Στο βυθό της θάλασσας η αγάπη μου κοιμάται

Στο βυθό της θάλασσας η αγάπη μου κοιμάται

Γειά σας, είμαι η Έλενα και θα σας πω μια λίγοοοο... Μεγαλίστικη ιστορία… πως να σας το πω. Ντρέπομαι λίγο. Άλλα καλύτερα ακούστε την και θα καταλάβετε.

Μόλις έκλεισαν τα σχολεία όλα τα παιδιά ξεχυθήκαμε στις γειτονιές, στις αλάνες και στα χωράφια. Οι γονείς μας δεν μας άφηναν να κατεβούμε στο γιαλό γιατί δεν μας είχαν εμπιστοσύνη. «Θα πνιγούμε» λέει!! Με την τρέλα που μας δέρνει!! Έτσι παίζαμε στην χωματένια αλάνα, δίπλα στις μαρμάρινες κολώνες και τα άλλα ξεχασμένα αρχαία που πολλές φορές τα καβαλικεύαμε σαν να ήταν άλογα, πύραυλοι ή μηχανές… παιδάκια βλέπεις … η φαντασία πάει σύννεφο.

Εδώ θα σας πω ένα μυστικό. Εμένα μου άρεσε πολύ να τα καβαλάω γιατί ένιωθα πολύ όμορφα. Μικρή δεν με ένοιαζε. Αλλά εδώ και ένα χρόνο, βρήκα ένα σημείο (δεν σας το λέω για να μην πάτε και καθίσετε πρώτοι), αυτό το σημείο έχει ένα μικρό στρογγυλό μπαλάκι σαν το καρούμπαλο στο κεφάλι του καπετάν Νικόλα. Του Ερημίτη! Όποτε καθίσω εκεί πάνω και κάνω ότι καλπάζω, ευχαριστιέμαι πάρα πολύ. Σχεδόν ζαλίζομαι και όλο αναστεναγμοί μου έρχονται. Μια αγαλλίαση!! Νιώθω μια λύσσα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, αλλά όλο και πιο τακτικά θέλω να πηγαίνω, όλο και πιο πολύ να κάθομαι. Το χειμώνα, που δεν βγαίνω, μου αρέσει να κουνιέμαι στο καρούμπαλο της καρέκλας. Στη γωνία, στο ξύλινο πόδι ... ξέρετε. Όταν με δει η μαμά μου μου φωνάζει να σταματήσω. Γιατί όμως;

Καλά είναι όταν παίζουμε όλοι μαζί, κορίτσια και αγόρια στην αλάνα. Στην αρχή δεν έχει πολύ ενδιαφέρον. Παίζουμε κυνηγητό, κρυφτό, σκλαβάκια. Αλλά μετά μας βάζουν να παίζουμε τη μακριά γαϊδούρα. Και όσο καβαλικεύουμε εμείς είναι καλά. Καθόμαστε πάνω στην πλάτη των αγοριών και τους αναγκάζουμε να μας πηγαίνουν βόλτες γύρω γύρω στη γειτονιά. Βέβαια, πάντα μας χουφτώνουν και μας τρίβουν τα μπουτάκια και το κωλαράκι, αλλά δεν πειράζει. Αυτό είναι πληρωμή για την «κούρσα» που μας πηγαίνουν.

Όταν όμως έρχεται η σειρά μας να στηθούμε, κανένας δεν μας καβαλικεύει. Δεν το πετυχαίνουν και όλοι έρχονται και τρίβουν τα πουλιά τους από πίσω μας. Ξέρουμε ότι μόλις σκύψουμε θα βγάλουν έξω τα τσουτσουνάκια τους και θα τα τρίβουν πάνω στα κωλαράκια μας. Τους αφήνουμε για λίγο μέχρι να ξεθαρρέψουν, κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνουμε, και μόλις πάνε να μας κατεβάσουν τα κιλοτάκια, γυρίζουμε κι όποιον αρπάξουμε, τον βάζουμε κάτω και του το τραβάμε μέχρι να πει «Ήμαρτον».

