Το καυτό κοφτό της φόρεμα
Το καυτό κοφτό της φόρεμα
Συνέχεια από προηγούμενη ιστορία ... (Η αλικόντηση του μαστροΓιώργη) του Book Hill.
Μετά από το καυτό μπανιστήρι με το Ελενάκι και τον Γιώργη τον αυγουλά, πήγα να τραβήξω το φερμουάρ του πανταλονιού μου αλλά τίποτα. Ποιος ξέρει τι ταλαιπωρία είχε τραβήξει και κόλλησε κάτω αρνούμενο να καλύψει το ελαφρώς μαραμένο πουλί μου. Το μικρό μου Μπόμπυ.
Την ίδια στιγμή η μικρή μου κόρη η Θέκλα, ήθελε να πάμε στο σπίτι και μου φώναζε από το δρόμο. Εγώ για να την πλησιάσω έπρεπε πρώτα να αποκαταστήσω τη βλάβη του φερμουάρ, καθότι δεν φορούσα και εσώρουχο. Σχεδόν ποτέ δεν φοράω δηλαδή για παν ενδεχόμενο. Έχω μερικά στην ντουλάπα αλλά τα βάζω μόνο όταν πάω στην Εκκλησία. Μαλώνουμε με τη γυναίκα μου κάθε φορά που μου παίρνει καινούρια κι εγώ τα αγνοώ.
Η Μικρή μου η Θέκλα, είναι ένα ψηλό κορίτσι με ωραίες καμπύλες. Έχει τα κιλά της. Με είδε στο χωράφι να στέκομαι μπροστά στον κισσό και να παλεύω με το φερμουάρ του σορτς μου. Άνοιξε την πόρτα το φράχτη και με πλησίασε από πίσω.
-Μπαμπά τι κάνεις εδώ; Με ρωτά.
-Τίποτα παιδί μου, να περιποιούμαι το φράχτη από την πλευρά του μαστρο Γιώργη για να μην μπαίνουν οι κότες του μέσα.
Δικαιολογήθηκα προσπαθώντας να ξανακλείσω τις τρύπες που άνοιξα για να βλέπω την μικρή Ελενίτσα να παίρνει βαθιά μέσα της την μεγάλη «Αλικόντιση» του μαστρο Γιώργη. Το σπέρμα μου ήταν ακόμα υγρό και σπαρμένο σε αρκετά μεγάλη περιοχή. Προσπαθώντας να μη δει η κόρη μου τη συμμαθήτριά της να χαριεντίζεται με το γέρο αυγουλά, με έπιασε απόγνωση. Έπιασα με το χέρι μου τις δυο πλευρές του φερμουάρ και τις έφερα κοντά. Αφού σιγουρεύτηκα ότι το πουλί μου δεν ήταν έξω, τότε μόνο γύρισα προς τη μικρή μου κόρη.
Όμως αυτό που είδα με τάραξε πιο πολύ, η Θέκλα φορούσε κάτι σαν φόρεμα που με σοκάρισε. Βασικά ήταν ένα κίτρινο μπλουζάκι που με κάποιο περίεργο τρόπο είχε γίνει κομμάτια και είχε μετατραπεί σε ένα μίνι σούπερ σέξι φόρεμα. Παρατηρώντας το, φαίνεται πως κάποιος τις είχε κάνει αμέτρητες οριζόντιες ξυραφιές, σαν να ήταν καλάθι, ενώ έλλειπαν ολόκληρα κομμάτια στη μέση δεξιά και το μηρό αριστερά. Όλο αυτό το αποκαλυπτικό θέαμα της Θέκλας, ομολογώ πως με συγκλόνισε και με δυσκολία συγκρατούσα το μικρό μου Μπόμπυ για να μην πεταχτεί έξω από το χαλασμένο φερμουάρ.
Τι είναι αυτό που φοράς Θέκλα; Που το βρήκες παιδί μου; Τη ρώτησα ενώ τη φωνή μου διέκοψε ένας ξερόβηχας από το στραβοκατάπιμα του σάλιου μου.
Σου αρέσει μπαμπά; Ο κύριος Φανούρης μου το έκανε, ο μπαμπάς της Καίτης. Στην κόρη του έχει κάνει πάρα πολλά. Τα είδα και ζήλεψα. Έτσι έκλεισα ένα ραντεβού και πήγα με το κίτρινο μπλουζάκι μου. Και ιδού λοιπόν!!! Το καινούριο μου κίτρινο φόρεμα. Δώρο μου το έκανε!!
-Το μπλουζάκι σου; Έγινε φόρεμα; Και σου το έκανε και δώρο; Κατάφερα να ψελλίσω κοιτάζοντας το πρόστυχο αυτό κατασκεύασμα για το οποίο καμάρωνε η Θέκλα.
-Και γιατί παιδί μου οι ρώγες από τα στήθη σου πετάγονται έξω; Την ρώτησα θυμωμένα ως πατέρας που θέλει το παιδί του να είναι ευπρεπώς ενδεδυμένο.
-Ο κύριος Φανούρης έκανε λάθος. Έπρεπε να το αφήσει άκοπο εκεί, σαν να είναι σουτιέν αλλά παρασύρθηκε. Και να δεις που το ίδιο λάθος έκανε και στην κόρη του. Παρ ότι μου το δοκίμαζε κάθε λίγο, αυτό του ξέφυγε. Μου ζήτησε συγνώμη και είπε να το ράψει αλλά εγώ δεν ήθελα γιατί οι ρώγες μου ήταν σκληρές και φοβήθηκα να μη με τρυπήσει.
-Α!! φοβήθηκες να μη σε τρυπήσει και τον άφηνες να σε μαλάζει, δηλαδή να το προβάρει ξανά και ξανά. Την ρώτησα, σχηματίζοντας με τη φαντασία μου το Φανούρη να μαλάζει την κόρη μου και με έπιασε μια μανία… από την μια να πάω και να του σπάσω τα μούτρα κι από την άλλη, ήθελα πολύ να ήμουν μπροστά όταν συνέβαινε όλο αυτό. Τι να πω. Προσπάθησα να κρύψω το θυμό μου και της το επαίνεσα για να μην την απογοητεύσω.
