρχίσει το λαχάνιασμα. Η μικρή σέξι κοιλίτσα της ανεβοκατέβαινε ρυθμικά, όλο και πιο γρήγορα. Ποτέ δεν μου είπε τι έκανε εκεί κάτω με τα χέρια της, αλλά και ποτέ δεν με σταμάτησε απ’ ότι της έκανα εγώ για να φτάσει εκεί. Όλο και πιο πολύ ήθελε να πηγαίνω σπίτι της.
Στο σχολείο άκουγα τους μεγάλους να λένε συνέχεια ο ένας στον άλλο θυμωμένα: «Θα σου γαμίσω τον κώλο χωρίς σάλιο» σηκώνοντας το μεσαίο δάχτυλο του χεριού τους όρθιο στον αέρα. Έτσι πίστευα ακράδαντα ότι το καλό γαμίσι γίνεται με το μεσαίο δάχτυλο στον κώλο και με σάλιο. Αλλιώς είναι επώδυνο. Κάποια στιγμή, σαββατοκύριακο, η μάνα μου για να με ξεφορτωθεί με έστειλε στη νονά. Χειμώνας στο κρεβάτι με τη νονάκα αγκαλιά, τι πιο ωραίο πράγμα. Αρχίσαμε με χάδια και φιλιά και σε λίγο εκείνη έκανε την κοιμισμένη. «Σήμερα θα τη γαμίσω τη νονά». Το πήρα απόφαση.
Αγκάλιασε το κεφάλι μου και το κόλλησε στα μισόγυμνα στήθη της. Σε λίγο βρήκα μια ρώγα και άρχισα να την παίζω με τη γλώσσα μου. Εκείνη δεν κοιμόταν αυτή τη φορά και μου χάιδευε με τα δάχτυλά της τα μαλλιά μου πιέζοντάς, όλο και πιο βαθιά το πρόσωπό μου στα βυζιά της. Τώρα όμως πως θα γίνει; Δεν μπορούσα να τη γαμίσω, για δυο λόγους. Πρώτον, ήταν ξύπνια και ίσως θα με παρεξηγούσε και θα τσαντιζόταν και δεύτερον δεν μπορούσα να φέρω πάνω και να σαλιώσω το δάχτυλό μου για να της το χώσω στον όμορφο και σφιχτό πισινό της.
Προσπάθησα μια, προσπάθησα δυο αλλά τίποτα. Σκέφτηκα να την αφήσω να λαχανιάσει πάλι και μετά όταν κοιμηθεί να την γαμίσω. Κι αν δεν θέλει και τσαντιστεί; Θα χάσω και τα αυγά και τα πασχάλια. Ότι κατάφερα μέχρι τώρα θα χαθούν μέσα σε λίγα λεπτά από μια λάθος κίνηση. Γι’ αυτό καλύτερα να κοιμηθεί πρώτα. Άρχισα λοιπόν να της πιπιλώ μεθοδικά τις σκληρές ρώγες της μέχρι που είδα τα χέρια της να βυθίζονται πάλι στο κιλοτάκι της. Αυτό το περιβόητο κιλοτάκι που σε λίγο θα έπρεπε να προσπεράσω κι εγώ.
Είχα ρωτήσει τους μεγάλους στην αλάνα για το «λαχάνιασμα και τα βογγητά» της γυναίκας και με κοίταζαν περίεργα. -Και που το είδες εσύ μικρέ; Με ρωτήσαν επίμονα. -Σε μια ταινία τους απάντησα. -Μπήκες σε ΑΚΑΤΑΛΗΛΟ; Πώς; Συνέχισαν την ανάκριση. Είχα πάει σε ένα καουμπόικο έργο, «Ο σιωπηλός καβαλάρης» κατάλληλο από 13 ετών. Είχε και σεξ αλλά μόλις το είδε ο πατέρας μου φρικάρισε και μου έκρυψε τα μάτια. Μόνο άκουγα. Τέλος πάντων κάποιος μου είπε ότι και οι γυναίκες χύνουν. -Αυτό που είδες στην ταινία ήταν χύσιμο, μου είπαν. Μου έδειξαν πως να παίζω το πουλί μου για να χύσω αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα όσο κι αν το έπαιζα, σκλήραινε αλλά δεν έβγαινε τίποτα από μέσα. Ώστε λοιπόν η νονάκα όταν λαχανιάζει και βογκά, χύνει μέσα στο βρακί της. Δεν εξηγείται αλλιώς! Κι εγώ που νόμιζα ότι υποφέρει.
Η νονά, έπαιζε ώρα με το καστανάκι της μέχρι που σε λίγο βογκούσε και ξεφούσκωσε. Μετά λοιπόν έπεσε σε μια νιρβάνα με ένα μόνιμο χαμόγελο ευτυχίας. Τότε βρήκα ευκαιρία να σαλιώσω όχι ένα αλλά δύο δάχτυλα. Τα στέλνω λοιπόν από πίσω της για εξερεύνηση και με έκπληξη βλέπω ότι η νονά δεν φορούσε καν κιλότα. Αυτό με ερέθισε πιο πολύ. Καθώς τα πήγαινα πιο βαθιά στη σχισμάδα, είδα ότι υπήρχε προς τα κάτω πολλή υγρασία, κάτι σαν ζελέ, σαν πηχτό σάλιο. Μάλλον αυτά είναι τα χύσια της, σκέφτηκα.
Τέλος αφού πασάλειψα τα δάχτυλά μου με τα δικά της χύσια, βρήκα την τρύπα και άρχισα να σπρώχνω προς τα μέσα, ως μικρός εξερευνητής. Εξωτερικά είχε κάτι σαν χείλια, λεία και αρκετά χαλαρά που μου επέτρεψαν να μπω γρήγορα μέσα. Σε λίγο έβαλα και το δεύτερο και άρχισα να ψαχουλεύω τον εσωτερικό κόσμο της νονάς που ήταν καυτός με βελούδινη υφή. Κι όμως… πηδούσα τη νονά μου!! Ήταν τόσο εύκολο! Που να το φανταστώ. Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και είδα τα μάτια της να ανοίγουν διάπλατα. Ένας πνιχτός λυγμός βγήκε από το λαρύγγι της. Κάτι συνέβη που της ξύπνησε πάλι την όρεξη για παιχνίδι.
Τότε με τα δυο της χέρια άρπαξε το σλιπάκι μου και μου το κατέβασε με δύναμη. Το πουλί μου ήταν σαν αγγούρι σκληρό. Το άρπαξε μονομιάς και άρχισε να το παίζει μέσα- έξω με μανία. Με το άλλο χέρι έσπρωξε το πρόσωπό μου ανάμεσα στο κορσάζο της ψιθυρίζοντάς μου: -Δάγκωσέ τα, δάγκωσε τα βυζιά μου δυνατά. Δεν το πίστευα !! γαμούσα τη νονά μου με δύο δάχτυλα στον κώλο, ενώ εκείνη προσπαθούσε να μου ξεκολλήσει το πουλί.
Αυτό το παιχνίδι ήταν διαδραστικό και πιο διασκεδαστικό από τα προηγούμενα. Η νονά μου τραβούσε το πουλί σαν να ήθελε να το ξεκολλήσει κι εγώ την ξεκώλιαζα με τέσσερα δάχτυλα μέσα της. Της είχα βάλει την μισή μου παλάμη μέχρι τον αντίχειρα που αν επέμενα θα έμπαινε κι αυτός μέσα. Σ αυτό βοήθησε ότι η ίδια η τρύπα της έβγαζε συνεχώς όλο και περισσότερα σάλια πάνω στο χέρι μου. Έτσι τα δάχτυλά μου γλιστρούσαν πολύ εύκολα. Όσο πιο βαθιά τόσο γρύλιζε η νονάκα από ευχαρίστηση.
Η νονά τσίριζε με λύσσα και πίεζε το πουλί μου με μανία. Άρχισε να με φιλά στο στόμα και μου έχωνε τη γλώσσα της μέχρι βαθιά στο λαρύγγι μου. Δεν μπορούσα να πάρω αναπνοή αλλά ευτυχώς το κατάλαβε και άρχισε να με πιπιλάει στο λαιμό και να δαγκώνει τα αυτιά μου. Σε λίγο ένοιωσα σαν να μου φεύγει η ψυχή μέσα από το πουλί μου. Κάτι ξεκόλλησε από μέσα μου και χύθηκε πάνω στο χέρι και τα μπούτια της νονάς. Σε λίγο είχα πλημυρίσει τον κόσμο με τα δικά μου χύσια.
Η νονά έφερε το χέρι της στη μύτη. Μάλλον της άρεσε να τα μυρίζει αφού πήρε μια βαθιά παρατεταμένη αναπνοή. Είχαν μια παράξενη γλυκιά μυρουδιά σαν άνθη από άγριο κισσό, η σαν να πλύθηκες με χλωρίνη. Εκείνη αμέσως μετά έβαλε το χέρι της στο στόμα, έτσι όπως ήταν βρώμικο και άρχισε να το πιπιλάει. Μετά το ξαναλέρωνε στα μπούτια της και πάλι στο στόμα. Αηδίασα αλλά αφού της αρέσει, τι να πω εγώ? Ίσως έχουν και ωραία γεύση.
-Κοίτα Μπόμπο, μου λέει η νονά. Αυτό που κάναμε δεν πρέπει να το πεις πουθενά. Ούτε στη μαμά σου, ούτε στο νονό γιατί δεν θα σε αφήσουν να ξανάρθεις εδώ. Εντάξει; Αν το μάθουν αλλοίμονό μας. Συμφώνησα γιατί έτσι κι αλλιώς δεν είχα σκοπό να το κάνω βούκινο. Δεν με συνέφερε. Εκείνη η βραδιά θα μου μείνει αξέχαστη. Αυτή ήταν μια νέα αρχή. Το ξεκίνημα της δικής μου εφηβείας. Μάλλον έγινα ξαφνικά άνδρας και είχα πολλή δουλειά μπροστά μου.