Εγώ ένα βράδυ, είχα στηθεί για να με πηδήσουν. Έτσι το λέμε, δεν ξέρω αν είναι σωστό. Μάλλον κάτι άλλο πονηρό σημαίνει... Τα άλλα κορίτσια όλα στη σειρά. Η φίλη μου η Θέκλα, η Νίκη και η Αναστασία παραδίπλα. Περίμεναν κι αυτές. Α! να σας πω, ότι η μαμά μου αγοράζει όλο κάτι μικρές φουστίτσες, που μου είναι πολύ κοντές, με φραμπαλά γύρω γύρω και μικρά τοπάκια με την κοιλιά και την πλάτη μου έξω. Δεν είναι κακά!! Ίσα ίσα που με δροσίζουν όλο το καλοκαίρι. Παρόμοια βέβαια φοράνε και οι φίλες μου αφού όλες ξεσηκώνουν από μένα. Με τις κοντές φουστίτσες, όταν σκύβω φαίνεται το βρακάκι μου, αλλά, Τι; κλεμμένο το έχω;. Για να πω την αλήθεια μερικές φορές κλέβω τα στριγκάκια της μαμάς. Μια χαρά μου μπαίνουν. Αεράτα αεράτα, με τον καύσωνα, τα δικά μου ιδρώνουν πολύ. Ήθελα να ήξερα τα στριγκάκια πως μπαίνουν σε κείνη με τις μπουτάρες και τις κωλάρες της;

Σκύψαμε λοιπόν και περιμέναμε να μας πηδήσουν. «Πιο χαμηλά!! Πιο χαμηλά", φώναζαν τα αγόρια. Όλο και σκύβαμε εμείς και περιμέναμε. Σε λίγο έκαναν πως έρχονται αλλά δεν μπορούσαν, λέει, να μας πηδήσουν. Έτριβαν τα πιπιά τους στο κωλαράκι μας και γκρίνιαζαν ότι είμαστε ψηλές. Τότε, ένοιωσα κάτι ζεστό να τρίβεται στα κωλομάγουλά μου. Τον άφησα να τριφτεί για λίγο και έκανα νόημα στις κοπέλες. «Με το ένα με το δύο με το τρία… γυρίζουμε όλες μαζί και τους αρπάζουμε από τα τσουτσούνια.
Εμένα είχε κολλήσει από πίσω μου ο Αντώνης. Ήταν πιο μεγάλος δυο τρία χρόνια. Είχε ένα πολύ μεγάλο πουλί. Μόλις του το άρπαξα ανατρίχιασα. Ήταν σαν να έπιανα "τσουτσού της θάλασσας", Ξέρετε που τις βάζουν δόλωμα στα παραγάδια. Ήταν σκληρό σαν αγγούρι και είχε τρίχες γύρω γύρω. Δεν τρόμαξα όμως, όπως η Θέκλα, αλλά ούτε κι αυτή τον άφησε.

-Βρωμόπαιδα, τι μας κάνετε; Τους είπα. Μας εκμεταλλεύεστε τις καημενούλες και κάνετε πλάκες. Δεν είναι παιχνίδι αυτό. Ελεεινοί!!

Κάθε φορά που τους βρίζαμε, τους τραβούσαμε με δύναμη τα πουλιά τους, σαν να θέλουμε να τα ξεκολλήσουμε. Αυτοί, όλως παραδόξως, μάλλον τρόμαξαν και έμειναν ακίνητοι με γουρλωμένα μάτια. Δεν έφυγαν ούτε διαμαρτυρόταν από το μαρτύριο που τους κάναμε.

-Παλιοτόμαρα! Αν μας κολλήσετε άλλη φορά την ώρα που παίζουμε μαζί, θα σας τα δαγκώσουμε και δεν θα σας αφήνουμε να φύγετε… είπε η Θέκλα, καταλάβατε;
- Δαγκώστε τα, είπε ο Αντώνης… που να περιμένουμε μέχρι την άλλη φορά…. ίσως βάλουμε μυαλό!!
-Ναι, αν θέλετε τιμωρήστε μας τώρα.. είπε το Γιωργάκι, ο πόρνος. Έτσι τον φωνάζουν. Έχει πάντα ξεκούμπωτο το φερμουάρ του.