-Είναι πανέμορφο αγάπη μου, της είπα και την αγκάλιασα. Βέβαια αναγκάστηκα να αφήσω το φερμουάρ ελεύθερο. Ήρθε και κρύφτηκε μέσα στην αγκαλιά μου σαν μικρό χαδιάρικο γατάκι. Την ίδια στιγμή πάνω από τον ώμο μου διέκρινε στο διπλανό κτήμα την συμμαθήτριά της την Ελενίτσα που αποχαιρετούσε με εγκάρδιές αγκαλιές τον μαστρο Γιώργη. Δεν την άφησα να τη φωνάξει, αν και ήθελε πολύ να της δείξει το καινούριο κίτρινο κοφτό της φόρεμα.
Το χέρι μου είχε περάσει στη μέση της και έσκυψα το πρόσωπό μου στον λαιμό της για να της δείξω πόσο μου αρέσει όλο αυτό το πακέτο. Εκείνη τρίφτηκε σφικτά πάω μου για να μου ανταποδώσει τη στοργική αγκαλιά, που όμως εμπεριείχε και αρκετή δόση θηλυκότητας. Για να μην πω λαγνείας που μάλλον στο κεφάλι μου ήταν.
Η Θέκλα διέκοψε πρώτη τους εναγκαλισμούς μας και μου ζήτησε να πάμε στο σπίτι να μου κάνει το τραπέζι, για όλα τα κομπλιμέντα που της έκανα πριν. Η μητέρα της με την μεγάλη μου κόρη είχαν πάει στην Αθήνα για να δώσει εξετάσεις και θα έμενε μια εβδομάδα. Έτσι η νοικοκυρά του σπιτιού θα ήταν η Θέκλα. Πήγαμε και καθίσαμε στην κουζίνα όπου εκείνη άρχισε το μαγείρεμα.
Το μενού ήταν εξαιρετικό και πολύ πρωτότυπο. Αυγά με λουκάνικα. Ενθουσιάστηκα, από τη μια γιατί μου αρέσουν κι από την άλλη θα τα έτρωγα από τα χεράκια της Θέκλας μου. Καθώς στεκόταν στην κουζίνα και προετοίμαζε το δείπνο, έβλεπα το καλοσχηματισμένο γυναικείο πια σώμα της να διαγράφεται με την βοήθεια του χειροποίητου ρούχου που τόσο πολύ της άρεσε. Όσο κι αν προσπάθησα να διακρίνω αν φορούσε κιλοτάκι, δεν ήταν δυνατόν αφού κρυβόταν κάτω από τις οριζόντιες λωρίδες του ρούχου της.
Σέρβιρε όλο το φαγητό σε ένα πιάτο και με ένα πιρούνι έτρωγε πότε εκείνη και πότε τάιζε εμένα. Βέβαια έσκαγε στα γέλια κάθε φορά που μου έπεφταν τα αυγά από το στόμα και έσπευδε να τα μαζέψει. Ύστερα ήρθαν τα δύσκολα. Με τα λουκάνικα θα κάναμε ένα παιχνίδι. Θα τρώγαμε μαζί από μισό μέχρι που να ακουμπήσουμε ο ένας τα χείλη του άλλου. Διασκεδαστικό μέχρι που ακουμπούσαν τα χείλη μας και προσπαθούσε να κλέψει με τη γλώσσα της όσο περισσότερο λουκάνικο μπορούσε.
Επειδή κρεμόμασταν καθισμένοι σε διπλανές καρέκλες μου ζήτησε να καθίσει στο γόνατό μου. την άφησα και αμέσως το καβάλησε. Το δροσερό μου μπούτι δέχτηκε ξαφνικά ένα καυτό σκέπασμα που πρέπει να είχε 40 πυρετό. Γύρισα και την κοίταξα. Ήταν ενθουσιασμένη με το παιχνίδι και ήθελε συνέχεια. Φάγαμε και τα 4 λουκάνικα που το καθένα τελείωνε με ένα γλωσσόφιλο διαρκείας ενώ η θερμοκρασία ανάμεσα στα πόδια της όλο και ανέβαινε. Ύστερα μείναμε μόνο στα γλωσσόφιλα, ώσπου μια στιγμή τραβήχτηκε μου έσπρωξε ελαφρώς το κεφάλι προς τα κάτω κι μου έχωσε τη ρώγα της στο στόμα.
-Και τώρα ήρθε η ώρα για το γαλατάκι σου μπαμπάκα!! Μου είπε με καμάρι. Ούτε στα όνειρά μου δεν θα έβλεπα να πιπιλώ ένα σφριγηλό νεανικό βυζάκι… αλλά, που να πάρει… ήταν της κόρης μου. Δεν έπρεπε να ξεκινήσει όλο αυτό. Η τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα μετά από το δείπνο κάθε άλλο παρά μπαμπά και κόρης ήταν. Αν συνεχίζαμε θα έπρεπε να δρέψω απαγορευμένους καρπούς. Δεν ήταν σωστό. Αν και όλα οδηγούσαν εκεί, έπρεπε σαν καλός γονιός να το αποτρέψω. Την έπιασα από τη μέση και την κατέβασα από το μηρό μου. Γύρισα αστραπιαία και κοίταξα εκεί που καθόταν. Ήταν βρεγμένα με ένα σωρό σάλια . τώρα ήμουν σίγουρος πια πως δεν φορούσε εσώρουχο.
