Η Βίνα, η Ντίνα, η Ζήνα και τα μαθήματα κιθάρας
Η Βίνα, η Ντίνα, η Ζήνα και τα μαθήματα κιθάρας
Σενάριο για παιχνίδι ρόλων ενηλίκων του Book Hill
Έχω ένα παλιό σπίτι κοντά στο δικό μου και το νοικιάζω επιτρέποντας τα κατοικίδια. Έτσι το είδε και μια οικογένεια αστυνομικού με σκύλο και 2 παιδιά. Ένα αγόρι στην εφηβεία κι ένα κορίτσι ακαθορίστου ηλικίας, ντυμένη σαν "Λολίτα".
Στην πρώτη επίσκεψη να δουν το σπίτι, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο τους έπαθα πλάκα. Πρώτη βγήκε η σκύλα, η Ζήνα με μαύρο λουράκι στο λαιμό. Μετά βγήκε η μαμά η Ντίνα που φορούσε κι αυτή μαύρο λουράκι βελούδο. Μια ωραία ψηλή κυρία στα 40 με μαλλί «Μέρλιν Μονρόε» και αποκαλυπτικό ντύσιμο. Ένα στενό και κοντό φορεματάκι σε χρώμα δέρματος, μπεζ θα έλεγα.
Μετά βγήκε η κόρη η Βίνα, με ελαστικό δανδελέ λουράκι κι αυτή στο λαιμό, ένα μωβ στράπλες, ίσα να καλύπτει τα στήθη της και ένα μαύρο μίνι κλοσσάτο που όταν γύριζε πίσω, διέκρινες από κάτω της ένα όμορφο «ω», για φάγωμα, πριν αρχίσουν οι ατέλειωτες γάμπες της. Κιλοτάκι δεν φαινόταν, ή δεν υπήρχε ή ήταν απλή «χορδή κιθάρας».
Μαμά και κόρη φορούσαν ψεύτικες βλεφαρίδες και γενικά το βάψιμό τους παρέπεμπε σε κορίτσια από γιαπωνέζικο ανιμέ καρτούν. Ο Μπαμπάς, ο «έλα Αλέκο» κοντός, ψευτόμαγκας, βλαχαδερό που τα ήξερε όλα κι ο μικρός, ο «Ντέννυ ο τρομερός», ήσυχος, μάλλον νορμάλ για την ηλικία του με κοντοπαντέλονο και τσουλούφι προς τα πίσω.
Όταν μπήκαν να δουν το σπίτι, τους άρεσε (δεν βρίσκεις εύκολα σπίτι με ανοχή στα κατοικίδια) και η μαμά κανόνιζε για το που θα μπουν τα έπιπλα.
-Αλέκο, σ αυτό το δωμάτιο θα κοιμάσαι εσύ με την κόρη σου και στο ανατολικό εγώ με το μικρό.
Τι ανωμαλία είναι αυτή; Σκέφθηκα … Άμα θέλει το ζευγάρι να πηδηχτεί αλλάζουν κρεβάτια; Ή πάνε στο λουτρό; Τι να πω; Περί ορέξεως ουδείς λόγος. Αμ’ το άλλο δεν σας το είπα. Η Ζήνα, το σκυλί τους, ήταν ερωτευμένη, λέει, με τον Αλέκο και νόμιζε ότι αυτός την είχε αφήσει έγκυο. Έτσι παρουσίαζε όλα τα συμπτώματα ψευδο-εγκυμοσύνης, έπαιρνε χάπια και δεν μπορούσε να πάει για δουλειά στην αστυνομία. Έτσι έμενε σπίτι. Άρχιζα να φρικάρω!!
Να σας πω λίγο για τη μικρή. Η ομοιότητα της με τη μαμά ήταν τρομακτική που την έλεγες καρμπόν. Εκτός από το μαλλί που ήταν ίσιο μακρύ και καστανό. Είχε και μια ανέμελη παιδικότητα που δεν έλλειπε κι από τη μαμά, μάλλον μιμούμενη την κόρη της. Θαρρείς πως όλοι ήρθαν απ ευθείας από πάρτι Κος-πλέϋ...
Πάνω που συμφωνούσαμε την τιμή του ενοικίου μου λέει η μαμά.
-Κύριε Μπόμπι, είδαμε στο προφίλ σας ότι παίζετε καλή κιθάρα. Μήπως θα μπορούσατε να κάνετε μαθήματα στη Βίνα που της αρέσει πολύ.
-Βεβαίως, θα το κανονίσουμε. Πολύ ευχαρίστως, της απάντησα.
Σε λίγες μέρες μετακόμισαν. Τους βοήθησα και πράγματι έβαλαν ένα διπλό κρεβάτι στο δυτικό και το ίδιο στο ανατολικό υπνοδωμάτιο. Η κόρη με τον μπαμπά τακτοποίησαν τα ρούχα τους στο ένα και η μαμά με το μικρό πήγαν στο άλλο. Η σκυλίτσα ακολουθούσε τον Αλέκο όπου πήγαινε και τον έβλεπε μες τα μάτια. Τώρα το στο καλό συμβαίνει, ο καθένας θα έβαζε στο μυαλό του διάφορα.
Ο αδελφός μου ο Ντάνυ (Θανάσης ελληνιστί) είναι υδραυλικός και τον έστειλα να κάνει τις συνδέσεις σε πλυντήριο κλπ. Η μαμά τον καλοδέχτηκε με κομπλιμέντα και χάδια. Και λέω εγώ «Ρε λες ο μπαμπάς να μαλακίζεται με την κόρη τα βράδια και να αφήνει τη γυναίκα του αγάμητη;» Αν είναι έτσι η 40αρα θα τον φάει σίγουρα από τον αδελφό μου που είναι καμάκι σε «ώριμες κυρίες που αγαπούν το σεξ» (ΜΙΛΦάκια).
Μέχρι που ήρθε η μέρα που έπρεπε να ξεκινήσουμε μαθήματα κιθάρας με τη Βίνα. Μπήκε λοιπόν μέσα στο στούντιο με το μινάκι της και σίγουρο το λουράκι στο λαιμό. Την ακολούθησε και η μαμά για να νιώσει άνετα. Έμεινε για λίγα λεπτά και αφού περιεργάστηκε τον χώρο, μας ευχήθηκε καλό μάθημα μου είπε κάτι που σοκαρίστηκα.