Κοιτάξαμε η μία την άλλη, συνεννοηθήκαμε με τα μάτια και όπως είμαστε, γονατίσαμε και αρχίσαμε να τους τα δαγκώνουμε. Απαλά βέβαια για να μην τραυματιστούν και δεν μπορούν να κατουρήσουν. Εγώ τον άρπαξα τον Αντώνη από τα μπαλάκια του και πήρα το πουλί του στο στόμα μου. Το δάγκωνα και του ζουλούσα τα μπαλάκια για κάμποση ώρα. Το πουλί του όλο και μεγάλωνε όλο και σκλήραινε. Έκανε ψέματα ότι υποφέρει ... αλλά εγώ δεν τον άφηνα.,

Σε λίγο ένοιωσα μέσα στο στόμα μου κάτι ζεστά σάλια που είχαν μια περίεργη γεύση. Τον έβγαλα από μέσα για να δω και τα έφτυσα, όσα έμειναν δηλαδή, γιατί τα πρώτα τα κατάπια μαζί με το σάλιο μου.

-Τί είναι αυτά; Ρώτησα τον Αντώνη με περιέργεια και θυμό που δεν πρόλαβα να τον τιμωρήσω αρκετά.
-Ανδρικό γάλα… μη φοβάσαι, δεν είναι δηλητήριο! Όλες οι γυναίκες το πίνουν. Απάντησε γελώντας σαρκαστικά. Αντίθετα, είναι πολύ θρεπτικό. Αν πίνεις τακτικά σου περνάνε τα σπυράκια !!

-Το πίνει και η μαμά μου;
-Ναι! Και βέβαια η μαμά σου; Πολύ!! μου απαντά ειρωνικά.
-Και που το βρίσκει; Αφού ο μπαμπάς μου είναι στο Τουμπάϊ 2 χρόνια!
-Ρώτα την… μου απάντησε γελώντας.

Μάζεψε μέσα το πουλί του και πήγε στα σκαλάκια που καθόμαστε τα βράδια. Τα ίδια έπαθαν και οι φίλες μου.
Ήθελα πολύ να ρωτήσω τη μαμά μου αν δαγκώνει πουλιά για να πίνει ανδρικό γάλα , αλλά.... κάπως ντράπηκα. Δεν ήταν σωστό. Θα έλθει η ώρα και θα μάθω. Τώρα που το ξέρω θα κοιτάξω. Γι' αυτό δεν έχει σπυράκια. Όχι πως έχω κι εγώ, αλλά μπορεί να βγάλω αργότερα. Στην εφηβεία λένε πως τα βγάζεις…

Από τότε ο Αντώνης με ακολουθούσε παντού και στο μπάνιο. Στη θάλασσα. Ερχόταν κοντά μου και έκανε πως θα με πνίξει. Μου κατέβαζε το μπικίνι και με πείραζε από κάτω μου. Αν είχε κόσμο, τον έδιωχνα. Ντρεπόμουν. Αν όμως είμαστε μόνοι μας δεν μπορούσα να τον αποφύγω και τον άφηνα να παίξει λίγο μέχρι να βαρεθεί.

Ένα μεσημέρι πήγαμε στην παραλία με τους παλιούς μύλους. Χρόνια έστεκαν εκεί σαν δράκοι, σαν διαστημόπλοια, που θα μας πάνε στο φεγγάρι. Κολυμπούσαμε με τα κορίτσια μέχρι που ήρθαν και ορισμένα αγόρια. Σε λίγο, η Θέκλα και η Αθηνά, έφυγαν γιατί είχαν να πάνε σε γενέθλια. Ο Αντώνης είχε κολλήσει σαν βδέλλα πάνω μου. Με πήγε στην ξέρα για να πατώνουμε και μου κατέβασε το μπικίνι. Τα χέρια του με ψαχούλευαν και με έπιασε πάλι εκείνο...εκείνο που παθαίνω στην μαρμάρινη κολώνα. Αυτή με το καρούμπαλο. Πολλή χαρά!! Τόση χαρά που μου φεύγουν λίγα τσίσα. Μέσα στη θάλασσα ποιος θα τα δει;

Ζαλίστηκα και αναστέναζα… ήθελα κι άλλο, μα…. Ξάφνου ακούστηκε δίπλα μας ένα πλάτς!!! Τρομάξαμε και γυρίσαμε να δούμε στα βραχάκια. Ένας κουβάς με σχοινί έσκασε κοντά μας, κάποιος τον έριξε για να μας τρομάξει.