Τη βοήθησα να πάμε τα πιάτα στο νεροχύτη και της ζήτησα να πάμε να ξεκουραστούμε στα δωμάτιά μας. Κρέμασε μούτρα και μου δήλωσε ότι δεν θα πλύνει τα πιάτα. Όταν ξεκίνησα για το δωμάτιό μου, με ικέτεψε να κοιμάται μαζί μου ενόσω λείπει η μαμά αλλά αρνήθηκα. Μπήκα στο δωμάτιο και ξεχνώντας να κλείσω την πόρτα, άρχισα να γδύνομαι για να πάω στο μπάνιο. Κάποια στιγμή είδα στον καθρέπτη της ντουλάπας μια σκιά που στεκόταν εκεί στο πλάι, στα σκοτεινά. Μετά το κρύο ντουζάκι που έκανα για να μου πέσει λίγο η ένταση, ξάπλωσα γυμνός στο κρεβάτι. Συνήθως πέφτω μπρούμητα με τα πόδια τσακιστά (σκαλάκι). Με πήρε σχεδόν αμέσως ο ύπνος.
Δεν πέρασε πολύ ώρα κι άκουσα μέσα στον ύπνο μου σαν ένα σκυλάκι να κλαψουρίζει. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα μπροστά στην ανοιχτή οθόνη του υπολογιστή να είναι σκυμμένη η Θέκλα και να κλαίει. Φορούσε ένα διάφανο νυχτικό της μάνας της και βέβαια ήταν από μέσα γυμνή. Σκεπάστηκα όπως όπως με το μαξιλάρι και πήγα κοντά της να την παρηγορήσω. Μου είπε πως θέλει να κοιμηθούμε μαζί αλλιώς θα κλαίει όλη τη νύχτα. Σκέφτηκα πως θα ήταν δύσκολο να ακούω το κλάμα της και την πήρα δίπλα μου στο κρεβάτι. Έβαλα ενδιάμεσα κι ένα μαξιλάρι και βυθίστηκα ξανά στον ύπνο.
Ξύπνησα πάλι με κάποιες σπρωξιές. Το μαξιλάρι δεν υπήρχε μεταξύ μας. Είχε βάλει το χέρι ανάμεσα στα πόδια και προσπαθούσε να πιάσει το πουλί μου που είχε ξανασηκωθεί. Συνέχισα να ροχαλίζω στα ψέματα και την βοήθησα σ αυτό που ήθελε να κάνει. Μάλιστα άνοιξα τα κωλομέρια της, για να γλιστρήσει ευκολότερα ο μικρός Μπόμπι στη ρωγμή τους. Την άφησα να ασχολείται μ’ αυτό και το χέρι μου συνέχισε προς τα κάτω τρυπώνοντας στην υγρή σχισμάδα της.
Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν διαπίστωσα ότι η κόρη μου δεν ήταν παρθένα. Μέχρι τώρα έλεγα πως η παρθενιά της θα ήταν μια αναστολή για να μην προχωρήσω πέρα από μερικά χάδια και παιχνίδια με το χέρι . Όμως τώρα δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο πια και ότι ήθελε να γίνει ας γίνει. Εξ άλλου το θέλουμε και οι δύο πολύ. Πάντως η περιέργειά μου ήταν πιο πολλή από την καύλα μου και άρχισα την ανάκριση.
-Κουκλίτσα μου πλήρωσες τον κύριο Φανούρη;
-Ναι μπαμπάκα…
-Με τι χρήματα… σου έδωσε η μαμά;
-Αν σου πω δεν θα θυμώσεις ε;
-Όχι καλή μου δεν θα θυμώσω.. σου υπόσχομαι. Αλλά δεν θέλω να χρωστάμε.
-Ο κύριος Φανούρης μου είπε αν θέλω να πληρώσω με φιλιά και τέτοια..
-Φιλιά; Τι φιλιά; Στο στόμα;
-Να…. μου φιλούσε τις ρώγες μου και το μουνάκι….
-Κι εσύ γλυκιά μου κόρη;
-Εμένα με κέρασε παγωτό πάνω στο πουλί του και το έγλυφα.
-Μετά; μετά ;;
-Μετά… κέρασε παγωτό και το μουνάκι μου.. το τάιζε μέχρι μέσα. Βαθιά, όλο και πιο βαθιά.
-Πόνεσες παιδί μου; Έκλαιγες κοριτσάκι μου ;
- Ω!! όχι ήταν πολύ ωραία μπαμπάκα. Μου σήκωσε τα μπουτάκια ψηλά και μου το γέμισε παγωτά. Μετά άρχισε να τα γλύφει και με γαργαλούσε με τα μουστάκια του.
Ο Φανούρης ήταν ένας πρώην χίπης που διατηρούσε ακόμα το μουστάκι και τα μακριά μαλλιά ράτσα. Οδηγούσε μια Χάρλεϋ τσόπερ. Έκανε γυμνισμό μαζί με τη γυναίκα, την γκόμενα και την κόρη του την Καίτη στον κήπο τους που συχνά κατέληγε σε όργια!!
-Η Καίτη, η φίλη σου είχε φύγει; Ήσασταν μόνοι με τον κύριο Φανούρη τον κοπτοράπτη; Την ρώτησα.
- Όχι !! ήταν εκεί… την κέρασε κι εκείνη παγωτό.. στο τέλος της άδειασε και μια κρέμα πάνω στην κοιλιά της.
-Α!! ευτυχώς που δεν τα άδειασε μέσα σου…
Όση ώρα κράτησε αυτή η κουβέντα με τη Θέκλα, εγώ έχωνα και ξανάχωνα το δάχτυλό μου βαθιά στην τρυπούλα της, ελπίζοντας να κάνω λάθος και η κόρη μου να αστειευόταν πως έχασε την παρθενιά της. Όμως η πικρή αλήθεια ήταν ότι δεν υπήρχε ίχνος παρθενιάς στο μικρό της μουνάκι. Και μάλιστα δεν ήταν καν ερεθισμένη που σημαίνει πως την είχε χάσει εδώ και καιρό. Βέβαια καταλαβαίνεται σε τι δύσκολη θέση βρισκόμουν. Το πουλί μου τριβόταν ανάμεσα στα κωλομέρια της κόρης μου και το δάχτυλό μου την γαμούσε ασύστολα. Βρισκόμουν σ ένα σεξουαλικό αμόκ και η λαχτάρα μου να μάθω περισσότερα δεν με άφησε να καταλάβω πότε τις έχωσα κι άλλο ένα δάχτυλο μέσα. Πράγμα που την έκανε να δυσανασχετήσει.