-Κύριε Μπομπ, δεν ξέρω ποιες μεθόδους ακολουθείτε στην εκμάθηση σας, αλλά να ξέρετε πως αν δεν μαθαίνει η μικρή να την τιμωρείτε. Είπε και κούνησε το χέρι της σαν να θέλει να δείρει κάποιον.
-Ε! όχι κι έτσι!! Της απάντησα γελώντας. Θα μάθει γρήγορα κιθάρα. Είναι έξυπνο κορίτσι.
-Μωρέ εμείς με την τιμωρία μεγαλώσαμε. Τι πάθαμε; Γίναμε καλύτεροι άνθρωποι. Δεν είπαμε να την σκοτώσετε!! Μερικά χαστουκάκια όμως χρειάζονται, έτσι να κυκλοφορεί το αίμα και να την ξυπνάει. Της αρέσει….. κι ο μπαμπάς της το κάνει.
Έμεινα άφωνος. Έκανα κάμποσα λεπτά να συνέλθω κι όταν ισορρόπησα την έβαλα να καθίσει στην καρέκλα απέναντί μου. Της έδωσα υποπόδιο (σκαμνάκι να πατά) και της θύμισα τα βασικά για την κιθάρα. (υποτίθεται ότι είχε κάνει κάποια μαθήματα). Όταν κάθισα στην καρέκλα μου, το μάτι μου πήγε απ ευθείας στα σκέλια της μικρής. Ε! που αλλού;Διέκρινα ένα μαύρο τριγωνάκι, που δεν μπορούσα να δω καθαρά λόγω φωτισμού αν είναι κιλοτάκι ή τριχούλες.
Προσπάθησα να της δείξω την θέση του Λα ματζόρε αλλά τα δάχτυλά της έφευγαν. Γι αυτό σηκώθηκα και στάθηκα από πίσω της να την βοηθήσω κρατώντας το αριστερό χέρι της στην ταστιέρα. Ένωσα να την περνά ένα ρίγος όποτε την ακουμπούσα. Μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες της πέταξα αυτό που ίσως θα ήθελε να ακούσει.
-Αν δεν το κάνεις αυτό, θα σε τιμωρήσω… της είπα χαριτολογώντας.
Δεν το εννοούσα βέβαια αν και με εξιτάριζε η ιδέα να έχω το πάνω χέρι. Πάντως δεν μου είχε τύχει κάτι παρόμοιο μέχρι τώρα και δεν ήξερα πως να το διαχειριστώ. Η μικρή γύρισε και με κοίταξε με τρόμο στα μάτια και μετά από λίγο με τρεμάμενη φωνή μου απάντησε..
-Αχ, τι θα μου κάνετε κύριε;
-Τίποτα.. τίποτα αστειεύομαι. Βιάστηκα να απαντήσω.
-Κρίμα.. ίσως με βοηθούσε να μάθω κιθάρα πιο γρήγορα..
Βρε λες να είναι βιτσιόζικο το κοριτσάκι κι εγώ πάω να χάσω την ευκαιρία της ζωή μου; Την πλησίασα, έβαλα τα χέρια πίσω και περιφερόμενος πάνω κάτω άρχισα την ανάκριση.
-Ο μπαμπάς σου σε τιμωρεί αν δεν κάνεις κάτι σωστά;
-Ναι, το βράδυ στο κρεβάτι, μου λέει με χαμηλωμένα μάτια.
-Πως; Τι σου κάνει δηλαδή;
-Δεν μπορώ να σας πω. Έχω ορκιστεί και πρέπει να τον υπακούω, μου λέει.
Να τα μας!!! Γι αυτό κοιμάται μαζί της!! Την έχει δουλάκι του και απ’ ότι φαίνεται της αρέσει.
-Η μαμά σου τι λέει. Το ξέρει; Την ξαναρωτώ.
-Ναι, και βέβαια τα ξέρει, μου λέει σηκώνοντας για πρώτη φορά το βλέμμα. Όταν επέμβει και του πει να σταματήσει αυτό που μου κάνει, την τιμωρεί κι εκείνη.
Ομαδική παρτούζα με σκαμπίλια και ξύλο σε μάνα και κόρη. Σκέφτηκα. Όρε κατακαημένη Αράχοβα!! Από κει ήταν ο Αλέκος.
-Ο αδελφός σου; Τι κάνει. Τον τιμωρεί κι εκείνον;
-Όχι ποτέ. Εκείνος έρχεται και μας βλέπει για να μαθαίνει πως να μας τιμωρεί όταν μεγαλώσει.
Ήταν αρκετά όσα άκουσα για να καταλάβω το σκηνικό. Αυτό που με ενδιέφερε διακαώς ήταν να μπω στο παιχνίδι αλλά δεν έπρεπε να βρεθώ μπλεγμένος. Σηκώθηκα και πήγα από πίσω της. Την άρπαξα από το σβέρκο και την πίεσα ελαφρά βάζοντας το χέρι μου γύρω από το λουράκι της. Χαμήλωσα και της ψιθύρισα στο αφτί, χαϊδεύοντας τους ώμους της.
-Αν δεν μάθεις γρήγορα κιθάρα, δεν θα περάσουμε καλά… (τι λέω στο κοριτσάκι ο άτιμος!!!)
Της έσφιξα λίγο περισσότερο τον αυχένα και είδα τα πόδια της να τρέμουν. Την λυπήθηκα αλλά αφού είχα και την σύμφωνη γνώμη της μαμάς γιατί να μην προχωρήσω.
-Σε πονάει; Την ρώτησα ενώ το χέρι μου πέρασε μέσα στο ντεκολτέ της και φτάνοντας στο βυζάκι της. Η ρώγα της ήταν κάγκελο. Είχε ανατριχιάσει. Το δέρμα της ήταν σαν μαδημένη κότα. Πίεσα τα δάχτυλά μου στρίβοντας δεξιά κι αριστερά για να καυλώσει. Είχε κλείσει τα μάτια και ρουθούνιζε. Κόντεψε να τις πέσει η κιθάρα από τα χέρια. Την έπιασα και την έβαλα στο σταντ.
Από πίσω που ήμουν έσκυψα και πέρασα και τα δυο μου χέρια στο ντεκολτέ της. Έτριβα και τις δύο ρώγες ταυτόχρονα. Ύστερα χούφτωσα τα βυζιά της που ήταν αρκετά μεγάλα, αλλά πολύ σφιχτά και τα έσφιξα απαλά μια και μετά δυνατότερα.
-Πες μου αν πονέσεις. Της λέω στο αφτί.