Την επόμενη χρονιά θα ήμουν Γυμνασιόπαις και το γυμνάσιο ήταν πολύ κοντά στο σπίτι της νονάς. Φαγώθηκε λοιπόν να με πάρει να κοιμάμαι σπίτι της για να πηγαίνω εύκολα στο σχολείο. Η μάνα μου συμφώνησε, έτσι μου έφτειαξε το δωμάτιο των ξένων που έμενε πριν η συχωρεμένη η πεθερά της. Μου το στόλισε και με αφίσες από τα μουσικά συγκροτήματα που αγαπούσα και αγόρασε καινούριο ανατομικό στρώμα για να αντέχει. Μου άρεσε πολύ και την ευχαρίστησα έμπρακτα εγκαινιάζοντας μαζί της το κρεβάτι στο καινούριο μου δωμάτιο. Θα είχα μια υπέροχη χρονιά και ένα πολύ καυτό χειμώνα.
Σε λίγο ξεμπάρκαρε και ο νονός. Χάρηκε πολύ που θα έμενα μαζί τους. Ολόκληρο παλικάρι έγινες, βρε Μπόμπο!! Μου λέει. -Πως πάνε οι γκόμενες? Γαμείς καθόλου? Τι να του πω? Ότι ξεσκίζω κάθε βράδυ τη νονά; Κόμπλαρα. -Έλα έλα μην ντρέπεσαι. Συνέχισε. Καταλαβαίνω. Είσαι ντροπαλός και άπειρος. Λοιπόν άκου. Έφερα κάποιες κασέτες από Ιαπωνία που έκανα ένα μπάρκο. Θα τις βάλουμε στο βίντεο να τις δούμε το βράδυ. Εντάξει; Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Δεν με έπαιρνε να πω όχι. Ο Νονός είχε φέρει έγχρωμη τηλεόραση και βίντεο σε προηγούμενα ταξίδια του και βλέπαμε διάφορα εκπαιδευτικά βίντεο, έγχρωμα, αν και η τηλεόραση έστελνε ασπρόμαυρο σήμα.
Περίμενα εναγωνίως το βράδυ. Καθόμουν στα καρφιά μέχρι που ο νονός έφερε τις κασέτες. 10 τον αριθμό. -Θα δούμε όσες μπορούμε, μου είπε και τις υπόλοιπες αύριο. Δεν κρατιόμουν μέχρι που έχωσε την πρώτη κασέτα στην θυρίδα. Πάνω στην ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκε η νονά νωρίτερα απ’ ότι περιμέναμε μέσα στα νεύρα. Γύρισε και κοίταξε την τηλεόραση και φρικάρισε. -Τι είν αυτά που δείχνεις στο παιδί; Ανώμαλε! Άρχισε να κατηγορεί το νονό ενώ αυτά που έκανε εκείνη μαζί μου ήταν αστεία. Ο νονός που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και έσκιζε τη γάτα, γύρισε και της λέει: – Αν θέλεις φέρε ποπ κορν και κάθισε μαζί μας. Αλλιώς στο δωμάτιό σου με το ράδιο να ακούς σαχλαμάρες. Η νονά κατέβασε το κεφάλι και πήγε στο δωμάτιο να αλλάξει. Σε λίγο βγήκε με την ρόμπα και πήγε στην κουζίνα.
Όταν ηρέμισαν τα πνεύματα ο νονός ξανάρχισε την κασέτα απ’ την αρχή. Ήταν μια όμορφη ιστορία με δυο αδέλφια που συγκατοικούσαν. Ο μικρότερος αδελφός ο Σιούτα, φοιτητής μακριά από το σπίτι και η μεγαλύτερη αδελφή του η Μιούρε, πήγε για το διάστημα της εξεταστικής να τον φροντίζει. Όμως βλέποντας η γιαπωνέζα τον αδελφό της στρεσαρισμένο από το πολύ διάβασμα αποφάσισε, να τον διασκεδάσει λίγο. Βέβαια τον έπιασε πριν στο μπάνιο να μυρίζει τα βρώμικα κιλοτάκια της και αυτό την ερέθισε πολύ. Σύντομα τα δυο αδέλφια βρέθηκαν στο κρεβάτι να παίζουν, να χαϊδεύονται και να φιλιούνται.
Η νονά έφερε το ζεστό ποπ κορν και ρώτησε για την υπόθεση του έργου. Ο νονός της εξήγησε με δυο λόγια και φάνηκε να την ενδιαφέρει. Οι ταινία δεν είχε υπότιτλους. Έτσι ο νονός που ήξερε λίγα γιαπωνέζικα μας μετάφραζε, αν και στο περισσότερο έργο δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. Η νονά κάθισε στην πολυθρόνα πλάγια πίσω από το νονό και απέναντι σε μένα. Αμέσως μετά τα φιλιά και τα χάδια, οι ηθοποιοί γδύθηκαν και η κοπέλα άρχισε να πιπιλάει το πουλί του αδελφού της. Ύστερα, όπως μας είπε ο νονός, ζήτησε από τον αδελφό της να της γαμήσει το ξυρισμένου μουνάκι της.
Περίμενα να δω σαλιωμένα δάχτυλα στο κωλαράκι της αλλά αντί αυτού την είδα να σηκώνει τα πόδια ψηλά και ο νεαρός να της βάζει μέσα στο μουνί της το τεράστιο πουλί του. Ύστερα άρχισε να κινείται πάνω κάτω, μέσα έξω σε ένα παιχνίδι που δεν το ήξερα. Γύρισα και κοίταξα τη νονά. Σαν να της έλεγα «εμείς γιατί δεν το κάναμε αυτό»; Η νονά είχε σηκώσει το ένα πόδι και το πατούσε στο κάθισμα, αφήνοντας ελεύθερη τη θέα προς τα δικά της σκέλια. Διέκρινα κάτι μαύρο αλλά δεν ήξερα αν ήταν το βρακί της ή οι τρίχες από το μουνάκι της. Καθώς προχωρούσε η κασέτα η νονά άρχισε να χαϊδεύει τα μπούτια της και να μου ρίχνει ματιές με χαμόγελο.
Ο νονός δεν μπορούσε να τη δει εκεί που ήταν πίσω του. Έτσι η νονά συνέχιζε άφοβα την επίδειξη. Πότε έβλεπα την ταινία και πότε τη νονά που ομολογουμένως ήταν πιο ενδιαφέρουσα. Άρχισα να σκέπτομαι πως μπορώ να εφαρμόσω όσα είδα στην ταινία αλλά με το νονό μπροστά, τίποτα δεν θα γινόταν. Έπρεπε να περιμένω μέχρι την κατάλληλη ώρα. Τα αδέλφια στην ταινία άλλαζαν στάσεις κάθε φορά που πήγαιναν στο κρεβάτι αλλά πάντα το πουλί έμπαινε στο μουνί και όχι τα δάχτυλα στον κώλο. Στη δεύτερη ταινία αποφασίσαμε να πάμε για ύπνο και την έκλεισε χωρίς να τη δούμε.
-Κατάλαβες; Μου λέει ο νονός. Αν κάνεις αυτά, τα κορίτσια θα σε λατρέψουν. Βάλε τις ταινίες όποτε θέλεις και μάθε πως το κάνουν. Την άλλη μέρα, Σαββατόβραδο πήγαμε σε παραλιακή ταβέρνα. Η νονά κάθισε απέναντι στο νονό και δίπλα σε μένα. Φορούσε ένα ωραίο αποκαλυπτικό μίνι φόρεμα. Εκείνος έβλεπε τα κορίτσια που πήγαιναν για απογευματινό μπάνιο με τα μικρά μπικίνι τους και τα θαύμαζε. Δεν ήταν σωστό μπροστά στη νονά, αλλά έτσι ήταν πάντα. Χυδαίος και σατράπης. – Αν είχες αυτή τη μελαχρινή, τι θα της έκανες, πες μου; με ρωτούσε. Αμ αυτή η μπαμπάτσικη ξανθιά; Τι σου λέει; Εγώ ντρεπόμουν. Γύριζα και κοίταζα τη νονά κι αυτή μου χαμογελούσε σαν να μου λέει: -Άστον θα τον περιποιηθούμε μετά. Βέβαια μετά κοιμήθηκε μαζί του.
Το πρωί με ξύπνησε η νονά. Έπρεπε να πάμε μαζί με το νονό για ψάρεμα στο ακρωτήρι.
Μπήκαμε βιαστικά στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε. Κοντά στο ακρωτήρι είχε μια μικρή παραλία κρυμμένη από τη δημοσιά. Εκεί ζήτησε η νονά να μας αφήσει για μπάνιο και εκείνος συνέχισε μερικά ακόμα χιλιόμετρα για τον ψαρότοπο. Μόλις κατεβήκαμε και πιάσαμε θέση στα αλμυρίκια, ανοίγει η νονά την τσάντα του μπάνιου και μένει αμίλητη. Είχε ξεχάσει τα μαγιό μας στην απλώστρα. Τώρα; Πως θα κάνουμε μπάνιο; Μου λέει. Με τα εσώρουχα; Της απαντώ. -Σιγά μην βρέξω το πανάκριβο μεταξωτό κιλοτάκι μου. Μου απαντά. Γύρισε και μην κοιτάς. Θα κολυμπήσω γυμνή. Μόλις πέσω γύρνα κι έλα και συ. Εγώ ντρεπόμουν να γδυθώ αλλά τι να έκανα; Δεν ήθελα να βρέξω το σλιπάκι μου.