-Μπαμπάκα πρόσεχε!! Θα με σκίσεις!!!
Πω πω!! Τι λέει το κοριτσάκι, και θα με κάνει να χύσω πριν την ώρα μου!!! Τι φράσεις είναι αυτές που ξεστομίζει;
Τέλος πάντων συγκρατήθηκα όσο μπορούσα και συνέχισα την ανάκριση για να μάθω περισσότερα για την ερωτική ζωή της κόρης μου.
-Για πες μου Θέκλα μου, έχεις πληρώσει και αλλού με τον ίδιο τρόπο όπως πλήρωσες ακαι τον κύριο Φανούρη.
-Μπαμπάκα αν σου πω θα με δείρεις;
-Όχι παιδί μου, τι λες τώρα! Εγώ σ αγαπάω τόσο πολύ. Για πες!!
-Λοιπόν έτσι πλήρωσα τον κυρ Αντώνη τον Μπακάλη. Πήγα να πάρω αγγούρια και λουκάνικα. Εκείνος μου ζήτησε να παίξουμε ένα παιχνίδι και….
-Και; Τι «και» παιδί μου; τι σταματάς; Λέγε παρακάτω!!
-Ε δεν καταλαβαίνεις; Μου έβαλε μέσα το λουκάνικο και κρεμόταν μπροστά μου σαν πιπί.
-και…. Το αγγούρι;
-Το αγγούρι μου το έβαλε για ουρά. Μετά παίξαμε τα σκυλάκια. Ξέρεις…
-Δεν ξέρω, τι ξέρω ο καψερός;
-Πως κάνουν τα σκυλάκια τα βράδια στο δρόμο που πηδάει το ένα πάνω στο άλλο και μετά κολλάνε μεταξύ τους..
-Κόλλησε κι ο κυρ Αντώνης μαζί σου; Μη μου πεις!!!
- Όχι βρε μπαμπά!! Βγήκε εύκολα. Είχε βάλει φρέσκο βούτυρο. Έξυπνο ε;
Είχα ανάψει κι είχα πιαστεί τόση ώρα … την γύρισα ανάσκελα και ξάπλωσα πάνω σηκώνοντας τα μπουτάκια της ψηλά στο πλάι. Προφανώς καταλαβαίνεται ότι συνέβη το ακατονόμαστο. Και επόμενο ήταν αφού η μικρή μου κόρη ήταν πολύ καυλιάρα και μετά από τους δαχτυλισμούς μου το μουνάκι της είχε ποταμίσει στα υγρά. Οπότε «κατά λάθος ο μικρός μου Μπόμπυ που είχε πρηστεί με όλα όσα άκουε ως τώρα, γλίστρησε και καρφώθηκε στην τρύπα της μικρής μου Θέκλας. Δεν έπρεπε, ήταν λάθος. Μια απροσεξία που νομίζω ότι δεν θα ξαναγίνει . Τουλάχιστον θα προσπαθήσω να μην ξαναγίνει άλλη φορά. Τώρα, αφού μπήκε πια, δεν πειράζει. Πρώτη και τελευταία. Σκέφτηκα για να καλύψω τις ενοχές μου. Η μικρή βέβαια δεν δυσανασχέτησε καθόλου. Το δέχτηκε με χαμόγελο απόλαυσης.
Εγώ πήγα να συνεχίσω την πρόστυχη κουβέντα μαζί της αλλά με διέκοψε.
-Έλα βρε μπαμπά να το απολαύσουμε… τόσο καιρό το περιμένω. Σε βλέπω στο ντουζ καθώς μπαίνω στο μπάνιο και ξερογλείφομαι. Θέλω να μπω μέσα μαζί σου αλλά φοβάμαι μη με αποπάρεις και με διώξεις.
Εγώ χαλάρωσα χωρίς να πω κουβέντα και άφησα το καυλί μου να τερματίσει βαθιά μέσα της. Εκείνη έβγαλε ένα λυγμό απόλαυσης καθώς το κεφάλι του μικρού Μπόμπυ τριβόταν στην μήτρα της, σχεδόν έκλαιγε από ηδονή.
Συνέχισα απαλά και ηδονικά εισπράττοντας παρατεταμένα επιφωνήματα γλύκας και απόλαυσης από το κορίτσι μου, μέχρι που μου ήρθε να ρωτήσω.. «στον Μαστρο Γιώργη τον Αβγουλά πήγες ποτέ;..»
-Μα βέβαια, μου απαντά…τα αυγά μας από εκεί τα παίρνω.
Δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο. Σιγά σιγά η ένταση πολλαπλασιαζόταν, το ίδιο και ο ρυθμός του σφυροκοπήματος. Και βέβαια σε λίγο περιέχυσα με σιρόπια το γλυκό μου κοριτσάκι που τα χάρηκε πολύ. Δεν πειράζει, η πρώτη και η τελευταία φορά ήταν, εξ άλλου η Θέκλα το απόλαυσε όσο κι εγώ. Δεν πρόκειται να ξανά συμβεί… εξ άλλου η γυναίκα μου γυρίζει μεθαύριο.
Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα μου στο τηλέφωνο (είναι Πειραιώτισσα) μου ανακοίνωσε ότι η μαμά της είναι λίγο άρρωστη και θα μείνει για 15 μέρες ακόμα. Μου παράγγειλε μέχρι να γυρίσουν να κάνω όλα τα χατίρια της Θέκλας για να μη γκρινιάζει.