Μου κούνησε το κεφάλι αρνητικά κι εγώ συνέχισα να τα σφίγγω και να τσιμπάω τις ρώγες της..
-Θα μάθεις κιθάρα σκροφάκι; Της λέω προσποιούμενος το σκληρό. Οι γονείς σου με πληρώνουν. Τι θα τους πω μετά από λίγο; Ξέρετε η κόρη σας ήταν αδιάφορη; Θέλεις να χάσω τη φήμη μου σαν δάσκαλος μουσικής;
Της φώναξα για να την τρομάξω λίγο. Μου κούνησε πάλι το κεφάλι αρνητικά. Είχα μπει σε δύσκολα μονοπάτια αλλά θα προχωρούσα. Μου άρεσε πολύ. Να έχεις το μικρό και να το τιμωρείς με τσιμπιές, ξύλο, πίπες και γαμήσι. Έτσι κάπως φαντάστηκα ότι έχει μάθει. Της έδωσα πίσω την κιθάρα και της ζήτησα να παίξει. Απ ευθείας μου έβγαλε τέλεια όλα τα ακόρντα που της έδειξα πριν.
-Ωραία. Μπράβο Βινάκι της λέω. Θέλεις να σου μάθω κι άλλα;
Μου κούνησε το κεφάλι θετικά με χαρά. Δεν την γλυτώνει, θα τη γαμίσω απ’ το πρώτο μάθημα.
Πάνω στην ώρα μπαίνει μέσα στο στούντιο ο αδελφός μου σαν τρελός. Με βουτάει και με σέρνει έξω και κλείνει την πόρτα να μην ακούει η μικρή.
-Ρε Μπόμπι, μου λέει ξέρεις που ήμουν τώρα; Στη μάνα της μικρής. Πήγα να φτειάξω το πλυντήριο.
- Ωραία, το έφτειαξες; Τι είχε.
-Τίποτα!! Ένα κόκκινο στριγκάκι σφηνωμένο επίτηδες στο κάδο.
-Τυχεράκια!! Του φώναξα και γέλασα. Το μύρισες; Το έγλυψες;
- Άκου, μου λέει. Το έβγαλα και της το έδωσα. Εκείνη μου είπε ότι της λείπει κι ένα μαύρο. Όταν της είπα ότι δεν υπάρχει άλλο εκεί μέσα, δεν με πίστεψε και ζήτησε να μπει στον κάδο για να δει. Έσκυψε, γονάτισε μπροστά μου και έβαλε το κεφάλι της στον κάδο. Όμως δεν φορούσε κιλότα και είχε μια κωλάρα σκέτη καύλα.
-Μη μου πεις ότι τη γάμησες!! Που ήταν ο μπάτσος;
-Υπηρεσία όλο το βράδυ με το σκύλο. Ψάχνουν ναρκωτικά.
- Λοιπόν λέγε παρακάτω, του λέω με ανυπομονησία…
-«Σπρώξε με να πάω πιο μέσα μου» λέει. Ε τι να έκανα; Μου είχε γίνει πέτρα το πουλί μου. Τον πέταξα έξω και της τον κάρφωσα όλον μέσα στο μουσκεμένο μουνί της. Την έσπρωχνα στον κάδο για πολλή ώρα, μέχρι που την λυπήθηκα και την άφησα να σηκωθεί.
«Συγνώμη που δεν σε πίστεψα» μου λέει, «γι αυτό πρέπει να με τιμωρήσεις σκληρά». Γονάτισε μπροστά μου με τα χέρια πίσω και άρχισε να μου τον παίρνει τσιμπούκι. Τον πίεζε μέσα στο λαιμό της και κόντεψε να σκάσει. Χάλια έγινε! Δάκρυα , σάλια, την λυπήθηκα. Την κάθισα πάνω μου την πηδούσα και τις έδινα σκαμπίλια στον κώλο. Έχυνε συνέχεια. Μόλις πήρε είδηση ότι θα χύσω, κατέβηκε, μου τον πήρε στο στόμα, τα μπούκωσε όλα και μου τον καθάρισε με την γλώσσα της.
-Τι μου λες τώρα; Ρε συ, εγώ έχω τη μικρή κάτω και μάλλον θέλει τα ίδια. Δεν ξέρω τι να κάνω..
-Πήδα την Μπόμπ!! Ξέσκισέ το πουτανάκι!!! Αλλά… Σώπα τώρα. Είναι από πίσω σου και μας ακούει. Μου λέει ο αδελφός μου.
Πράγματι είχε ανοίξει την πόρτα του στούντιο και μας κοίταζε με ένα παραπονεμένο ύφος. Την ίδια στιγμή βγήκε και η κυρία Ντίνα στο μπαλκόνι και κάλεσε την Βίνα να πάει σπίτι.
-Να μη σας γινόμαστε και βάρος, μου λέει… Να συνεχίσει αύριο πάλι. Ήταν καλή μαζί σας; Υπάκουη;
- Ναι πως!! Πολύ καλή και πολύ υπάκουη. Δεν της είπα για τις τσιμπιές που έφαγε στις ρώγες της μέχρι να παίξει το Λα+.
-Μαμά ο κύριος μου έμαθε το Λα μαζόρε, φώναξε η Βίνα όλο χαρά.
-Πες ένα «ευχαριστώ» στον κύριο Μπόμπυ, μην είσαι αγενής!! της λέει η μάνα της.
Με ευχαρίστησε με χαμόγελο και πήγε σπίτι.
Την άλλη μέρα να σου την πάλι την ίδια ώρα… τοκ τοκ την πόρτα του εργαστηρίου. Της άνοιξα και της έδωσα καρέκλα να καθίσει απέναντί μου. Της έβαλα το πάτημα λίγο πιο υπερυψωμένο από χτες και άναψα το επιδαπέδιο λαμπατέρ για να βλέπω το βρακάκι της. Όταν κάθισα στην καρέκλα απλώς θαύμασα ένα νεανικό ξυρισμένο ζουμερό μουνάκι να μου χαμογελάει. Δεν φορούσε τίποτα!! Της ζήτησα να μου παίξει το Λα, αλλά μάλλον Ντο δίεση έβγαινε από τα δαχτυλάκια της. Πλησίασα και γονάτισα κρατώντας μια μπαγκέτα του ντραμς.
-Αν δεν παίζεις σωστά θα τρως μια ξυλιά πάνω στα μπουτάκια. Σύμφωνοι; Τη ρώτησα.