Έτσι έβαλα το χέρι μπροστά στα αχαμνά μου και έτρεξα στη θάλασσα. Εκείνη ήδη κολυμπούσε στα βαθιά και την ακολούθησα. Πήγα κοντά της και χάζευα το γυμνό κορμί της να παίζει με το νερό. Ήταν τέλεια! Ξαφνικά πήρε ένα αεράκι και σήκωσε κύμα. Μου ζήτησε να πάμε προς το κοντινό λιμανάκι που εσκίαζε από τα βράχια. Της έριχνα νερό και μου έκανε το ίδιο. Ώρες -ώρες την άγγιζα δήθεν τυχαία και το δεχόταν με χαρά. Το αεράκι δυνάμωνε αλλά δεν μας ένοιαζε. Πατούσαμε κάτω και τιναζόμαστε απότομα στον αέρα βρέχοντας ο ένας τον άλλο.
Τα βυζάκια της νονάς μου τιναζόταν στον αέρα σαν μπαλονάκια με νερό σε παιδικό πάρτι. Μου γυάλισε το μάτι. Ήταν πράγματι ένα πάρτι για δύο. Δεν κρατήθηκα και πήγα κοντά της. Την άρπαξα από τη μέση και προσπαθούσα να δαγκώσω τις ρώγες της. Εκείνη το χαιρόταν και γελούσε με την καρδιά της. Έβαλα το χέρι μου από κάτω της. Είχε κάνει κάποιες αλλαγές. Το είχε ξυρίσει ολότελα όπως η κοπέλα στην ταινία. Την είδε και ζήλεψε, σκέφτηκα. Άρχισα να την χαϊδεύω πιο πολύ και αναστέναξε. Καλά πάμε, σκέφτηκα. Μάλλον θα γαμίσω σήμερα.
-Νονά, θέλεις να κάνουμε ότι έκαναν στην ταινία; Τη ρώτησα. Εκείνη συμμαζεύτηκε λίγο και με σχεδόν θλιμμένη φωνή μου αρνήθηκε. -Δεν κάνει, μου λέει. Είμαι νονά σου. Δεν πρέπει. Είμαι αδελφή της μαμάς σου. Έμεινα λίγο άφωνος. -Τι δεν κάνει; Της λέω. Αφού παίζουμε μαζί τόσο καιρό. Τότε δεν είσαι νονά μου; - Να βρε Μπόμπο μου, αυτά είναι παιχνίδια. Τούτο που μου ζητάς τώρα είναι σοβαρό. -Τι θα πει σοβαρό, συνέχισα εγώ προσπαθώντας να της αλλάξω γνώμη ενώ της έκανα μασάζ στο μουνάκι της. -Να βρε συ, αν μου χύσεις μέσα μπορεί να μείνω έγκυος. Τι θα πει ο κόσμος. Όλοι στην οικογένεια ξέρουν ότι ο νονός σου δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Οπότε τι θα σκεφτούν αφού είμαστε συνέχεια μαζί; Ε; Ότι εσύ με γκάστρωσες. Θα μας διώξουν από το νησί….
Εγώ σκέφτηκα πως ίσως να είχε δίκιο και της αντιπρότεινα να συνεχίσουμε το παιχνίδι μας με το νερό που πήγαινε τόσο καλά. Δεν ήθελα να την στεναχωρήσω. Την αγαπούσα τόσο πολύ και την θαύμαζα. Ήταν η Μάρθα Καραγιάννη μου. Η κούκλα μου η ζωντανή, η γκομενάρα μου. Στο δρόμο όλοι της σφύριζαν με θαυμασμό κι εγώ ζήλευα. Όλοι θα ήθελαν να την έχουν στο κρεβάτι τους αλλά εγώ ήμουν ο τυχερός. Εγώ την άγγιζα, τη φιλούσα την έγλυφα και της έχυνα στα μπούτια της. Γύρισα και την κοίταξα έτσι θλιμμένη με σκυμμένο το κεφάλι και την αγκάλιασα με στοργή.
-Μη μου στεναχωριέσαι της λέω και ακούμπησα το μάγουλό μου στο δικό της. -Εντάξει. Σου υπόσχομαι να μην σε πειράξω. Σ αγαπώ τόσο πολύ που δεν θέλω να νοιώθεις άβολα σε καμιά περίπτωση. Θα κάνουμε μόνο ότι θέλεις εσύ. Σου είμαι ευγνώμων που μου έδωσες τόσο πολλή αγάπη και χαρά όση κανένας στην ηλικία μου δεν έχει γνωρίσει. Εκείνη τράβηξε το κεφάλι της και την είδα να κλαίει γοερά. -Γιατί κλαις; την ρώτησα. -Γιατί κανένας άνδρας δεν μου έχει μιλήσει έτσι μέχρι τώρα. Είσαι ο ιππότης μου. Είσαι το αγόρι μου. Είπε και μου άρπαξε τα χείλια μου μέσα στα δικά της.
Την τρυφερή αυτή στιγμή διέκοψε ένας δυνατός αέρας που πήρε τα ρούχα μας από την παραλία και τα ταξίδευε προς τη δημοσιά. Τρέξαμε και οι δύο. Σε λίγο συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε θεόγυμνοι και δεν μπορούσαμε να πάμε παραπέρα. Πρόλαβα μια πετσέτα που έμπλεξε στα αλμυρίκια και την φόρεσα μπροστά μου. Έκρυψα τη νονά μου στα πυκνά δένδρα και έτρεξα να μαζέψω ότι μπορούσα. Βρήκα το σορτσάκι μου και το φορεματάκι της νονάς μου. έστω αυτά. Χάσαμε το πανάκριβο μεταξωτό κιλοτάκι της αλλά δεν πειράζει. Έστω θα ντυθούμε να μη μας βρει ο νονός γυμνούς.
Μοιραστήκαμε την πετσέτα και σαν να μην συνέβη τίποτα, συνεχίσαμε να χαϊδολογιόμαστε και να φιλιόμαστε. – Μη στεναχωριέσαι που δεν το κάναμε, μου λέει σε μια στιγμή. Κάποτε θα γίνει κι αυτό. Μου είπε για να με παρηγορήσει. Εγώ δεν της απάντησα, μόνο της το χάιδεψα απαλά. Μου άρεσε που ήταν ξυρισμένο και της το είπα. Μου υποσχέθηκε να μην το αφήσει ξανά απεριποίητο. Τη ζεστή κουβεντούλα μας διέκοψε η κόρνα του νονού που γύρισε έξαλλος. Ο αέρας, του είχε πάρει τις πετονιές και τις έκανε κουβάρι. Ούτε λέπι δεν έπιασε. Δεν του είπαμε τίποτα για το δικό μας πάθημα γιατί θα έπρεπε να του πούμε και για τον γυμνισμό που κάναμε και ότι ξεχάσαμε τα μαγιό στο σπίτι.
Έτσι περνούσαμε ωραία με τη νονά αλλά χωρίς κανονικό φίκι φίκι. Στα προφυλακτικά που τις πρότεινα δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη. – Ξέρεις τι θα πει «ατύχημα καπότας»; Μου έλεγε και γελούσε. Τόσα παιδάκια γεννιούνται έτσι. Δεν ξαναπήγαμε για ψάρεμα με το νονό. Μόλις έφευγε, εκείνη ερχόταν στο κρεβάτι μου, έπαιρνε το γόνατό μου ανάμεσα στα πόδια της και τριβόταν δυνατά μέχρι που να χύσει. Μετά μου τραβούσε μαλακία ή αν είχε όρεξη μου έπαιρνε μια πίπα ενώ της έγλυφα το μουνάκι. Ορίστε μου έλεγε. Περνάμε τόσο ωραία έτσι. Γιατί να το ρισκάρουμε με απρόοπτες εγκυμοσύνες;
Τελείωσα το 6ταξιο γυμνάσιο και δούλεψα σαν υδραυλικός μέχρι που παρουσιάστηκα στην Κόρινθο. 78Ε ΕΣΣΟ!! 136 σειράαααα!
Στο στρατόπεδο ως υδραυλικός ήμουν περιζήτητος και έπαιρνα πολλές άδειες. Μια μέρα πριν το φαγητό, με φωνάζει ο επιλοχίας στο γραφείο του και μου λέει: Μπόμπος Στομάχας, η μάνα σου είναι στη πύλη. Έχεις 3 διανυκτερεύσεις γιατί δεν έχεις άλλη άδεια. Ο Διοικητής μίλησε με τη μάνα σου και θα της κάνει τη χάρη να σε αφήσει το Σ/Κ έξω. Γυρίζεις τη Δευτέρα στην πρωινή αναφορά. Τρελάθηκα!! Τι ωραία να κοιμηθώ σε κανονικό κρεβάτι (χωρίς κοριούς) τρία βράδια! Βάζω γρήγορα τη στολή εξόδου, άρβυλα γιαλισμένα, δίκοχο στην πένα και δρόμο. Ρίχνω ένα «γεια σου» στο φρουρό και φτάνω τρέχοντας Πύλη. Ψάχνω τη μάνα μου, τίποτα. Ρωτάω την πύλη, μου δείχνουν ένα ΤΑΞΙ. Πάω κοντά, η νονά μου ήταν μέσα μέσα που μου έκανε νόημα να μπω γρήγορα.
Κατεβαίνοντας Κόρινθο, γέλασα όταν μου είπε ότι δήλωσε ως «μάνα μου» για να την συμπονέσει ο διοικητής και να με αφήσει έξω το Σαββατοκύριακο. Έκανε αυτό το ταξιδάκι γιατί με είχε αποθυμήσει και έπρεπε να με δει επειγόντως. Κατάλαβα ότι έπρεπε να τις φτιάξω τα υδραυλικά της αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Σαν πολύ σοβαρά μου τα έλεγε. Πήγαμε σε μια πιτσαρία και παράγγειλα μια κανονική μακαρονάδα. Όχι όπως του στρατού, μπλούμ. Όσο τρώγαμε εκείνη με κοίταζε αχόρταγα. Στο τέλος άκουγε τις στρατιωτικές μου περιπέτειες και έσκαγε στα γέλια. Με κρατούσε αγκαζέ θαρρείς και φοβόταν μην της φύγω. Με έβλεπε στο στόμα λες και μετρούσε τις μπουκιές μου.