Ε λοιπόν…… θα τα κάνω!!
Συνέχεια από προηγούμενη ιστορία ... (Η αλικόντηση του μαστροΓιώργη) του Book Hill.
Μετά από το καυτό μπανιστήρι με το Ελενάκι και τον Γιώργη τον αυγουλά, πήγα να τραβήξω το φερμουάρ του πανταλονιού μου αλλά τίποτα. Ποιος ξέρει τι ταλαιπωρία είχε τραβήξει και κόλλησε κάτω αρνούμενο να καλύψει το ελαφρώς μαραμένο πουλί μου. Το μικρό μου Μπόμπυ.
Την ίδια στιγμή η μικρή μου κόρη η Θέκλα, ήθελε να πάμε στο σπίτι και μου φώναζε από το δρόμο. Εγώ για να την πλησιάσω έπρεπε πρώτα να αποκαταστήσω τη βλάβη του φερμουάρ, καθότι δεν φορούσα και εσώρουχο. Σχεδόν ποτέ δεν φοράω δηλαδή για παν ενδεχόμενο. Έχω μερικά στην ντουλάπα αλλά τα βάζω μόνο όταν πάω στην Εκκλησία. Μαλώνουμε με τη γυναίκα μου κάθε φορά που μου παίρνει καινούρια κι εγώ τα αγνοώ.
Η Μικρή μου η Θέκλα, είναι ένα ψηλό κορίτσι με ωραίες καμπύλες. Έχει τα κιλά της. Με είδε στο χωράφι να στέκομαι μπροστά στον κισσό και να παλεύω με το φερμουάρ του σορτς μου. Άνοιξε την πόρτα το φράχτη και με πλησίασε από πίσω.
-Μπαμπά τι κάνεις εδώ; Με ρωτά.
-Τίποτα παιδί μου, να περιποιούμαι το φράχτη από την πλευρά του μαστρο Γιώργη για να μην μπαίνουν οι κότες του μέσα.
Δικαιολογήθηκα προσπαθώντας να ξανακλείσω τις τρύπες που άνοιξα για να βλέπω την μικρή Ελενίτσα να παίρνει βαθιά μέσα της την μεγάλη «Αλικόντιση» του μαστρο Γιώργη. Το σπέρμα μου ήταν ακόμα υγρό και σπαρμένο σε αρκετά μεγάλη περιοχή. Προσπαθώντας να μη δει η κόρη μου τη συμμαθήτριά της να χαριεντίζεται με το γέρο αυγουλά, με έπιασε απόγνωση. Έπιασα με το χέρι μου τις δυο πλευρές του φερμουάρ και τις έφερα κοντά. Αφού σιγουρεύτηκα ότι το πουλί μου δεν ήταν έξω, τότε μόνο γύρισα προς τη μικρή μου κόρη.
Όμως αυτό που είδα με τάραξε πιο πολύ, η Θέκλα φορούσε κάτι σαν φόρεμα που με σοκάρισε. Βασικά ήταν ένα κίτρινο μπλουζάκι που με κάποιο περίεργο τρόπο είχε γίνει κομμάτια και είχε μετατραπεί σε ένα μίνι σούπερ σέξι φόρεμα. Παρατηρώντας το, φαίνεται πως κάποιος τις είχε κάνει αμέτρητες οριζόντιες ξυραφιές, σαν να ήταν καλάθι, ενώ έλλειπαν ολόκληρα κομμάτια στη μέση δεξιά και το μηρό αριστερά. Όλο αυτό το αποκαλυπτικό θέαμα της Θέκλας, ομολογώ πως με συγκλόνισε και με δυσκολία συγκρατούσα το μικρό μου Μπόμπυ για να μην πεταχτεί έξω από το χαλασμένο φερμουάρ.
Τι είναι αυτό που φοράς Θέκλα; Που το βρήκες παιδί μου; Τη ρώτησα ενώ τη φωνή μου διέκοψε ένας ξερόβηχας από το στραβοκατάπιμα του σάλιου μου.
Σου αρέσει μπαμπά; Ο κύριος Φανούρης μου το έκανε, ο μπαμπάς της Καίτης. Στην κόρη του έχει κάνει πάρα πολλά. Τα είδα και ζήλεψα. Έτσι έκλεισα ένα ραντεβού και πήγα με το κίτρινο μπλουζάκι μου. Και ιδού λοιπόν!!! Το καινούριο μου κίτρινο φόρεμα. Δώρο μου το έκανε!!
-Το μπλουζάκι σου; Έγινε φόρεμα; Και σου το έκανε και δώρο; Κατάφερα να ψελλίσω κοιτάζοντας το πρόστυχο αυτό κατασκεύασμα για το οποίο καμάρωνε η Θέκλα.
-Και γιατί παιδί μου οι ρώγες από τα στήθη σου πετάγονται έξω; Την ρώτησα θυμωμένα ως πατέρας που θέλει το παιδί του να είναι ευπρεπώς ενδεδυμένο.
-Ο κύριος Φανούρης έκανε λάθος. Έπρεπε να το αφήσει άκοπο εκεί, σαν να είναι σουτιέν αλλά παρασύρθηκε. Και να δεις που το ίδιο λάθος έκανε και στην κόρη του. Παρ ότι μου το δοκίμαζε κάθε λίγο, αυτό του ξέφυγε. Μου ζήτησε συγνώμη και είπε να το ράψει αλλά εγώ δεν ήθελα γιατί οι ρώγες μου ήταν σκληρές και φοβήθηκα να μη με τρυπήσει.
-Α!! φοβήθηκες να μη σε τρυπήσει και τον άφηνες να σε μαλάζει, δηλαδή να το προβάρει ξανά και ξανά. Την ρώτησα, σχηματίζοντας με τη φαντασία μου το Φανούρη να μαλάζει την κόρη μου και με έπιασε μια μανία… από την μια να πάω και να του σπάσω τα μούτρα κι από την άλλη, ήθελα πολύ να ήμουν μπροστά όταν συνέβαινε όλο αυτό. Τι να πω. Προσπάθησα να κρύψω το θυμό μου και της το επαίνεσα για να μην την απογοητεύσω.