Και βέβαια ξεκινήσαμε με λάθος ακόρντο. Η πρώτη ξυλιά ήταν ελαφριά και προειδοποιητική. Η δεύτερη όλο και πιο μέσα, όλο και πιο δυνατή. Μέχρι που φτάσαμε στο μουνάκι. Της σήκωσα τη φούστα και της έριξα μια ξυλιά πάνω στο ξυρισμένο μουνάκι της. Μετά κι άλλη μέχρι που κοκκίνησε. Έβαλα την μπαγκέτα στην καρέκλα της ευθεία, σημαδεύοντας την τρυπούλα της και την έσπρωχνα με το στήθος μου όλο και περισσότερο μέχρι που άρχισε να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο μουνί της.
-Να προσπαθήσω άλλη μια φορά. Μου λέει με λυπημένο ύφος.
- Όχι, της απαντώ αυστηρά. Θα κάνουμε την ίδια τιμωρία με χθες κι ελπίζω να βάλεις μυαλό. Αλλιώς θα έρθουν τα χειρότερα.
Πήρα την κιθάρα από τα χέρια της και πέρασα τα χέρια μου κάτω από το μικρό τοπάκι της. Οι ρώγες της ήταν καυλωμένες περισσότερο από χτες. Άρχισα να τσιμπώ, να τις στριβώ και να παίζω με τα βυζιά της. Είχα λυσσάξει. Όρμησα και τις έγλυφα και τις δάγκωνα αλύπητα.
-Σας παρακαλώ λυπηθείτε με κύριε. Τόλμησε να ξεστομίσει αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή δε αναγνώριζα τον εαυτό μου. Ήμουν θηρίο ανήμερο. Αγρίμι της ζούγκλας!! τι να λυπηθώ;
-Γιατί να σε λυπηθώ; Της απάντησα. Εσύ είσαι ένα παλιοπουτανάκι που δεν πρόκειται να μάθεις ποτέ σου κιθάρα. Εσύ με λυπάσαι που ροκανίζεις άδικα το χρόνο μου; Ε; όχι! .
Έτσι άρχισε ο εξευτελισμός της… τα διάβαζα κάποτε αλλά δεν πίστευα ότι θα συμβούν και σε μένα. Κι όμως ξυπνά μέσα σου το τέρας, η πείνα να κάνεις τον άλλο σκουπίδι και στο τέλος να πηδήσεις ένα ράκος. Δεν έχω τύψεις γιατί είναι πράγματι ένα παιχνίδι με κοινή συναίνεση που διασκεδάζουν αμφότεροι.
Την πήρα και την πέταξα στο πάτωμα. Της άνοιξα τα μπούτια και της έριξα μερικές ακόμα ξυλιές. Στο τέλος άρχισα να την πηδάω με τα δυο ξύλα του ντραμς μαζί. Βερνικωμένα και λεία, γλιστρούσαν άνετα μέσα έξω στο μουσκεμένο μουνάκι της.
-Πες μου πως είσαι ένα πουτανάκι και με απασχολείς άδικα, αλλιώς θα σου χώσω και τρίτο ξύλο στο μουνί.
Δεν μιλούσε καθόλου. Ήθελε μάλλον κι άλλο. Αγκομαχούσε και κάθε λίγο είχε οργασμούς. Της είπα να χύνει μόνο όταν προστάξω εγώ. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά ενώ έκλαιγε από καύλα.
-Τώρα θα σου γαμήσω το κωλαράκι της λέω , για να με θυμάσαι.
Πήγα στο ψυγείο και έφερα λίγο βούτυρο που της το έχωσα στον κώλο με το δάχτυλο. Άρχισε αμέσως να λειώνει και μαζί του η Βίνα, κάτω από την πίεση των δαχτύλων μου. Την έβαλα να κρατάει την καρέκλα και γονάτισα από πίσω της. Πίεσα τον πούτσο μου στην κωλοτρυπίδα της που γλίστρησε γρήγορα μέσα. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και της έκλεισα το στόμα για να μην την ακούσει η μάνα της απέναντι. Από εκείνη την στιγμή άρχισε ένα ανελέητο ξεκώλιασμα της μικρής που δεν το είχα ξανακάνει ποτέ στη ζωή μου.
Δεν μπορούσα να χύσω από την ένταση και δεν της επέτρεπα να χύσει φωναχτά για να μη με προκαλέσει και τελειώσω. Ήθελα να κρατήσει όλο αυτό όσο πιο πολύ γινόταν. Εκείνη, κάθε φορά που έχυνε έβαζε το χέρι στο στόμα και έκλαιγε από την ηδονή. Πηδιόμασταν για πολλή ώρα και φοβήθηκα μην πλακώσει κανένας πατέρας της. Δεν ξέρεις πως θα το πάρει. Έτσι τον έβγαλα από τον κώλο της και της ζήτησα να γυρίσει για να της χύσω στο στόμα. Τον μπούκωσε χωρίς αντιρρήσεις και σε λίγο της γέμισα το στόμα με χύσια.
-Κατάπιε τα όλα σκροφάκι, της λέω. Αυτά σου αξίζουν. Μου θέλεις και κιθάρα. Παλιόμουνο. (το μπιμπελό; )
Αφού τα κατάπιε όλα τα χύσια, έγειρε πάνω στα γόνατά μου το πρόσωπό της και έκλεισε τα μάτια. Την λυπήθηκα και της χάιδεψα το ιδρωμένο κεφάλι.
-Αυτά σου κάνει το βράδυ ο μπαμπάς σου; Την ρώτησα.
Γύρισε με κοίταξε αστραπιαία και μου απάντησε μονολεκτικά, χαμηλώνοντας αμέσως πάλι το βλέμμα.
-Χειρότερα…
Ύστερα πήρε στα χέρια της την κιθάρα της και μου έπαιξε άψογα ένα κομμάτι της Αρλέτας. «Τα ήσυχα βράδια η Αθήνα θα λάμπει, σαν μεγάλο καράβι και θα ‘σαι μέσα εσύ…» Έπαθα πλάκα. Την αγκάλιασα και την φίλησα. Χάθηκε μέσα στην αγκαλιά μου έτσι γυμνούλα και ταλαιπωρημένη όπως ήταν.
-Είδατε τι μπορεί να κάνει μια καλή τιμωρία κύριε;
Την καθάρισα λίγο υγρά μαντηλάκια, την έντυσα και την έστειλα σπίτι της να ξεκουραστεί. Ελπίζω αύριο να έλθει πάλι…. αδιάβαστη….. προβλέπω ότι δεν θα περάσουμε καλά.