Κάναμε μια βόλτα στην πόλη και πήγε να μου αγοράσει εσώρουχα και πολιτικά αλλά δεν την άφησα γιατί απαγορευόταν. Η στρατονομία γυρίζει και γράφει. Της λέω. Είχε ήδη σκοτεινιάσει και πήγαμε στο ξενοδοχείο που είχε αφήσει από πριν τα πράγματά της. Το δωμάτιο είχε ένα μεγάλο κρεβάτι για δύο. Την έστειλα να κάνει πρώτη μπάνιο. Βγήκε σχετικά γρήγορα με μια πετσέτα πάνω της και μου έκανε νόημα να μπω κι εγώ. Αυτή τη φορά δεν φορούσε εσώρουχα. Ήταν ολόγυμνη. Όπως μου είχε υποσχεθεί, ήταν ολότελα ξυρισμένη και περίμενε τα χάδια μου σαν ζητιανάκι. Με το νερό να τρέχει στα σώματά μας δεν μπορούσαμε να συγκρατηθούμε και αρχίσαμε τα φιλιά.
Μισο-σκουπισμένοι από τα νερά του μπάνιου τρέξαμε στο κρεβάτι. Στάθηκα και την καμάρωνα. Το σώμα της παρέμενε σφριγηλό και νεανικό. Το πρόσωπό της μου φαινόταν πιο γλυκό από ποτέ. Το κατάλευκο δέρμα της και οι καμπύλες της με καλούσαν κοντά όπως η σειρήνα τον Οδυσσέα. Έμοια ζε με Γιαπωνέζα Γκέισα. Είχε κόψει τα μαλλιά της όπως της Καραγιάννη με μια πυκνή αφέλεια που τις έκοβε χρόνια. Δεν την έκανες σαραντάρα με τίποτα. Την κοίταζα και δεν την χόρταινα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που με έκανε να αισθανθώ για πρώτη φορά άνδρας. Είχα μια στύση τρελή. Ξάπλωσα δίπλα της στο άνετο κρεβάτι και σφίξαμε τα χέρια με τα δάχτυλα πλεγμένα.
Την κοίταζα και με κοίταζε σαν να μην έχουμε ξαναδεί ο ένας τον άλλο. Σε λίγο με καβάλησε και με το άλλο χέρι οδήγησε το σηκωμένο πουλί μου μέσα της. Για πρώτη φορά ένιωθα τη ζέστη του κορμιού της να περνά μέσα μου και να με ανάβει. Να με καίει. Και αυτή η κάψα δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ. Χαλάρωσε και με σκέπασε με ο σώμα της συνεχίζοντας τις απαλές κινήσεις. Συνέχισε αυξάνοντας την ταχύτητα μέχρι που άρχισε πάλι να λαχανιάζει και να βογκά. -Είσαι σίγουρη ότι το θέλεις; Την ρώτησα σεβόμενος τις απόψεις της για την μεταξύ μας σχέση. -Ναι μου λέει. Το θέλω πολύ, πιο πολύ από ποτέ. Τότε ένα ηφαίστειο έσκασε μέσα της και μια λευκή καυτή λάβα περίχυσε το εσωτερικό του κορμιού της. Ήταν θεσπέσια. Μείναμε έτσι για πολύ ώρα. Εκεί μας πήρε η καταχνιά.
Το βραδάκι παραγγείλαμε ένα καφέ στην βεράντα και εκεί, μου εξήγησε ότι ήθελε ένα παιδί. Το συζήτησαν με το νονό. Πήγαν σε νοσοκομείο για τεχνητή γονιμοποίηση από άλλο δότη αλλά απέτυχε. Τότε σκέφτηκα ότι σου χρωστάω κάτι. Μου είπε κλαίγοντας, Κάτι που μου ζήτησες και τότε εγώ το αρνήθηκα φοβούμενη την κατακραυγή της οικογένειας για μένα και για σένα. Τώρα έχω άλλοθι. Αντί στο νοσοκομείο ήρθα εδώ σε σένα. Στο γιατρό μου. Αν κάνω παιδί θα ήθελα να είναι μόνο δικό σου. Την πήρα στην αγκαλιά μου και την χάιδεψα τρυφερά. Της σκούπισα τα μάτια και την πήγα στο κρεβάτι.
-Μακάρι να το είχες σκεφτεί από τότε. Θα σου είχα κάνει πολλά παιδιά καλή μου νονά. Της είπα σκουπίζοντας τα τελευταία της δάκρυα της με τα φιλιά μου. Συνέχισα πιο χαμηλά στα σφριγηλά της στήθη, στην κοιλιά της κι ακόμα χαμηλότερα στα καλλίγραμμα πόδια της. Μετά την γύρισα από πίσω και συνέχισα με ένα απαλό μασάζ σε όλο το σώμα της. Τότε ξαναγύρισε το χαμόγελο και η ευτυχία στο πρόσωπό της. Έτσι περάσαμε όλο το Σαββατοκύριακο παίζοντας στο κρεβάτι και την Δευτέρα το πρωί έπρεπε να φύγω. Τότε με ένα καυτό φιλί αποχωριστήκαμε αλλά όχι για πάντα.
Γυρίζοντας στο στρατόπεδο με περίμενε μια έκπληξη. Η νονά μου άφησε κι ένα γερό κομπόδεμα από τα λεφτά που θα έδινε στο νοσοκομείο, έτσι, για να έχω άνεση στο στρατιωτικό μου. Τα είχε τρυπώσει μέσα στο σακίδιό μου. Της τα επέστρεψα στην πρώτη κανονική μου άδεια αλλά δεν τα κράτησε… είχε δρομολογηθεί η εγκυμοσύνη της και ήταν πολύ ευτυχισμένη.
Στη συνέχεια αφιέρωσε τη ζωή της στην κόρη της και χαθήκαμε. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε. Η νονά μου είναι πια γερόντισσα αλλά πάντα είναι γλυκιά μαζί μου. Παντρεύτηκα κι εγώ, όμως βλέπω τακτικά και τη μικρή που είναι κι αυτή παντρεμένη αλλά άτεκνη. Η ξαδελφούλα μου… η Κάτια που όλο με πειράζει. Μπόμπ με φωνάζει γιατί μοιάζω λέει του σκύλου της… χα χα χα
ΤΕΛΟΣ
Οιδιπόδεια συμπλέγματα του Book Hill.
Όσο θυμάμαι πίσω στη ζωή μου έχω εξ ίσου την εικόνα της νονάς μου όπως και της μάνας μου. Η νονά, η λίγο μικρότερη αδελφή της, την αντικαθιστούσε τέλεια, ίσως και καλύτερα, αφού μου έκανε όλα μου τα χατίρια και περνούσαμε υπέροχα μαζί. Ε! δεν είχε παιδιά κι έτσι σχεδόν με είχε υιοθετήσει. Ο νονός ναυτικός, αλλά κι εδώ ως ξέμπαρκος, μάλλον απών ήταν από το σπίτι του. Ψάρεμα από τις 4.00 το πρωί, ούζα με φίλους το βράδυ. Σπάνια τον βλέπαμε. Ίσως γι’ αυτό δεν είχαν παιδιά, σκεφτόμουν. Δεν θα κοιμούνται μαζί προφανώς.
Με τη νονά τα καλοκαίρια πηγαίναμε σε ζαχαροπλαστείο για κασάτο παγωτό και μετά θερινό σινεμά. Μου άρεσε να βλέπω Δαλιανίδη και κυρίως τη Ζωή Λάσκαρη που όταν χόρευε με το μαγιό έκανε το πιπί μου να ζουζουνίζει. Η ΘΕΑ μου όμως ήταν η Μάρθα Καραγιάννη που έμοιαζε τόσο πολύ με τη νονά μου. Κάθε φορά βλέπαμε και τις δύο προβολές μέχρι εκεί που χόρευε η Καραγιάννη, επειδή το ήθελα εγώ. Σας είπα μου έκανε όλα τα χατίρια. Μετά φεύγαμε για το σπίτι.
Πριν τον ύπνο πάντα είχαμε μπάνιο στην μπανιέρα. Στην αρχή το μπάνιο ξεκινούσε με εμένα γυμνό και την νονά να φορά μια ξεκούμπωτη ρόμπα και να με πλένει με σφουγγάρι. Σε λίγο με το παιχνίδι την έκανα μούσκεμα. Έτσι έβγαζε την ρόμπα και έμπαινε κι εκείνη μέσα στην μπανιέρα με τα εσώρουχα. Παίζαμε και γελούσαμε ξένοιαστα αλλά εγώ έβλεπα την σωσία της Καραγιάννη με κολλημένα τα εσώρουχα πάνω της, να με χαϊδεύει και το πιπί μου πάλι ζουζούνιζε άσχημα. Ήταν σαν να είχε μέσα ένα κοκαλάκι στητό.
Περισσότερο μου άρεσε το στέγνωμα μετά το μπάνιο. Πηγαίναμε τυλιγμένοι με μεγάλες πετσέτες στο κρεβάτι που με έβαζε να ξαπλώσω γυμνός ανάσκελα. Ήθελε λέει να μου βάζει ταλκ στα χαμνά για μύκητες. Όμως πριν την πούδρα είχαμε ένα άλλο ενδιαφέρον παιχνίδι. Προσπαθούσε να με γαργαλίσει παίζοντας με τα μπαλάκια μου. Στην αρχή με τα χέρια της και μετά με το στόμα. Βύθιζε όλο της το πρόσωπο ανάμεσα στα πόδια μου και μου έδινε φιλιά. Εγώ την έκλεινα μέσα στα πόδια μου και γελούσα. Καθώς περνούσαν τα χρόνια το πιπί μου όλο και μεγάλωνε και σκλήραινε. Γινόταν σαν ξύλο. Έτσι το παιχνίδι αυτό κρατούσε πολύ περισσότερο, μιας και η νονά το έβρισκε όλο και πιο διασκεδαστικό. Μερικές φορές το δάγκωνε αστραπιαία και το άφηνα πάλι.