-Είναι πανέμορφο αγάπη μου, της είπα και την αγκάλιασα. Βέβαια αναγκάστηκα να αφήσω το φερμουάρ ελεύθερο. Ήρθε και κρύφτηκε μέσα στην αγκαλιά μου σαν μικρό χαδιάρικο γατάκι. Την ίδια στιγμή πάνω από τον ώμο μου διέκρινε στο διπλανό κτήμα την συμμαθήτριά της την Ελενίτσα που αποχαιρετούσε με εγκάρδιές αγκαλιές τον μαστρο Γιώργη. Δεν την άφησα να τη φωνάξει, αν και ήθελε πολύ να της δείξει το καινούριο κίτρινο κοφτό της φόρεμα.
Το χέρι μου είχε περάσει στη μέση της και έσκυψα το πρόσωπό μου στον λαιμό της για να της δείξω πόσο μου αρέσει όλο αυτό το πακέτο. Εκείνη τρίφτηκε σφικτά πάω μου για να μου ανταποδώσει τη στοργική αγκαλιά, που όμως εμπεριείχε και αρκετή δόση θηλυκότητας. Για να μην πω λαγνείας που μάλλον στο κεφάλι μου ήταν.
Η Θέκλα διέκοψε πρώτη τους εναγκαλισμούς μας και μου ζήτησε να πάμε στο σπίτι να μου κάνει το τραπέζι, για όλα τα κομπλιμέντα που της έκανα πριν. Η μητέρα της με την μεγάλη μου κόρη είχαν πάει στην Αθήνα για να δώσει εξετάσεις και θα έμενε μια εβδομάδα. Έτσι η νοικοκυρά του σπιτιού θα ήταν η Θέκλα. Πήγαμε και καθίσαμε στην κουζίνα όπου εκείνη άρχισε το μαγείρεμα.
Το μενού ήταν εξαιρετικό και πολύ πρωτότυπο. Αυγά με λουκάνικα. Ενθουσιάστηκα, από τη μια γιατί μου αρέσουν κι από την άλλη θα τα έτρωγα από τα χεράκια της Θέκλας μου. Καθώς στεκόταν στην κουζίνα και προετοίμαζε το δείπνο, έβλεπα το καλοσχηματισμένο γυναικείο πια σώμα της να διαγράφεται με την βοήθεια του χειροποίητου ρούχου που τόσο πολύ της άρεσε. Όσο κι αν προσπάθησα να διακρίνω αν φορούσε κιλοτάκι, δεν ήταν δυνατόν αφού κρυβόταν κάτω από τις οριζόντιες λωρίδες του ρούχου της.
Σέρβιρε όλο το φαγητό σε ένα πιάτο και με ένα πιρούνι έτρωγε πότε εκείνη και πότε τάιζε εμένα. Βέβαια έσκαγε στα γέλια κάθε φορά που μου έπεφταν τα αυγά από το στόμα και έσπευδε να τα μαζέψει. Ύστερα ήρθαν τα δύσκολα. Με τα λουκάνικα θα κάναμε ένα παιχνίδι. Θα τρώγαμε μαζί από μισό μέχρι που να ακουμπήσουμε ο ένας τα χείλη του άλλου. Διασκεδαστικό μέχρι που ακουμπούσαν τα χείλη μας και προσπαθούσε να κλέψει με τη γλώσσα της όσο περισσότερο λουκάνικο μπορούσε.
Επειδή κρεμόμασταν καθισμένοι σε διπλανές καρέκλες μου ζήτησε να καθίσει στο γόνατό μου. την άφησα και αμέσως το καβάλησε. Το δροσερό μου μπούτι δέχτηκε ξαφνικά ένα καυτό σκέπασμα που πρέπει να είχε 40 πυρετό. Γύρισα και την κοίταξα. Ήταν ενθουσιασμένη με το παιχνίδι και ήθελε συνέχεια. Φάγαμε και τα 4 λουκάνικα που το καθένα τελείωνε με ένα γλωσσόφιλο διαρκείας ενώ η θερμοκρασία ανάμεσα στα πόδια της όλο και ανέβαινε. Ύστερα μείναμε μόνο στα γλωσσόφιλα, ώσπου μια στιγμή τραβήχτηκε μου έσπρωξε ελαφρώς το κεφάλι προς τα κάτω κι μου έχωσε τη ρώγα της στο στόμα.
-Και τώρα ήρθε η ώρα για το γαλατάκι σου μπαμπάκα!! Μου είπε με καμάρι. Ούτε στα όνειρά μου δεν θα έβλεπα να πιπιλώ ένα σφριγηλό νεανικό βυζάκι… αλλά, που να πάρει… ήταν της κόρης μου. Δεν έπρεπε να ξεκινήσει όλο αυτό. Η τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα μετά από το δείπνο κάθε άλλο παρά μπαμπά και κόρης ήταν. Αν συνεχίζαμε θα έπρεπε να δρέψω απαγορευμένους καρπούς. Δεν ήταν σωστό. Αν και όλα οδηγούσαν εκεί, έπρεπε σαν καλός γονιός να το αποτρέψω. Την έπιασα από τη μέση και την κατέβασα από το μηρό μου. Γύρισα αστραπιαία και κοίταξα εκεί που καθόταν. Ήταν βρεγμένα με ένα σωρό σάλια . τώρα ήμουν σίγουρος πια πως δεν φορούσε εσώρουχο.