Βοok.... >>> συνεχίζεται
Σενάριο για παιχνίδι ρόλων ενηλίκων του Book Hill
Έχω ένα παλιό σπίτι κοντά στο δικό μου και το νοικιάζω επιτρέποντας τα κατοικίδια. Έτσι το είδε και μια οικογένεια αστυνομικού με σκύλο και 2 παιδιά. Ένα αγόρι στην εφηβεία κι ένα κορίτσι ακαθορίστου ηλικίας, ντυμένη σαν "Λολίτα".
Στην πρώτη επίσκεψη να δουν το σπίτι, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο τους έπαθα πλάκα. Πρώτη βγήκε η σκύλα, η Ζήνα με μαύρο λουράκι στο λαιμό. Μετά βγήκε η μαμά η Ντίνα που φορούσε κι αυτή μαύρο λουράκι βελούδο. Μια ωραία ψηλή κυρία στα 40 με μαλλί «Μέρλιν Μονρόε» και αποκαλυπτικό ντύσιμο. Ένα στενό και κοντό φορεματάκι σε χρώμα δέρματος, μπεζ θα έλεγα.
Μετά βγήκε η κόρη η Βίνα, με ελαστικό δανδελέ λουράκι κι αυτή στο λαιμό, ένα μωβ στράπλες, ίσα να καλύπτει τα στήθη της και ένα μαύρο μίνι κλοσσάτο που όταν γύριζε πίσω, διέκρινες από κάτω της ένα όμορφο «ω», για φάγωμα, πριν αρχίσουν οι ατέλειωτες γάμπες της. Κιλοτάκι δεν φαινόταν, ή δεν υπήρχε ή ήταν απλή «χορδή κιθάρας».
Μαμά και κόρη φορούσαν ψεύτικες βλεφαρίδες και γενικά το βάψιμό τους παρέπεμπε σε κορίτσια από γιαπωνέζικο ανιμέ καρτούν. Ο Μπαμπάς, ο «έλα Αλέκο» κοντός, ψευτόμαγκας, βλαχαδερό που τα ήξερε όλα κι ο μικρός, ο «Ντέννυ ο τρομερός», ήσυχος, μάλλον νορμάλ για την ηλικία του με κοντοπαντέλονο και τσουλούφι προς τα πίσω.
Όταν μπήκαν να δουν το σπίτι, τους άρεσε (δεν βρίσκεις εύκολα σπίτι με ανοχή στα κατοικίδια) και η μαμά κανόνιζε για το που θα μπουν τα έπιπλα.
-Αλέκο, σ αυτό το δωμάτιο θα κοιμάσαι εσύ με την κόρη σου και στο ανατολικό εγώ με το μικρό.
Τι ανωμαλία είναι αυτή; Σκέφθηκα … Άμα θέλει το ζευγάρι να πηδηχτεί αλλάζουν κρεβάτια; Ή πάνε στο λουτρό; Τι να πω; Περί ορέξεως ουδείς λόγος. Αμ’ το άλλο δεν σας το είπα. Η Ζήνα, το σκυλί τους, ήταν ερωτευμένη, λέει, με τον Αλέκο και νόμιζε ότι αυτός την είχε αφήσει έγκυο. Έτσι παρουσίαζε όλα τα συμπτώματα ψευδο-εγκυμοσύνης, έπαιρνε χάπια και δεν μπορούσε να πάει για δουλειά στην αστυνομία. Έτσι έμενε σπίτι. Άρχιζα να φρικάρω!!
Να σας πω λίγο για τη μικρή. Η ομοιότητα της με τη μαμά ήταν τρομακτική που την έλεγες καρμπόν. Εκτός από το μαλλί που ήταν ίσιο μακρύ και καστανό. Είχε και μια ανέμελη παιδικότητα που δεν έλλειπε κι από τη μαμά, μάλλον μιμούμενη την κόρη της. Θαρρείς πως όλοι ήρθαν απ ευθείας από πάρτι Κος-πλέϋ...
Πάνω που συμφωνούσαμε την τιμή του ενοικίου μου λέει η μαμά.
-Κύριε Μπόμπι, είδαμε στο προφίλ σας ότι παίζετε καλή κιθάρα. Μήπως θα μπορούσατε να κάνετε μαθήματα στη Βίνα που της αρέσει πολύ.
-Βεβαίως, θα το κανονίσουμε. Πολύ ευχαρίστως, της απάντησα.
Σε λίγες μέρες μετακόμισαν. Τους βοήθησα και πράγματι έβαλαν ένα διπλό κρεβάτι στο δυτικό και το ίδιο στο ανατολικό υπνοδωμάτιο. Η κόρη με τον μπαμπά τακτοποίησαν τα ρούχα τους στο ένα και η μαμά με το μικρό πήγαν στο άλλο. Η σκυλίτσα ακολουθούσε τον Αλέκο όπου πήγαινε και τον έβλεπε μες τα μάτια. Τώρα το στο καλό συμβαίνει, ο καθένας θα έβαζε στο μυαλό του διάφορα.
Ο αδελφός μου ο Ντάνυ (Θανάσης ελληνιστί) είναι υδραυλικός και τον έστειλα να κάνει τις συνδέσεις σε πλυντήριο κλπ. Η μαμά τον καλοδέχτηκε με κομπλιμέντα και χάδια. Και λέω εγώ «Ρε λες ο μπαμπάς να μαλακίζεται με την κόρη τα βράδια και να αφήνει τη γυναίκα του αγάμητη;» Αν είναι έτσι η 40αρα θα τον φάει σίγουρα από τον αδελφό μου που είναι καμάκι σε «ώριμες κυρίες που αγαπούν το σεξ» (ΜΙΛΦάκια).
Μέχρι που ήρθε η μέρα που έπρεπε να ξεκινήσουμε μαθήματα κιθάρας με τη Βίνα. Μπήκε λοιπόν μέσα στο στούντιο με το μινάκι της και σίγουρο το λουράκι στο λαιμό. Την ακολούθησε και η μαμά για να νιώσει άνετα. Έμεινε για λίγα λεπτά και αφού περιεργάστηκε τον χώρο, μας ευχήθηκε καλό μάθημα μου είπε κάτι που σοκαρίστηκα.
-Κύριε Μπομπ, δεν ξέρω ποιες μεθόδους ακολουθείτε στην εκμάθηση σας, αλλά να ξέρετε πως αν δεν μαθαίνει η μικρή να την τιμωρείτε. Είπε και κούνησε το χέρι της σαν να θέλει να δείρει κάποιον.