Εγώ βέβαια δεν είχα λόγους να ντρέπομαι αφού έπαιζα με την αγαπημένη μου νονά - Μάρθα Καραγιάννη- που την είχα ζωντανή στο κρεβάτι. Ζεστή, αφράτη, όμορφη, παιχνιδιάρα και τόσο διασκεδαστική. Μετά ερχόταν η ώρα του ύπνου. Όταν ο Νονός ταξίδευε εγώ ήμουν η αντρική παρέα της στο κρεβάτι. Μου ζητούσε να γυρίσω από την άλλη πλευρά για να αλλάξει εσώρουχα και να βάλει το μικρό διάφανο νυχτικάκι της και το πιο μικρούτσικο κιλοτάκι της. Εγώ γύριζα μετά χαράς την πλάτη αφού από την άλλη ήταν ο μεγάλος καθρέπτης της ντουλάπας. Έτσι είχα πλήρη θέα της καλλίγραμμής νονάς μου την οποία απολάμβανα, ως «ο μικρός τι-μπανιστι-ρτζής».
Το καλοκαίρι ήταν ωραία. Είχε ζέστη και είμαστε ξεσκέπαστοι. Είχε και ένα πορτατίφ που άναβε όλη νύχτα. Έτσι δεν ήθελα να κοιμηθώ φοβούμενος μη χάσω αυτό το υπέροχο θέαμα. Μόλις άρχισε να ψιλο-ροχαλίζει, εγώ έπιανα δουλειά. Άνοιγα προσεκτικά το babydoll της και αποκάλυπτα το υπέροχο κορμί της. Μου ερχόταν να το φάω. Να το ρουφήξω με το καλαμάκι. Πήγαινα όσο πιο κοντά μπορούσα και άρχιζα την χειρωνακτική εργασία. Την άγγιζα παντού. Στα μπουτάκια της, στα βυζιά της και στο κωλαράκι της, όταν γύριζε ενοχλημένη στο πλάι.
Εκείνο που της άρεσε περισσότερο ήταν που της πιπιλούσα της ρώγες της. Έβγαζε επιφωνήματα ηδονής και έχωνε το χέρι της μέσα στο κιλοτάκι της. Δεν ήξερα τι κάνει αλλά φανταζόμουν ότι περνούσε καλά αφού δεν με σταματούσε και το απολάμβανε για πολύ ώρα. Μετά λαχάνιαζε γιατί έβαζε και το δεύτερο χέρι της, μέχρι που τεντωνόταν και βογκούσε απελπισμένα. Στην αρχή τρόμαξα και τραβήχτηκα. Νόμισα ότι πόνεσε όμως εκείνη συνέχιζε μόνη της μέχρι που σε λίγο χαλάρωνε σαν σκασμένο λάστιχο αυτοκινήτου και την έπαιρνε ξανά ο ύπνος.
Το χειμώνα όλα γινόταν κάτω από τις κουβέρτες. Δεν είχε θέαμα όμως. το τυφλό σύστημα αντικαθιστά τέλεια την όραση όταν γίνεται σωστά και μεθοδικά. Η νονά αν και έμοιαζε κοιμισμένη μάλλον περίμενε εναγωνίως να πέσω πάνω στα πλούσια στήθη της και να αρχίσει το λαχάνιασμα. Η μικρή σέξι κοιλίτσα της ανεβοκατέβαινε ρυθμικά, όλο και πιο γρήγορα. Ποτέ δεν μου είπε τι έκανε εκεί κάτω με τα χέρια της, αλλά και ποτέ δεν με σταμάτησε απ’ ότι της έκανα εγώ για να φτάσει εκεί. Όλο και πιο πολύ ήθελε να πηγαίνω σπίτι της.
Στο σχολείο άκουγα τους μεγάλους να λένε συνέχεια ο ένας στον άλλο θυμωμένα: «Θα σου γαμίσω τον κώλο χωρίς σάλιο» σηκώνοντας το μεσαίο δάχτυλο του χεριού τους όρθιο στον αέρα. Έτσι πίστευα ακράδαντα ότι το καλό γαμίσι γίνεται με το μεσαίο δάχτυλο στον κώλο και με σάλιο. Αλλιώς είναι επώδυνο. Κάποια στιγμή, σαββατοκύριακο, η μάνα μου για να με ξεφορτωθεί με έστειλε στη νονά. Χειμώνας στο κρεβάτι με τη νονάκα αγκαλιά, τι πιο ωραίο πράγμα. Αρχίσαμε με χάδια και φιλιά και σε λίγο εκείνη έκανε την κοιμισμένη. «Σήμερα θα τη γαμίσω τη νονά». Το πήρα απόφαση.
Αγκάλιασε το κεφάλι μου και το κόλλησε στα μισόγυμνα στήθη της. Σε λίγο βρήκα μια ρώγα και άρχισα να την παίζω με τη γλώσσα μου. Εκείνη δεν κοιμόταν αυτή τη φορά και μου χάιδευε με τα δάχτυλά της τα μαλλιά μου πιέζοντάς, όλο και πιο βαθιά το πρόσωπό μου στα βυζιά της. Τώρα όμως πως θα γίνει; Δεν μπορούσα να τη γαμίσω, για δυο λόγους. Πρώτον, ήταν ξύπνια και ίσως θα με παρεξηγούσε και θα τσαντιζόταν και δεύτερον δεν μπορούσα να φέρω πάνω και να σαλιώσω το δάχτυλό μου για να της το χώσω στον όμορφο και σφιχτό πισινό της.
Προσπάθησα μια, προσπάθησα δυο αλλά τίποτα. Σκέφτηκα να την αφήσω να λαχανιάσει πάλι και μετά όταν κοιμηθεί να την γαμίσω. Κι αν δεν θέλει και τσαντιστεί; Θα χάσω και τα αυγά και τα πασχάλια. Ότι κατάφερα μέχρι τώρα θα χαθούν μέσα σε λίγα λεπτά από μια λάθος κίνηση. Γι’ αυτό καλύτερα να κοιμηθεί πρώτα. Άρχισα λοιπόν να της πιπιλώ μεθοδικά τις σκληρές ρώγες της μέχρι που είδα τα χέρια της να βυθίζονται πάλι στο κιλοτάκι της. Αυτό το περιβόητο κιλοτάκι που σε λίγο θα έπρεπε να προσπεράσω κι εγώ.
Είχα ρωτήσει τους μεγάλους στην αλάνα για το «λαχάνιασμα και τα βογγητά» της γυναίκας και με κοίταζαν περίεργα. -Και που το είδες εσύ μικρέ; Με ρωτήσαν επίμονα. -Σε μια ταινία τους απάντησα. -Μπήκες σε ΑΚΑΤΑΛΗΛΟ; Πώς; Συνέχισαν την ανάκριση. Είχα πάει σε ένα καουμπόικο έργο, «Ο σιωπηλός καβαλάρης» κατάλληλο από 13 ετών. Είχε και σεξ αλλά μόλις το είδε ο πατέρας μου φρικάρισε και μου έκρυψε τα μάτια. Μόνο άκουγα. Τέλος πάντων κάποιος μου είπε ότι και οι γυναίκες χύνουν. -Αυτό που είδες στην ταινία ήταν χύσιμο, μου είπαν. Μου έδειξαν πως να παίζω το πουλί μου για να χύσω αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα όσο κι αν το έπαιζα, σκλήραινε αλλά δεν έβγαινε τίποτα από μέσα. Ώστε λοιπόν η νονάκα όταν λαχανιάζει και βογκά, χύνει μέσα στο βρακί της. Δεν εξηγείται αλλιώς! Κι εγώ που νόμιζα ότι υποφέρει.
Η νονά, έπαιζε ώρα με το καστανάκι της μέχρι που σε λίγο βογκούσε και ξεφούσκωσε. Μετά λοιπόν έπεσε σε μια νιρβάνα με ένα μόνιμο χαμόγελο ευτυχίας. Τότε βρήκα ευκαιρία να σαλιώσω όχι ένα αλλά δύο δάχτυλα. Τα στέλνω λοιπόν από πίσω της για εξερεύνηση και με έκπληξη βλέπω ότι η νονά δεν φορούσε καν κιλότα. Αυτό με ερέθισε πιο πολύ. Καθώς τα πήγαινα πιο βαθιά στη σχισμάδα, είδα ότι υπήρχε προς τα κάτω πολλή υγρασία, κάτι σαν ζελέ, σαν πηχτό σάλιο. Μάλλον αυτά είναι τα χύσια της, σκέφτηκα.
Τέλος αφού πασάλειψα τα δάχτυλά μου με τα δικά της χύσια, βρήκα την τρύπα και άρχισα να σπρώχνω προς τα μέσα, ως μικρός εξερευνητής. Εξωτερικά είχε κάτι σαν χείλια, λεία και αρκετά χαλαρά που μου επέτρεψαν να μπω γρήγορα μέσα. Σε λίγο έβαλα και το δεύτερο και άρχισα να ψαχουλεύω τον εσωτερικό κόσμο της νονάς που ήταν καυτός με βελούδινη υφή. Κι όμως… πηδούσα τη νονά μου!! Ήταν τόσο εύκολο! Που να το φανταστώ. Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και είδα τα μάτια της να ανοίγουν διάπλατα. Ένας πνιχτός λυγμός βγήκε από το λαρύγγι της. Κάτι συνέβη που της ξύπνησε πάλι την όρεξη για παιχνίδι.