Τη βοήθησα να πάμε τα πιάτα στο νεροχύτη και της ζήτησα να πάμε να ξεκουραστούμε στα δωμάτιά μας. Κρέμασε μούτρα και μου δήλωσε ότι δεν θα πλύνει τα πιάτα. Όταν ξεκίνησα για το δωμάτιό μου, με ικέτεψε να κοιμάται μαζί μου ενόσω λείπει η μαμά αλλά αρνήθηκα. Μπήκα στο δωμάτιο και ξεχνώντας να κλείσω την πόρτα, άρχισα να γδύνομαι για να πάω στο μπάνιο. Κάποια στιγμή είδα στον καθρέπτη της ντουλάπας μια σκιά που στεκόταν εκεί στο πλάι, στα σκοτεινά. Μετά το κρύο ντουζάκι που έκανα για να μου πέσει λίγο η ένταση, ξάπλωσα γυμνός στο κρεβάτι. Συνήθως πέφτω μπρούμητα με τα πόδια τσακιστά (σκαλάκι). Με πήρε σχεδόν αμέσως ο ύπνος.
Δεν πέρασε πολύ ώρα κι άκουσα μέσα στον ύπνο μου σαν ένα σκυλάκι να κλαψουρίζει. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα μπροστά στην ανοιχτή οθόνη του υπολογιστή να είναι σκυμμένη η Θέκλα και να κλαίει. Φορούσε ένα διάφανο νυχτικό της μάνας της και βέβαια ήταν από μέσα γυμνή. Σκεπάστηκα όπως όπως με το μαξιλάρι και πήγα κοντά της να την παρηγορήσω. Μου είπε πως θέλει να κοιμηθούμε μαζί αλλιώς θα κλαίει όλη τη νύχτα. Σκέφτηκα πως θα ήταν δύσκολο να ακούω το κλάμα της και την πήρα δίπλα μου στο κρεβάτι. Έβαλα ενδιάμεσα κι ένα μαξιλάρι και βυθίστηκα ξανά στον ύπνο.
Ξύπνησα πάλι με κάποιες σπρωξιές. Το μαξιλάρι δεν υπήρχε μεταξύ μας. Είχε βάλει το χέρι ανάμεσα στα πόδια και προσπαθούσε να πιάσει το πουλί μου που είχε ξανασηκωθεί. Συνέχισα να ροχαλίζω στα ψέματα και την βοήθησα σ αυτό που ήθελε να κάνει. Μάλιστα άνοιξα τα κωλομέρια της, για να γλιστρήσει ευκολότερα ο μικρός Μπόμπι στη ρωγμή τους. Την άφησα να ασχολείται μ’ αυτό και το χέρι μου συνέχισε προς τα κάτω τρυπώνοντας στην υγρή σχισμάδα της.
Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν διαπίστωσα ότι η κόρη μου δεν ήταν παρθένα. Μέχρι τώρα έλεγα πως η παρθενιά της θα ήταν μια αναστολή για να μην προχωρήσω πέρα από μερικά χάδια και παιχνίδια με το χέρι . Όμως τώρα δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο πια και ότι ήθελε να γίνει ας γίνει. Εξ άλλου το θέλουμε και οι δύο πολύ. Πάντως η περιέργειά μου ήταν πιο πολλή από την καύλα μου και άρχισα την ανάκριση.
-Κουκλίτσα μου πλήρωσες τον κύριο Φανούρη;
-Ναι μπαμπάκα…
-Με τι χρήματα… σου έδωσε η μαμά;
-Αν σου πω δεν θα θυμώσεις ε;
-Όχι καλή μου δεν θα θυμώσω.. σου υπόσχομαι. Αλλά δεν θέλω να χρωστάμε.
-Ο κύριος Φανούρης μου είπε αν θέλω να πληρώσω με φιλιά και τέτοια..
-Φιλιά; Τι φιλιά; Στο στόμα;
-Να…. μου φιλούσε τις ρώγες μου και το μουνάκι….
-Κι εσύ γλυκιά μου κόρη;
-Εμένα με κέρασε παγωτό πάνω στο πουλί του και το έγλυφα.
-Μετά; μετά ;;
-Μετά… κέρασε παγωτό και το μουνάκι μου.. το τάιζε μέχρι μέσα. Βαθιά, όλο και πιο βαθιά.
-Πόνεσες παιδί μου; Έκλαιγες κοριτσάκι μου ;
- Ω!! όχι ήταν πολύ ωραία μπαμπάκα. Μου σήκωσε τα μπουτάκια ψηλά και μου το γέμισε παγωτά. Μετά άρχισε να τα γλύφει και με γαργαλούσε με τα μουστάκια του.
Ο Φανούρης ήταν ένας πρώην χίπης που διατηρούσε ακόμα το μουστάκι και τα μακριά μαλλιά ράτσα. Οδηγούσε μια Χάρλεϋ τσόπερ. Έκανε γυμνισμό μαζί με τη γυναίκα, την γκόμενα και την κόρη του την Καίτη στον κήπο τους που συχνά κατέληγε σε όργια!!
-Η Καίτη, η φίλη σου είχε φύγει; Ήσασταν μόνοι με τον κύριο Φανούρη τον κοπτοράπτη; Την ρώτησα.
- Όχι !! ήταν εκεί… την κέρασε κι εκείνη παγωτό.. στο τέλος της άδειασε και μια κρέμα πάνω στην κοιλιά της.
-Α!! ευτυχώς που δεν τα άδειασε μέσα σου…
Όση ώρα κράτησε αυτή η κουβέντα με τη Θέκλα, εγώ έχωνα και ξανάχωνα το δάχτυλό μου βαθιά στην τρυπούλα της, ελπίζοντας να κάνω λάθος και η κόρη μου να αστειευόταν πως έχασε την παρθενιά της. Όμως η πικρή αλήθεια ήταν ότι δεν υπήρχε ίχνος παρθενιάς στο μικρό της μουνάκι. Και μάλιστα δεν ήταν καν ερεθισμένη που σημαίνει πως την είχε χάσει εδώ και καιρό. Βέβαια καταλαβαίνεται σε τι δύσκολη θέση βρισκόμουν. Το πουλί μου τριβόταν ανάμεσα στα κωλομέρια της κόρης μου και το δάχτυλό μου την γαμούσε ασύστολα. Βρισκόμουν σ ένα σεξουαλικό αμόκ και η λαχτάρα μου να μάθω περισσότερα δεν με άφησε να καταλάβω πότε τις έχωσα κι άλλο ένα δάχτυλο μέσα. Πράγμα που την έκανε να δυσανασχετήσει.