-Ε! όχι κι έτσι!! Της απάντησα γελώντας. Θα μάθει γρήγορα κιθάρα. Είναι έξυπνο κορίτσι.
-Μωρέ εμείς με την τιμωρία μεγαλώσαμε. Τι πάθαμε; Γίναμε καλύτεροι άνθρωποι. Δεν είπαμε να την σκοτώσετε!! Μερικά χαστουκάκια όμως χρειάζονται, έτσι να κυκλοφορεί το αίμα και να την ξυπνάει. Της αρέσει….. κι ο μπαμπάς της το κάνει.
Έμεινα άφωνος. Έκανα κάμποσα λεπτά να συνέλθω κι όταν ισορρόπησα την έβαλα να καθίσει στην καρέκλα απέναντί μου. Της έδωσα υποπόδιο (σκαμνάκι να πατά) και της θύμισα τα βασικά για την κιθάρα. (υποτίθεται ότι είχε κάνει κάποια μαθήματα). Όταν κάθισα στην καρέκλα μου, το μάτι μου πήγε απ ευθείας στα σκέλια της μικρής. Ε! που αλλού;Διέκρινα ένα μαύρο τριγωνάκι, που δεν μπορούσα να δω καθαρά λόγω φωτισμού αν είναι κιλοτάκι ή τριχούλες.
Προσπάθησα να της δείξω την θέση του Λα ματζόρε αλλά τα δάχτυλά της έφευγαν. Γι αυτό σηκώθηκα και στάθηκα από πίσω της να την βοηθήσω κρατώντας το αριστερό χέρι της στην ταστιέρα. Ένωσα να την περνά ένα ρίγος όποτε την ακουμπούσα. Μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες της πέταξα αυτό που ίσως θα ήθελε να ακούσει.
-Αν δεν το κάνεις αυτό, θα σε τιμωρήσω… της είπα χαριτολογώντας.
Δεν το εννοούσα βέβαια αν και με εξιτάριζε η ιδέα να έχω το πάνω χέρι. Πάντως δεν μου είχε τύχει κάτι παρόμοιο μέχρι τώρα και δεν ήξερα πως να το διαχειριστώ. Η μικρή γύρισε και με κοίταξε με τρόμο στα μάτια και μετά από λίγο με τρεμάμενη φωνή μου απάντησε..
-Αχ, τι θα μου κάνετε κύριε;
-Τίποτα.. τίποτα αστειεύομαι. Βιάστηκα να απαντήσω.
-Κρίμα.. ίσως με βοηθούσε να μάθω κιθάρα πιο γρήγορα..
Βρε λες να είναι βιτσιόζικο το κοριτσάκι κι εγώ πάω να χάσω την ευκαιρία της ζωή μου; Την πλησίασα, έβαλα τα χέρια πίσω και περιφερόμενος πάνω κάτω άρχισα την ανάκριση.
-Ο μπαμπάς σου σε τιμωρεί αν δεν κάνεις κάτι σωστά;
-Ναι, το βράδυ στο κρεβάτι, μου λέει με χαμηλωμένα μάτια.
-Πως; Τι σου κάνει δηλαδή;
-Δεν μπορώ να σας πω. Έχω ορκιστεί και πρέπει να τον υπακούω, μου λέει.
Να τα μας!!! Γι αυτό κοιμάται μαζί της!! Την έχει δουλάκι του και απ’ ότι φαίνεται της αρέσει.
-Η μαμά σου τι λέει. Το ξέρει; Την ξαναρωτώ.
-Ναι, και βέβαια τα ξέρει, μου λέει σηκώνοντας για πρώτη φορά το βλέμμα. Όταν επέμβει και του πει να σταματήσει αυτό που μου κάνει, την τιμωρεί κι εκείνη.
Ομαδική παρτούζα με σκαμπίλια και ξύλο σε μάνα και κόρη. Σκέφτηκα. Όρε κατακαημένη Αράχοβα!! Από κει ήταν ο Αλέκος.
-Ο αδελφός σου; Τι κάνει. Τον τιμωρεί κι εκείνον;
-Όχι ποτέ. Εκείνος έρχεται και μας βλέπει για να μαθαίνει πως να μας τιμωρεί όταν μεγαλώσει.
Ήταν αρκετά όσα άκουσα για να καταλάβω το σκηνικό. Αυτό που με ενδιέφερε διακαώς ήταν να μπω στο παιχνίδι αλλά δεν έπρεπε να βρεθώ μπλεγμένος. Σηκώθηκα και πήγα από πίσω της. Την άρπαξα από το σβέρκο και την πίεσα ελαφρά βάζοντας το χέρι μου γύρω από το λουράκι της. Χαμήλωσα και της ψιθύρισα στο αφτί, χαϊδεύοντας τους ώμους της.
-Αν δεν μάθεις γρήγορα κιθάρα, δεν θα περάσουμε καλά… (τι λέω στο κοριτσάκι ο άτιμος!!!)
Της έσφιξα λίγο περισσότερο τον αυχένα και είδα τα πόδια της να τρέμουν. Την λυπήθηκα αλλά αφού είχα και την σύμφωνη γνώμη της μαμάς γιατί να μην προχωρήσω.
-Σε πονάει; Την ρώτησα ενώ το χέρι μου πέρασε μέσα στο ντεκολτέ της και φτάνοντας στο βυζάκι της. Η ρώγα της ήταν κάγκελο. Είχε ανατριχιάσει. Το δέρμα της ήταν σαν μαδημένη κότα. Πίεσα τα δάχτυλά μου στρίβοντας δεξιά κι αριστερά για να καυλώσει. Είχε κλείσει τα μάτια και ρουθούνιζε. Κόντεψε να τις πέσει η κιθάρα από τα χέρια. Την έπιασα και την έβαλα στο σταντ.
Από πίσω που ήμουν έσκυψα και πέρασα και τα δυο μου χέρια στο ντεκολτέ της. Έτριβα και τις δύο ρώγες ταυτόχρονα. Ύστερα χούφτωσα τα βυζιά της που ήταν αρκετά μεγάλα, αλλά πολύ σφιχτά και τα έσφιξα απαλά μια και μετά δυνατότερα.
-Πες μου αν πονέσεις. Της λέω στο αφτί.
Μου κούνησε το κεφάλι αρνητικά κι εγώ συνέχισα να τα σφίγγω και να τσιμπάω τις ρώγες της..