Τότε με τα δυο της χέρια άρπαξε το σλιπάκι μου και μου το κατέβασε με δύναμη. Το πουλί μου ήταν σαν αγγούρι σκληρό. Το άρπαξε μονομιάς και άρχισε να το παίζει μέσα- έξω με μανία. Με το άλλο χέρι έσπρωξε το πρόσωπό μου ανάμεσα στο κορσάζο της ψιθυρίζοντάς μου: -Δάγκωσέ τα, δάγκωσε τα βυζιά μου δυνατά. Δεν το πίστευα !! γαμούσα τη νονά μου με δύο δάχτυλα στον κώλο, ενώ εκείνη προσπαθούσε να μου ξεκολλήσει το πουλί.
Αυτό το παιχνίδι ήταν διαδραστικό και πιο διασκεδαστικό από τα προηγούμενα. Η νονά μου τραβούσε το πουλί σαν να ήθελε να το ξεκολλήσει κι εγώ την ξεκώλιαζα με τέσσερα δάχτυλα μέσα της. Της είχα βάλει την μισή μου παλάμη μέχρι τον αντίχειρα που αν επέμενα θα έμπαινε κι αυτός μέσα. Σ αυτό βοήθησε ότι η ίδια η τρύπα της έβγαζε συνεχώς όλο και περισσότερα σάλια πάνω στο χέρι μου. Έτσι τα δάχτυλά μου γλιστρούσαν πολύ εύκολα. Όσο πιο βαθιά τόσο γρύλιζε η νονάκα από ευχαρίστηση.
Η νονά τσίριζε με λύσσα και πίεζε το πουλί μου με μανία. Άρχισε να με φιλά στο στόμα και μου έχωνε τη γλώσσα της μέχρι βαθιά στο λαρύγγι μου. Δεν μπορούσα να πάρω αναπνοή αλλά ευτυχώς το κατάλαβε και άρχισε να με πιπιλάει στο λαιμό και να δαγκώνει τα αυτιά μου. Σε λίγο ένοιωσα σαν να μου φεύγει η ψυχή μέσα από το πουλί μου. Κάτι ξεκόλλησε από μέσα μου και χύθηκε πάνω στο χέρι και τα μπούτια της νονάς. Σε λίγο είχα πλημυρίσει τον κόσμο με τα δικά μου χύσια.
Η νονά έφερε το χέρι της στη μύτη. Μάλλον της άρεσε να τα μυρίζει αφού πήρε μια βαθιά παρατεταμένη αναπνοή. Είχαν μια παράξενη γλυκιά μυρουδιά σαν άνθη από άγριο κισσό, η σαν να πλύθηκες με χλωρίνη. Εκείνη αμέσως μετά έβαλε το χέρι της στο στόμα, έτσι όπως ήταν βρώμικο και άρχισε να το πιπιλάει. Μετά το ξαναλέρωνε στα μπούτια της και πάλι στο στόμα. Αηδίασα αλλά αφού της αρέσει, τι να πω εγώ? Ίσως έχουν και ωραία γεύση.
-Κοίτα Μπόμπο, μου λέει η νονά. Αυτό που κάναμε δεν πρέπει να το πεις πουθενά. Ούτε στη μαμά σου, ούτε στο νονό γιατί δεν θα σε αφήσουν να ξανάρθεις εδώ. Εντάξει; Αν το μάθουν αλλοίμονό μας. Συμφώνησα γιατί έτσι κι αλλιώς δεν είχα σκοπό να το κάνω βούκινο. Δεν με συνέφερε. Εκείνη η βραδιά θα μου μείνει αξέχαστη. Αυτή ήταν μια νέα αρχή. Το ξεκίνημα της δικής μου εφηβείας. Μάλλον έγινα ξαφνικά άνδρας και είχα πολλή δουλειά μπροστά μου.
Την επόμενη χρονιά θα ήμουν Γυμνασιόπαις και το γυμνάσιο ήταν πολύ κοντά στο σπίτι της νονάς. Φαγώθηκε λοιπόν να με πάρει να κοιμάμαι σπίτι της για να πηγαίνω εύκολα στο σχολείο. Η μάνα μου συμφώνησε, έτσι μου έφτειαξε το δωμάτιο των ξένων που έμενε πριν η συχωρεμένη η πεθερά της. Μου το στόλισε και με αφίσες από τα μουσικά συγκροτήματα που αγαπούσα και αγόρασε καινούριο ανατομικό στρώμα για να αντέχει. Μου άρεσε πολύ και την ευχαρίστησα έμπρακτα εγκαινιάζοντας μαζί της το κρεβάτι στο καινούριο μου δωμάτιο. Θα είχα μια υπέροχη χρονιά και ένα πολύ καυτό χειμώνα.
Σε λίγο ξεμπάρκαρε και ο νονός. Χάρηκε πολύ που θα έμενα μαζί τους. Ολόκληρο παλικάρι έγινες, βρε Μπόμπο!! Μου λέει. -Πως πάνε οι γκόμενες? Γαμείς καθόλου? Τι να του πω? Ότι ξεσκίζω κάθε βράδυ τη νονά; Κόμπλαρα. -Έλα έλα μην ντρέπεσαι. Συνέχισε. Καταλαβαίνω. Είσαι ντροπαλός και άπειρος. Λοιπόν άκου. Έφερα κάποιες κασέτες από Ιαπωνία που έκανα ένα μπάρκο. Θα τις βάλουμε στο βίντεο να τις δούμε το βράδυ. Εντάξει; Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Δεν με έπαιρνε να πω όχι. Ο Νονός είχε φέρει έγχρωμη τηλεόραση και βίντεο σε προηγούμενα ταξίδια του και βλέπαμε διάφορα εκπαιδευτικά βίντεο, έγχρωμα, αν και η τηλεόραση έστελνε ασπρόμαυρο σήμα.
Περίμενα εναγωνίως το βράδυ. Καθόμουν στα καρφιά μέχρι που ο νονός έφερε τις κασέτες. 10 τον αριθμό. -Θα δούμε όσες μπορούμε, μου είπε και τις υπόλοιπες αύριο. Δεν κρατιόμουν μέχρι που έχωσε την πρώτη κασέτα στην θυρίδα. Πάνω στην ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκε η νονά νωρίτερα απ’ ότι περιμέναμε μέσα στα νεύρα. Γύρισε και κοίταξε την τηλεόραση και φρικάρισε. -Τι είν αυτά που δείχνεις στο παιδί; Ανώμαλε! Άρχισε να κατηγορεί το νονό ενώ αυτά που έκανε εκείνη μαζί μου ήταν αστεία. Ο νονός που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και έσκιζε τη γάτα, γύρισε και της λέει: – Αν θέλεις φέρε ποπ κορν και κάθισε μαζί μας. Αλλιώς στο δωμάτιό σου με το ράδιο να ακούς σαχλαμάρες. Η νονά κατέβασε το κεφάλι και πήγε στο δωμάτιο να αλλάξει. Σε λίγο βγήκε με την ρόμπα και πήγε στην κουζίνα.
Όταν ηρέμισαν τα πνεύματα ο νονός ξανάρχισε την κασέτα απ’ την αρχή. Ήταν μια όμορφη ιστορία με δυο αδέλφια που συγκατοικούσαν. Ο μικρότερος αδελφός ο Σιούτα, φοιτητής μακριά από το σπίτι και η μεγαλύτερη αδελφή του η Μιούρε, πήγε για το διάστημα της εξεταστικής να τον φροντίζει. Όμως βλέποντας η γιαπωνέζα τον αδελφό της στρεσαρισμένο από το πολύ διάβασμα αποφάσισε, να τον διασκεδάσει λίγο. Βέβαια τον έπιασε πριν στο μπάνιο να μυρίζει τα βρώμικα κιλοτάκια της και αυτό την ερέθισε πολύ. Σύντομα τα δυο αδέλφια βρέθηκαν στο κρεβάτι να παίζουν, να χαϊδεύονται και να φιλιούνται.
Η νονά έφερε το ζεστό ποπ κορν και ρώτησε για την υπόθεση του έργου. Ο νονός της εξήγησε με δυο λόγια και φάνηκε να την ενδιαφέρει. Οι ταινία δεν είχε υπότιτλους. Έτσι ο νονός που ήξερε λίγα γιαπωνέζικα μας μετάφραζε, αν και στο περισσότερο έργο δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. Η νονά κάθισε στην πολυθρόνα πλάγια πίσω από το νονό και απέναντι σε μένα. Αμέσως μετά τα φιλιά και τα χάδια, οι ηθοποιοί γδύθηκαν και η κοπέλα άρχισε να πιπιλάει το πουλί του αδελφού της. Ύστερα, όπως μας είπε ο νονός, ζήτησε από τον αδελφό της να της γαμήσει το ξυρισμένου μουνάκι της.
Περίμενα να δω σαλιωμένα δάχτυλα στο κωλαράκι της αλλά αντί αυτού την είδα να σηκώνει τα πόδια ψηλά και ο νεαρός να της βάζει μέσα στο μουνί της το τεράστιο πουλί του. Ύστερα άρχισε να κινείται πάνω κάτω, μέσα έξω σε ένα παιχνίδι που δεν το ήξερα. Γύρισα και κοίταξα τη νονά. Σαν να της έλεγα «εμείς γιατί δεν το κάναμε αυτό»; Η νονά είχε σηκώσει το ένα πόδι και το πατούσε στο κάθισμα, αφήνοντας ελεύθερη τη θέα προς τα δικά της σκέλια. Διέκρινα κάτι μαύρο αλλά δεν ήξερα αν ήταν το βρακί της ή οι τρίχες από το μουνάκι της. Καθώς προχωρούσε η κασέτα η νονά άρχισε να χαϊδεύει τα μπούτια της και να μου ρίχνει ματιές με χαμόγελο.