-Μπαμπάκα πρόσεχε!! Θα με σκίσεις!!!
Πω πω!! Τι λέει το κοριτσάκι, και θα με κάνει να χύσω πριν την ώρα μου!!! Τι φράσεις είναι αυτές που ξεστομίζει;
Τέλος πάντων συγκρατήθηκα όσο μπορούσα και συνέχισα την ανάκριση για να μάθω περισσότερα για την ερωτική ζωή της κόρης μου.
-Για πες μου Θέκλα μου, έχεις πληρώσει και αλλού με τον ίδιο τρόπο όπως πλήρωσες ακαι τον κύριο Φανούρη.
-Μπαμπάκα αν σου πω θα με δείρεις;
-Όχι παιδί μου, τι λες τώρα! Εγώ σ αγαπάω τόσο πολύ. Για πες!!
-Λοιπόν έτσι πλήρωσα τον κυρ Αντώνη τον Μπακάλη. Πήγα να πάρω αγγούρια και λουκάνικα. Εκείνος μου ζήτησε να παίξουμε ένα παιχνίδι και….
-Και; Τι «και» παιδί μου; τι σταματάς; Λέγε παρακάτω!!
-Ε δεν καταλαβαίνεις; Μου έβαλε μέσα το λουκάνικο και κρεμόταν μπροστά μου σαν πιπί.
-και…. Το αγγούρι;
-Το αγγούρι μου το έβαλε για ουρά. Μετά παίξαμε τα σκυλάκια. Ξέρεις…
-Δεν ξέρω, τι ξέρω ο καψερός;
-Πως κάνουν τα σκυλάκια τα βράδια στο δρόμο που πηδάει το ένα πάνω στο άλλο και μετά κολλάνε μεταξύ τους..
-Κόλλησε κι ο κυρ Αντώνης μαζί σου; Μη μου πεις!!!
- Όχι βρε μπαμπά!! Βγήκε εύκολα. Είχε βάλει φρέσκο βούτυρο. Έξυπνο ε;
Είχα ανάψει κι είχα πιαστεί τόση ώρα … την γύρισα ανάσκελα και ξάπλωσα πάνω σηκώνοντας τα μπουτάκια της ψηλά στο πλάι. Προφανώς καταλαβαίνεται ότι συνέβη το ακατονόμαστο. Και επόμενο ήταν αφού η μικρή μου κόρη ήταν πολύ καυλιάρα και μετά από τους δαχτυλισμούς μου το μουνάκι της είχε ποταμίσει στα υγρά. Οπότε «κατά λάθος ο μικρός μου Μπόμπυ που είχε πρηστεί με όλα όσα άκουε ως τώρα, γλίστρησε και καρφώθηκε στην τρύπα της μικρής μου Θέκλας. Δεν έπρεπε, ήταν λάθος. Μια απροσεξία που νομίζω ότι δεν θα ξαναγίνει . Τουλάχιστον θα προσπαθήσω να μην ξαναγίνει άλλη φορά. Τώρα, αφού μπήκε πια, δεν πειράζει. Πρώτη και τελευταία. Σκέφτηκα για να καλύψω τις ενοχές μου. Η μικρή βέβαια δεν δυσανασχέτησε καθόλου. Το δέχτηκε με χαμόγελο απόλαυσης.
Εγώ πήγα να συνεχίσω την πρόστυχη κουβέντα μαζί της αλλά με διέκοψε.
-Έλα βρε μπαμπά να το απολαύσουμε… τόσο καιρό το περιμένω. Σε βλέπω στο ντουζ καθώς μπαίνω στο μπάνιο και ξερογλείφομαι. Θέλω να μπω μέσα μαζί σου αλλά φοβάμαι μη με αποπάρεις και με διώξεις.
Εγώ χαλάρωσα χωρίς να πω κουβέντα και άφησα το καυλί μου να τερματίσει βαθιά μέσα της. Εκείνη έβγαλε ένα λυγμό απόλαυσης καθώς το κεφάλι του μικρού Μπόμπυ τριβόταν στην μήτρα της, σχεδόν έκλαιγε από ηδονή.
Συνέχισα απαλά και ηδονικά εισπράττοντας παρατεταμένα επιφωνήματα γλύκας και απόλαυσης από το κορίτσι μου, μέχρι που μου ήρθε να ρωτήσω.. «στον Μαστρο Γιώργη τον Αβγουλά πήγες ποτέ;..»
-Μα βέβαια, μου απαντά…τα αυγά μας από εκεί τα παίρνω.
Δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο. Σιγά σιγά η ένταση πολλαπλασιαζόταν, το ίδιο και ο ρυθμός του σφυροκοπήματος. Και βέβαια σε λίγο περιέχυσα με σιρόπια το γλυκό μου κοριτσάκι που τα χάρηκε πολύ. Δεν πειράζει, η πρώτη και η τελευταία φορά ήταν, εξ άλλου η Θέκλα το απόλαυσε όσο κι εγώ. Δεν πρόκειται να ξανά συμβεί… εξ άλλου η γυναίκα μου γυρίζει μεθαύριο.
Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα μου στο τηλέφωνο (είναι Πειραιώτισσα) μου ανακοίνωσε ότι η μαμά της είναι λίγο άρρωστη και θα μείνει για 15 μέρες ακόμα. Μου παράγγειλε μέχρι να γυρίσουν να κάνω όλα τα χατίρια της Θέκλας για να μη γκρινιάζει.
Ε λοιπόν…… θα τα κάνω!!
8ヶ月前