-Θα μάθεις κιθάρα σκροφάκι; Της λέω προσποιούμενος το σκληρό. Οι γονείς σου με πληρώνουν. Τι θα τους πω μετά από λίγο; Ξέρετε η κόρη σας ήταν αδιάφορη; Θέλεις να χάσω τη φήμη μου σαν δάσκαλος μουσικής;
Της φώναξα για να την τρομάξω λίγο. Μου κούνησε πάλι το κεφάλι αρνητικά. Είχα μπει σε δύσκολα μονοπάτια αλλά θα προχωρούσα. Μου άρεσε πολύ. Να έχεις το μικρό και να το τιμωρείς με τσιμπιές, ξύλο, πίπες και γαμήσι. Έτσι κάπως φαντάστηκα ότι έχει μάθει. Της έδωσα πίσω την κιθάρα και της ζήτησα να παίξει. Απ ευθείας μου έβγαλε τέλεια όλα τα ακόρντα που της έδειξα πριν.
-Ωραία. Μπράβο Βινάκι της λέω. Θέλεις να σου μάθω κι άλλα;
Μου κούνησε το κεφάλι θετικά με χαρά. Δεν την γλυτώνει, θα τη γαμίσω απ’ το πρώτο μάθημα.
Πάνω στην ώρα μπαίνει μέσα στο στούντιο ο αδελφός μου σαν τρελός. Με βουτάει και με σέρνει έξω και κλείνει την πόρτα να μην ακούει η μικρή.
-Ρε Μπόμπι, μου λέει ξέρεις που ήμουν τώρα; Στη μάνα της μικρής. Πήγα να φτειάξω το πλυντήριο.
- Ωραία, το έφτειαξες; Τι είχε.
-Τίποτα!! Ένα κόκκινο στριγκάκι σφηνωμένο επίτηδες στο κάδο.
-Τυχεράκια!! Του φώναξα και γέλασα. Το μύρισες; Το έγλυψες;
- Άκου, μου λέει. Το έβγαλα και της το έδωσα. Εκείνη μου είπε ότι της λείπει κι ένα μαύρο. Όταν της είπα ότι δεν υπάρχει άλλο εκεί μέσα, δεν με πίστεψε και ζήτησε να μπει στον κάδο για να δει. Έσκυψε, γονάτισε μπροστά μου και έβαλε το κεφάλι της στον κάδο. Όμως δεν φορούσε κιλότα και είχε μια κωλάρα σκέτη καύλα.
-Μη μου πεις ότι τη γάμησες!! Που ήταν ο μπάτσος;
-Υπηρεσία όλο το βράδυ με το σκύλο. Ψάχνουν ναρκωτικά.
- Λοιπόν λέγε παρακάτω, του λέω με ανυπομονησία…
-«Σπρώξε με να πάω πιο μέσα μου» λέει. Ε τι να έκανα; Μου είχε γίνει πέτρα το πουλί μου. Τον πέταξα έξω και της τον κάρφωσα όλον μέσα στο μουσκεμένο μουνί της. Την έσπρωχνα στον κάδο για πολλή ώρα, μέχρι που την λυπήθηκα και την άφησα να σηκωθεί.
«Συγνώμη που δεν σε πίστεψα» μου λέει, «γι αυτό πρέπει να με τιμωρήσεις σκληρά». Γονάτισε μπροστά μου με τα χέρια πίσω και άρχισε να μου τον παίρνει τσιμπούκι. Τον πίεζε μέσα στο λαιμό της και κόντεψε να σκάσει. Χάλια έγινε! Δάκρυα , σάλια, την λυπήθηκα. Την κάθισα πάνω μου την πηδούσα και τις έδινα σκαμπίλια στον κώλο. Έχυνε συνέχεια. Μόλις πήρε είδηση ότι θα χύσω, κατέβηκε, μου τον πήρε στο στόμα, τα μπούκωσε όλα και μου τον καθάρισε με την γλώσσα της.
-Τι μου λες τώρα; Ρε συ, εγώ έχω τη μικρή κάτω και μάλλον θέλει τα ίδια. Δεν ξέρω τι να κάνω..
-Πήδα την Μπόμπ!! Ξέσκισέ το πουτανάκι!!! Αλλά… Σώπα τώρα. Είναι από πίσω σου και μας ακούει. Μου λέει ο αδελφός μου.
Πράγματι είχε ανοίξει την πόρτα του στούντιο και μας κοίταζε με ένα παραπονεμένο ύφος. Την ίδια στιγμή βγήκε και η κυρία Ντίνα στο μπαλκόνι και κάλεσε την Βίνα να πάει σπίτι.
-Να μη σας γινόμαστε και βάρος, μου λέει… Να συνεχίσει αύριο πάλι. Ήταν καλή μαζί σας; Υπάκουη;
- Ναι πως!! Πολύ καλή και πολύ υπάκουη. Δεν της είπα για τις τσιμπιές που έφαγε στις ρώγες της μέχρι να παίξει το Λα+.
-Μαμά ο κύριος μου έμαθε το Λα μαζόρε, φώναξε η Βίνα όλο χαρά.
-Πες ένα «ευχαριστώ» στον κύριο Μπόμπυ, μην είσαι αγενής!! της λέει η μάνα της.
Με ευχαρίστησε με χαμόγελο και πήγε σπίτι.
Την άλλη μέρα να σου την πάλι την ίδια ώρα… τοκ τοκ την πόρτα του εργαστηρίου. Της άνοιξα και της έδωσα καρέκλα να καθίσει απέναντί μου. Της έβαλα το πάτημα λίγο πιο υπερυψωμένο από χτες και άναψα το επιδαπέδιο λαμπατέρ για να βλέπω το βρακάκι της. Όταν κάθισα στην καρέκλα απλώς θαύμασα ένα νεανικό ξυρισμένο ζουμερό μουνάκι να μου χαμογελάει. Δεν φορούσε τίποτα!! Της ζήτησα να μου παίξει το Λα, αλλά μάλλον Ντο δίεση έβγαινε από τα δαχτυλάκια της. Πλησίασα και γονάτισα κρατώντας μια μπαγκέτα του ντραμς.
-Αν δεν παίζεις σωστά θα τρως μια ξυλιά πάνω στα μπουτάκια. Σύμφωνοι; Τη ρώτησα.