-Τι κάνεις βρε άτιμε στο κοριτσάκι; Ακούστηκε μια βροντερή φωνή. Θα σε πνίξω!! Μασκαρά!!
Ο Αντώνης φοβήθηκε. Βγήκε στη στεριά, άρπαξε τα ρούχα του και εξαφανίστηκε. Εμένα είχαν κοπεί τα πόδια μου από την γλύκα και η ζαλάδα εξακολουθούσε να έχει κυριεύσει το σώμα μου. Τα πόδια μου έτρεμαν και δεν μπορούσα να κολυμπήσω. Τότε ένοιωσα κάποιον να έχει βουτήξει και να με πλησιάζει. Με άρπαξε στα στιβαρά του μπράτσα και με έσφιξε πάνω του. Τα χέρια του πέρασαν πίσω στην πλάτη μου και στο κωλαράκι μου. Ήμουν γυμνή με τα χάδια του Αντώνη και δεν πρόλαβα να ξαναφορέσω το μπικίνι μου.

- Μη φοβάσαι γλυκιά μου γοργονίτσα.

Άκουσα μια σίγουρη ανδρική φωνή, που μου έδωσε θάρρος. Το πρόσωπό μου είχε ακουμπήσει στο γυμνασμένο στήθος του. Το αριστερό του χέρι με κρατούσε σφιχτά πάνω του και με το δεξί έκανε κουπί για να βγούμε στη στεριά. Δεν ξέρω γιατί ένοιωθα ωραία και σίγουρα. Ένοιωθα απέραντη ασφάλεια. Ήταν η ήρεμη φωνή του; τα στιβαρά μυώδη μπράτσα του; Ίσως... κάτι...

Βγαίνοντας έξω με σήκωσε στα χέρια του σαν μωρό και με πήγε μέσα στο μύλο. Τον είχε κάνει κατάλυμα. Είδα ένα μικρό κρεβάτι, τραπέζι και ένα ντουλάπι για τρόφιμα. Ήμουν ολόγυμνη, δεν φορούσα τίποτα.. Τίποτα. αλλά δεν ένοιωθα ντροπή!! Το μαγιό μου χάθηκε στην ξέρα. Εκεί που παίζαμε με τον Αντώνη. Ο διασώστης μου με ακούμπησε προσεκτικά στο κρεβατάκι. Τότε γύρισα και κοίταξα το πρόσωπό του. Ήταν…. μα βέβαια!! Ναι!! Ήταν ο καπετά Νικόλας. Ο φαλακρός κύριος με το καρούμπαλο. Έπρεπε να το φανταστώ.

Ο καπετάνιος, είναι ένας θαλασσόλυκος γύρω στα 50 που μόλις είχε πάρει τη σύνταξή του. Η σκύλα η γυναίκα του δεν τον άντεχε, αφού είχε μάθει μόνη τόσα χρόνια και τον έδιωξε από το σπίτι. Αυτός λοιπόν νοίκιασε τον άχρηστο μύλο και τον έκανε σπίτι για να έχει την ησυχία του. Όχι πως δεν έχει λεφτά για καλό σπίτι αλλά θέλει να είναι δίπλα στη θάλασσα που τόσο αγαπά. Μακριά από την αχάριστη… έτσι λέει η μαμά μου. Ο Καπετά Νικόλας μου έτριψε απαλά το γυμνό μου στήθος και μου ζήτησε να ηρεμίσω.

-Είσαι σώα καλό μου κοριτσάκι… μη φοβάσαι. Ξεκουράσου και χαλάρωσε.

Το χέρι του καπετά Νικόλα ήταν ζεστό και μου άρεσε να με χαϊδεύει. Το στήθος μου δεν ήταν πολύ μεγάλο, αλλά μερικές φορές οι ρόγες μου μεγάλωναν και σκλήραιναν όπως τώρα με τα χάδια του καπετάνιου. Προχώρησε στην κοιλίτσα μου και μετά μου χάιδεψε τα πόδια. Που ζήτησε ευγενικά να τα ανοίξω λίγο και μου τα έτριψε εσωτερικά με την ψύχα των δαχτύλων του. Υπάκουσα τυφλά. Δεν ξέρω τι είχα πάθει αλλά ακολουθούσα πειθήνια, ότι με πρόσταζε… Με μάγεψε ο ήχος της φωνής του. Αντρίκειος, ξεκάθαρος. Έδινε και ζητούσε. Του δόθηκα… (δεν ξέρω τι θα πει αυτή η λέξη, την ακούω να τη λεν οι πιο μεγάλες για τα αγόρια τους). Όταν άρχισε να μου χαϊδεύει το καστανάκι μου άναψα. Όμως είδα πως ο ήλιος είχε γύρει και η ώρα είχε περάσει.