Ο νονός δεν μπορούσε να τη δει εκεί που ήταν πίσω του. Έτσι η νονά συνέχιζε άφοβα την επίδειξη. Πότε έβλεπα την ταινία και πότε τη νονά που ομολογουμένως ήταν πιο ενδιαφέρουσα. Άρχισα να σκέπτομαι πως μπορώ να εφαρμόσω όσα είδα στην ταινία αλλά με το νονό μπροστά, τίποτα δεν θα γινόταν. Έπρεπε να περιμένω μέχρι την κατάλληλη ώρα. Τα αδέλφια στην ταινία άλλαζαν στάσεις κάθε φορά που πήγαιναν στο κρεβάτι αλλά πάντα το πουλί έμπαινε στο μουνί και όχι τα δάχτυλα στον κώλο. Στη δεύτερη ταινία αποφασίσαμε να πάμε για ύπνο και την έκλεισε χωρίς να τη δούμε.
-Κατάλαβες; Μου λέει ο νονός. Αν κάνεις αυτά, τα κορίτσια θα σε λατρέψουν. Βάλε τις ταινίες όποτε θέλεις και μάθε πως το κάνουν. Την άλλη μέρα, Σαββατόβραδο πήγαμε σε παραλιακή ταβέρνα. Η νονά κάθισε απέναντι στο νονό και δίπλα σε μένα. Φορούσε ένα ωραίο αποκαλυπτικό μίνι φόρεμα. Εκείνος έβλεπε τα κορίτσια που πήγαιναν για απογευματινό μπάνιο με τα μικρά μπικίνι τους και τα θαύμαζε. Δεν ήταν σωστό μπροστά στη νονά, αλλά έτσι ήταν πάντα. Χυδαίος και σατράπης. – Αν είχες αυτή τη μελαχρινή, τι θα της έκανες, πες μου; με ρωτούσε. Αμ αυτή η μπαμπάτσικη ξανθιά; Τι σου λέει; Εγώ ντρεπόμουν. Γύριζα και κοίταζα τη νονά κι αυτή μου χαμογελούσε σαν να μου λέει: -Άστον θα τον περιποιηθούμε μετά. Βέβαια μετά κοιμήθηκε μαζί του.
Το πρωί με ξύπνησε η νονά. Έπρεπε να πάμε μαζί με το νονό για ψάρεμα στο ακρωτήρι.
Μπήκαμε βιαστικά στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε. Κοντά στο ακρωτήρι είχε μια μικρή παραλία κρυμμένη από τη δημοσιά. Εκεί ζήτησε η νονά να μας αφήσει για μπάνιο και εκείνος συνέχισε μερικά ακόμα χιλιόμετρα για τον ψαρότοπο. Μόλις κατεβήκαμε και πιάσαμε θέση στα αλμυρίκια, ανοίγει η νονά την τσάντα του μπάνιου και μένει αμίλητη. Είχε ξεχάσει τα μαγιό μας στην απλώστρα. Τώρα; Πως θα κάνουμε μπάνιο; Μου λέει. Με τα εσώρουχα; Της απαντώ. -Σιγά μην βρέξω το πανάκριβο μεταξωτό κιλοτάκι μου. Μου απαντά. Γύρισε και μην κοιτάς. Θα κολυμπήσω γυμνή. Μόλις πέσω γύρνα κι έλα και συ. Εγώ ντρεπόμουν να γδυθώ αλλά τι να έκανα; Δεν ήθελα να βρέξω το σλιπάκι μου.
Έτσι έβαλα το χέρι μπροστά στα αχαμνά μου και έτρεξα στη θάλασσα. Εκείνη ήδη κολυμπούσε στα βαθιά και την ακολούθησα. Πήγα κοντά της και χάζευα το γυμνό κορμί της να παίζει με το νερό. Ήταν τέλεια! Ξαφνικά πήρε ένα αεράκι και σήκωσε κύμα. Μου ζήτησε να πάμε προς το κοντινό λιμανάκι που εσκίαζε από τα βράχια. Της έριχνα νερό και μου έκανε το ίδιο. Ώρες -ώρες την άγγιζα δήθεν τυχαία και το δεχόταν με χαρά. Το αεράκι δυνάμωνε αλλά δεν μας ένοιαζε. Πατούσαμε κάτω και τιναζόμαστε απότομα στον αέρα βρέχοντας ο ένας τον άλλο.
Τα βυζάκια της νονάς μου τιναζόταν στον αέρα σαν μπαλονάκια με νερό σε παιδικό πάρτι. Μου γυάλισε το μάτι. Ήταν πράγματι ένα πάρτι για δύο. Δεν κρατήθηκα και πήγα κοντά της. Την άρπαξα από τη μέση και προσπαθούσα να δαγκώσω τις ρώγες της. Εκείνη το χαιρόταν και γελούσε με την καρδιά της. Έβαλα το χέρι μου από κάτω της. Είχε κάνει κάποιες αλλαγές. Το είχε ξυρίσει ολότελα όπως η κοπέλα στην ταινία. Την είδε και ζήλεψε, σκέφτηκα. Άρχισα να την χαϊδεύω πιο πολύ και αναστέναξε. Καλά πάμε, σκέφτηκα. Μάλλον θα γαμίσω σήμερα.
-Νονά, θέλεις να κάνουμε ότι έκαναν στην ταινία; Τη ρώτησα. Εκείνη συμμαζεύτηκε λίγο και με σχεδόν θλιμμένη φωνή μου αρνήθηκε. -Δεν κάνει, μου λέει. Είμαι νονά σου. Δεν πρέπει. Είμαι αδελφή της μαμάς σου. Έμεινα λίγο άφωνος. -Τι δεν κάνει; Της λέω. Αφού παίζουμε μαζί τόσο καιρό. Τότε δεν είσαι νονά μου; - Να βρε Μπόμπο μου, αυτά είναι παιχνίδια. Τούτο που μου ζητάς τώρα είναι σοβαρό. -Τι θα πει σοβαρό, συνέχισα εγώ προσπαθώντας να της αλλάξω γνώμη ενώ της έκανα μασάζ στο μουνάκι της. -Να βρε συ, αν μου χύσεις μέσα μπορεί να μείνω έγκυος. Τι θα πει ο κόσμος. Όλοι στην οικογένεια ξέρουν ότι ο νονός σου δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Οπότε τι θα σκεφτούν αφού είμαστε συνέχεια μαζί; Ε; Ότι εσύ με γκάστρωσες. Θα μας διώξουν από το νησί….
Εγώ σκέφτηκα πως ίσως να είχε δίκιο και της αντιπρότεινα να συνεχίσουμε το παιχνίδι μας με το νερό που πήγαινε τόσο καλά. Δεν ήθελα να την στεναχωρήσω. Την αγαπούσα τόσο πολύ και την θαύμαζα. Ήταν η Μάρθα Καραγιάννη μου. Η κούκλα μου η ζωντανή, η γκομενάρα μου. Στο δρόμο όλοι της σφύριζαν με θαυμασμό κι εγώ ζήλευα. Όλοι θα ήθελαν να την έχουν στο κρεβάτι τους αλλά εγώ ήμουν ο τυχερός. Εγώ την άγγιζα, τη φιλούσα την έγλυφα και της έχυνα στα μπούτια της. Γύρισα και την κοίταξα έτσι θλιμμένη με σκυμμένο το κεφάλι και την αγκάλιασα με στοργή.
-Μη μου στεναχωριέσαι της λέω και ακούμπησα το μάγουλό μου στο δικό της. -Εντάξει. Σου υπόσχομαι να μην σε πειράξω. Σ αγαπώ τόσο πολύ που δεν θέλω να νοιώθεις άβολα σε καμιά περίπτωση. Θα κάνουμε μόνο ότι θέλεις εσύ. Σου είμαι ευγνώμων που μου έδωσες τόσο πολλή αγάπη και χαρά όση κανένας στην ηλικία μου δεν έχει γνωρίσει. Εκείνη τράβηξε το κεφάλι της και την είδα να κλαίει γοερά. -Γιατί κλαις; την ρώτησα. -Γιατί κανένας άνδρας δεν μου έχει μιλήσει έτσι μέχρι τώρα. Είσαι ο ιππότης μου. Είσαι το αγόρι μου. Είπε και μου άρπαξε τα χείλια μου μέσα στα δικά της.
Την τρυφερή αυτή στιγμή διέκοψε ένας δυνατός αέρας που πήρε τα ρούχα μας από την παραλία και τα ταξίδευε προς τη δημοσιά. Τρέξαμε και οι δύο. Σε λίγο συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε θεόγυμνοι και δεν μπορούσαμε να πάμε παραπέρα. Πρόλαβα μια πετσέτα που έμπλεξε στα αλμυρίκια και την φόρεσα μπροστά μου. Έκρυψα τη νονά μου στα πυκνά δένδρα και έτρεξα να μαζέψω ότι μπορούσα. Βρήκα το σορτσάκι μου και το φορεματάκι της νονάς μου. έστω αυτά. Χάσαμε το πανάκριβο μεταξωτό κιλοτάκι της αλλά δεν πειράζει. Έστω θα ντυθούμε να μη μας βρει ο νονός γυμνούς.
Μοιραστήκαμε την πετσέτα και σαν να μην συνέβη τίποτα, συνεχίσαμε να χαϊδολογιόμαστε και να φιλιόμαστε. – Μη στεναχωριέσαι που δεν το κάναμε, μου λέει σε μια στιγμή. Κάποτε θα γίνει κι αυτό. Μου είπε για να με παρηγορήσει. Εγώ δεν της απάντησα, μόνο της το χάιδεψα απαλά. Μου άρεσε που ήταν ξυρισμένο και της το είπα. Μου υποσχέθηκε να μην το αφήσει ξανά απεριποίητο. Τη ζεστή κουβεντούλα μας διέκοψε η κόρνα του νονού που γύρισε έξαλλος. Ο αέρας, του είχε πάρει τις πετονιές και τις έκανε κουβάρι. Ούτε λέπι δεν έπιασε. Δεν του είπαμε τίποτα για το δικό μας πάθημα γιατί θα έπρεπε να του πούμε και για τον γυμνισμό που κάναμε και ότι ξεχάσαμε τα μαγιό στο σπίτι.