Και βέβαια ξεκινήσαμε με λάθος ακόρντο. Η πρώτη ξυλιά ήταν ελαφριά και προειδοποιητική. Η δεύτερη όλο και πιο μέσα, όλο και πιο δυνατή. Μέχρι που φτάσαμε στο μουνάκι. Της σήκωσα τη φούστα και της έριξα μια ξυλιά πάνω στο ξυρισμένο μουνάκι της. Μετά κι άλλη μέχρι που κοκκίνησε. Έβαλα την μπαγκέτα στην καρέκλα της ευθεία, σημαδεύοντας την τρυπούλα της και την έσπρωχνα με το στήθος μου όλο και περισσότερο μέχρι που άρχισε να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο μουνί της.
-Να προσπαθήσω άλλη μια φορά. Μου λέει με λυπημένο ύφος.
- Όχι, της απαντώ αυστηρά. Θα κάνουμε την ίδια τιμωρία με χθες κι ελπίζω να βάλεις μυαλό. Αλλιώς θα έρθουν τα χειρότερα.
Πήρα την κιθάρα από τα χέρια της και πέρασα τα χέρια μου κάτω από το μικρό τοπάκι της. Οι ρώγες της ήταν καυλωμένες περισσότερο από χτες. Άρχισα να τσιμπώ, να τις στριβώ και να παίζω με τα βυζιά της. Είχα λυσσάξει. Όρμησα και τις έγλυφα και τις δάγκωνα αλύπητα.
-Σας παρακαλώ λυπηθείτε με κύριε. Τόλμησε να ξεστομίσει αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή δε αναγνώριζα τον εαυτό μου. Ήμουν θηρίο ανήμερο. Αγρίμι της ζούγκλας!! τι να λυπηθώ;
-Γιατί να σε λυπηθώ; Της απάντησα. Εσύ είσαι ένα παλιοπουτανάκι που δεν πρόκειται να μάθεις ποτέ σου κιθάρα. Εσύ με λυπάσαι που ροκανίζεις άδικα το χρόνο μου; Ε; όχι! .
Έτσι άρχισε ο εξευτελισμός της… τα διάβαζα κάποτε αλλά δεν πίστευα ότι θα συμβούν και σε μένα. Κι όμως ξυπνά μέσα σου το τέρας, η πείνα να κάνεις τον άλλο σκουπίδι και στο τέλος να πηδήσεις ένα ράκος. Δεν έχω τύψεις γιατί είναι πράγματι ένα παιχνίδι με κοινή συναίνεση που διασκεδάζουν αμφότεροι.
Την πήρα και την πέταξα στο πάτωμα. Της άνοιξα τα μπούτια και της έριξα μερικές ακόμα ξυλιές. Στο τέλος άρχισα να την πηδάω με τα δυο ξύλα του ντραμς μαζί. Βερνικωμένα και λεία, γλιστρούσαν άνετα μέσα έξω στο μουσκεμένο μουνάκι της.
-Πες μου πως είσαι ένα πουτανάκι και με απασχολείς άδικα, αλλιώς θα σου χώσω και τρίτο ξύλο στο μουνί.
Δεν μιλούσε καθόλου. Ήθελε μάλλον κι άλλο. Αγκομαχούσε και κάθε λίγο είχε οργασμούς. Της είπα να χύνει μόνο όταν προστάξω εγώ. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά ενώ έκλαιγε από καύλα.
-Τώρα θα σου γαμήσω το κωλαράκι της λέω , για να με θυμάσαι.
Πήγα στο ψυγείο και έφερα λίγο βούτυρο που της το έχωσα στον κώλο με το δάχτυλο. Άρχισε αμέσως να λειώνει και μαζί του η Βίνα, κάτω από την πίεση των δαχτύλων μου. Την έβαλα να κρατάει την καρέκλα και γονάτισα από πίσω της. Πίεσα τον πούτσο μου στην κωλοτρυπίδα της που γλίστρησε γρήγορα μέσα. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και της έκλεισα το στόμα για να μην την ακούσει η μάνα της απέναντι. Από εκείνη την στιγμή άρχισε ένα ανελέητο ξεκώλιασμα της μικρής που δεν το είχα ξανακάνει ποτέ στη ζωή μου.
Δεν μπορούσα να χύσω από την ένταση και δεν της επέτρεπα να χύσει φωναχτά για να μη με προκαλέσει και τελειώσω. Ήθελα να κρατήσει όλο αυτό όσο πιο πολύ γινόταν. Εκείνη, κάθε φορά που έχυνε έβαζε το χέρι στο στόμα και έκλαιγε από την ηδονή. Πηδιόμασταν για πολλή ώρα και φοβήθηκα μην πλακώσει κανένας πατέρας της. Δεν ξέρεις πως θα το πάρει. Έτσι τον έβγαλα από τον κώλο της και της ζήτησα να γυρίσει για να της χύσω στο στόμα. Τον μπούκωσε χωρίς αντιρρήσεις και σε λίγο της γέμισα το στόμα με χύσια.
-Κατάπιε τα όλα σκροφάκι, της λέω. Αυτά σου αξίζουν. Μου θέλεις και κιθάρα. Παλιόμουνο. (το μπιμπελό; )
Αφού τα κατάπιε όλα τα χύσια, έγειρε πάνω στα γόνατά μου το πρόσωπό της και έκλεισε τα μάτια. Την λυπήθηκα και της χάιδεψα το ιδρωμένο κεφάλι.
-Αυτά σου κάνει το βράδυ ο μπαμπάς σου; Την ρώτησα.
Γύρισε με κοίταξε αστραπιαία και μου απάντησε μονολεκτικά, χαμηλώνοντας αμέσως πάλι το βλέμμα.
-Χειρότερα…
Ύστερα πήρε στα χέρια της την κιθάρα της και μου έπαιξε άψογα ένα κομμάτι της Αρλέτας. «Τα ήσυχα βράδια η Αθήνα θα λάμπει, σαν μεγάλο καράβι και θα ‘σαι μέσα εσύ…» Έπαθα πλάκα. Την αγκάλιασα και την φίλησα. Χάθηκε μέσα στην αγκαλιά μου έτσι γυμνούλα και ταλαιπωρημένη όπως ήταν.
-Είδατε τι μπορεί να κάνει μια καλή τιμωρία κύριε;
Την καθάρισα λίγο υγρά μαντηλάκια, την έντυσα και την έστειλα σπίτι της να ξεκουραστεί. Ελπίζω αύριο να έλθει πάλι…. αδιάβαστη….. προβλέπω ότι δεν θα περάσουμε καλά.
Βοok.... >>> συνεχίζεται
8ヶ月前