Έτσι περνούσαμε ωραία με τη νονά αλλά χωρίς κανονικό φίκι φίκι. Στα προφυλακτικά που τις πρότεινα δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη. – Ξέρεις τι θα πει «ατύχημα καπότας»; Μου έλεγε και γελούσε. Τόσα παιδάκια γεννιούνται έτσι. Δεν ξαναπήγαμε για ψάρεμα με το νονό. Μόλις έφευγε, εκείνη ερχόταν στο κρεβάτι μου, έπαιρνε το γόνατό μου ανάμεσα στα πόδια της και τριβόταν δυνατά μέχρι που να χύσει. Μετά μου τραβούσε μαλακία ή αν είχε όρεξη μου έπαιρνε μια πίπα ενώ της έγλυφα το μουνάκι. Ορίστε μου έλεγε. Περνάμε τόσο ωραία έτσι. Γιατί να το ρισκάρουμε με απρόοπτες εγκυμοσύνες;
Τελείωσα το 6ταξιο γυμνάσιο και δούλεψα σαν υδραυλικός μέχρι που παρουσιάστηκα στην Κόρινθο. 78Ε ΕΣΣΟ!! 136 σειράαααα!
Στο στρατόπεδο ως υδραυλικός ήμουν περιζήτητος και έπαιρνα πολλές άδειες. Μια μέρα πριν το φαγητό, με φωνάζει ο επιλοχίας στο γραφείο του και μου λέει: Μπόμπος Στομάχας, η μάνα σου είναι στη πύλη. Έχεις 3 διανυκτερεύσεις γιατί δεν έχεις άλλη άδεια. Ο Διοικητής μίλησε με τη μάνα σου και θα της κάνει τη χάρη να σε αφήσει το Σ/Κ έξω. Γυρίζεις τη Δευτέρα στην πρωινή αναφορά. Τρελάθηκα!! Τι ωραία να κοιμηθώ σε κανονικό κρεβάτι (χωρίς κοριούς) τρία βράδια! Βάζω γρήγορα τη στολή εξόδου, άρβυλα γιαλισμένα, δίκοχο στην πένα και δρόμο. Ρίχνω ένα «γεια σου» στο φρουρό και φτάνω τρέχοντας Πύλη. Ψάχνω τη μάνα μου, τίποτα. Ρωτάω την πύλη, μου δείχνουν ένα ΤΑΞΙ. Πάω κοντά, η νονά μου ήταν μέσα μέσα που μου έκανε νόημα να μπω γρήγορα.
Κατεβαίνοντας Κόρινθο, γέλασα όταν μου είπε ότι δήλωσε ως «μάνα μου» για να την συμπονέσει ο διοικητής και να με αφήσει έξω το Σαββατοκύριακο. Έκανε αυτό το ταξιδάκι γιατί με είχε αποθυμήσει και έπρεπε να με δει επειγόντως. Κατάλαβα ότι έπρεπε να τις φτιάξω τα υδραυλικά της αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Σαν πολύ σοβαρά μου τα έλεγε. Πήγαμε σε μια πιτσαρία και παράγγειλα μια κανονική μακαρονάδα. Όχι όπως του στρατού, μπλούμ. Όσο τρώγαμε εκείνη με κοίταζε αχόρταγα. Στο τέλος άκουγε τις στρατιωτικές μου περιπέτειες και έσκαγε στα γέλια. Με κρατούσε αγκαζέ θαρρείς και φοβόταν μην της φύγω. Με έβλεπε στο στόμα λες και μετρούσε τις μπουκιές μου.
Κάναμε μια βόλτα στην πόλη και πήγε να μου αγοράσει εσώρουχα και πολιτικά αλλά δεν την άφησα γιατί απαγορευόταν. Η στρατονομία γυρίζει και γράφει. Της λέω. Είχε ήδη σκοτεινιάσει και πήγαμε στο ξενοδοχείο που είχε αφήσει από πριν τα πράγματά της. Το δωμάτιο είχε ένα μεγάλο κρεβάτι για δύο. Την έστειλα να κάνει πρώτη μπάνιο. Βγήκε σχετικά γρήγορα με μια πετσέτα πάνω της και μου έκανε νόημα να μπω κι εγώ. Αυτή τη φορά δεν φορούσε εσώρουχα. Ήταν ολόγυμνη. Όπως μου είχε υποσχεθεί, ήταν ολότελα ξυρισμένη και περίμενε τα χάδια μου σαν ζητιανάκι. Με το νερό να τρέχει στα σώματά μας δεν μπορούσαμε να συγκρατηθούμε και αρχίσαμε τα φιλιά.
Μισο-σκουπισμένοι από τα νερά του μπάνιου τρέξαμε στο κρεβάτι. Στάθηκα και την καμάρωνα. Το σώμα της παρέμενε σφριγηλό και νεανικό. Το πρόσωπό της μου φαινόταν πιο γλυκό από ποτέ. Το κατάλευκο δέρμα της και οι καμπύλες της με καλούσαν κοντά όπως η σειρήνα τον Οδυσσέα. Έμοια ζε με Γιαπωνέζα Γκέισα. Είχε κόψει τα μαλλιά της όπως της Καραγιάννη με μια πυκνή αφέλεια που τις έκοβε χρόνια. Δεν την έκανες σαραντάρα με τίποτα. Την κοίταζα και δεν την χόρταινα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που με έκανε να αισθανθώ για πρώτη φορά άνδρας. Είχα μια στύση τρελή. Ξάπλωσα δίπλα της στο άνετο κρεβάτι και σφίξαμε τα χέρια με τα δάχτυλα πλεγμένα.
Την κοίταζα και με κοίταζε σαν να μην έχουμε ξαναδεί ο ένας τον άλλο. Σε λίγο με καβάλησε και με το άλλο χέρι οδήγησε το σηκωμένο πουλί μου μέσα της. Για πρώτη φορά ένιωθα τη ζέστη του κορμιού της να περνά μέσα μου και να με ανάβει. Να με καίει. Και αυτή η κάψα δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ. Χαλάρωσε και με σκέπασε με ο σώμα της συνεχίζοντας τις απαλές κινήσεις. Συνέχισε αυξάνοντας την ταχύτητα μέχρι που άρχισε πάλι να λαχανιάζει και να βογκά. -Είσαι σίγουρη ότι το θέλεις; Την ρώτησα σεβόμενος τις απόψεις της για την μεταξύ μας σχέση. -Ναι μου λέει. Το θέλω πολύ, πιο πολύ από ποτέ. Τότε ένα ηφαίστειο έσκασε μέσα της και μια λευκή καυτή λάβα περίχυσε το εσωτερικό του κορμιού της. Ήταν θεσπέσια. Μείναμε έτσι για πολύ ώρα. Εκεί μας πήρε η καταχνιά.
Το βραδάκι παραγγείλαμε ένα καφέ στην βεράντα και εκεί, μου εξήγησε ότι ήθελε ένα παιδί. Το συζήτησαν με το νονό. Πήγαν σε νοσοκομείο για τεχνητή γονιμοποίηση από άλλο δότη αλλά απέτυχε. Τότε σκέφτηκα ότι σου χρωστάω κάτι. Μου είπε κλαίγοντας, Κάτι που μου ζήτησες και τότε εγώ το αρνήθηκα φοβούμενη την κατακραυγή της οικογένειας για μένα και για σένα. Τώρα έχω άλλοθι. Αντί στο νοσοκομείο ήρθα εδώ σε σένα. Στο γιατρό μου. Αν κάνω παιδί θα ήθελα να είναι μόνο δικό σου. Την πήρα στην αγκαλιά μου και την χάιδεψα τρυφερά. Της σκούπισα τα μάτια και την πήγα στο κρεβάτι.
-Μακάρι να το είχες σκεφτεί από τότε. Θα σου είχα κάνει πολλά παιδιά καλή μου νονά. Της είπα σκουπίζοντας τα τελευταία της δάκρυα της με τα φιλιά μου. Συνέχισα πιο χαμηλά στα σφριγηλά της στήθη, στην κοιλιά της κι ακόμα χαμηλότερα στα καλλίγραμμα πόδια της. Μετά την γύρισα από πίσω και συνέχισα με ένα απαλό μασάζ σε όλο το σώμα της. Τότε ξαναγύρισε το χαμόγελο και η ευτυχία στο πρόσωπό της. Έτσι περάσαμε όλο το Σαββατοκύριακο παίζοντας στο κρεβάτι και την Δευτέρα το πρωί έπρεπε να φύγω. Τότε με ένα καυτό φιλί αποχωριστήκαμε αλλά όχι για πάντα.
Γυρίζοντας στο στρατόπεδο με περίμενε μια έκπληξη. Η νονά μου άφησε κι ένα γερό κομπόδεμα από τα λεφτά που θα έδινε στο νοσοκομείο, έτσι, για να έχω άνεση στο στρατιωτικό μου. Τα είχε τρυπώσει μέσα στο σακίδιό μου. Της τα επέστρεψα στην πρώτη κανονική μου άδεια αλλά δεν τα κράτησε… είχε δρομολογηθεί η εγκυμοσύνη της και ήταν πολύ ευτυχισμένη.
Στη συνέχεια αφιέρωσε τη ζωή της στην κόρη της και χαθήκαμε. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε. Η νονά μου είναι πια γερόντισσα αλλά πάντα είναι γλυκιά μαζί μου. Παντρεύτηκα κι εγώ, όμως βλέπω τακτικά και τη μικρή που είναι κι αυτή παντρεμένη αλλά άτεκνη. Η ξαδελφούλα μου… η Κάτια που όλο με πειράζει. Μπόμπ με φωνάζει γιατί μοιάζω λέει του σκύλου της… χα χα χα
ΤΕΛΟΣ
8ヶ月前