-Καπετάνιε... του λέω. Συγνώμη, αλλά η μάνα μου θα με γυρεύει, είναι αργά και πρέπει να πάω στο σπίτι.
- Ναι καλό μου κορίτσι. Να με συχωρείς που σε κράτησα τόσο αλλά ήθελα να βεβαιωθώ πως είσαι καθ' όλα εντάξει και θα μπορείς να πας στο σπίτι. Δεν έρχονται κάθε μέρα γοργονίτσες στο φτωχικό μου!!

Πήγε και μου έφερε το παρεό και τις παντούφλες μου. Με κάθισε στο μηχανάκι του και με οδήγησε στο σπίτι. Όλο το δρόμο τον κρατούσα σφιχτά όχι από φόβο αλλά από λατρεία. Ήταν ο σωτήρας μου. Τον αγαπώ.... Μα τι λέω; αφού ξέρω μπάνιο. Τέλος πάντων. η μάνα μου δεν ήταν έξαλλή όπως νόμισα. Μας άνοιξε φορώντας ένα από εκείνα τα μίνι ρομπάκια της που τα αφήνει ξεκούμπωτα ως το κιλοτάκι. Κάλεσε τον καπετάνιο για ένα ποτό και κάθισαν στην κουζίνα να συζητάνε. Εκείνος, της εξιστορούσε το πάθημά μου αλλά δεν είπε για τον Αντώνη ούτε πως δε φορούσα μαγιό. Ατύχημα της είπε πως ήταν και εκείνος με τράβηξε έξω. Εκείνη γύρισε προς το μέρος μου και μου έβαλε τις φωνές.

-Από αύριο που θα πας στη θάλασσα, θα είσαι πάντα δίπλα στον καπετά Νικόλα. Θα κολυμπάς μαζί του, θα τον ακούς σε ότι σου πει και το μεσημέρι θα ξαποσταίνεις στο μύλο του. Τέλος!!

Όταν λέει η μάνα μου «Τέλος» δεν χωράει άλλη κουβέντα. Η συνθήκη. Είναι σαν να βάζει την υπογραφή της.

Ήθελα πολύ να την ρωτήσω που βρίσκει και πίνει ανδρικό γάλα, αλλά μια άλλη φορά. Τώρα είναι μπροστά ο άνθρωπος. Δεν είναι σωστό! Σε λίγο σηκώθηκαν και τον πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Ήθελε να του δείξει τα παλιά γαλόνια του καπετάνιου παππού μου, του πατέρα της. Και τα κιάλια… Αυτά τα κιάλια και σε ποιον δεν τα έχει δείξει… τέλος πάντων. Τους άφησα και πήγα για ένα ντους να φύγουν τα αλάτια και ύστερα είδα χαζοκούτι. Είχε εκείνη τη σέξι ξανθιά την Άινα Μάουρερ… με το άσπρο σορτς. Πω πω… όταν θα μεγαλώσω θα γίνω σαν αυτή. Ούτε φωνή χρειάζεται ούτε χορό να ξέρω ούτε να μιλάω, αφού αυτή τα λέει μισά ελληνικά και μισά τίποτα. Όλοι χαζεύουν τα μπούτια και τα βυζιά της. Φόρα παρτίδα!!

Σε καμιά, μιάμισι ώρα βγήκαν από το δωμάτιο. Ο καπετάνιος τρίκλιζε. Τώρα ήταν από το ουίσκι; Με τα κιάλια θυμήθηκε τις θάλασσες και τον έπιασε ναυτία; Τι να πω; Καληνύχτισε και έφυγε.

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, μου έδωσε η μάνα μου μια καστανιά με φαγητό και ψωμί και με έστειλε στον καπετάνιο. κάτω στους μύλους. Δεν είναι μακριά 10 λεπτά δρόμος. Πρόσφατα τον έστρωσαν άσφαλτο.

-Να του τα δώσεις μου λέει, και να του ζητήσεις λίγη Αλικόντιση .. Μην το ξεχάσεις, τη χρειάζομαι. Αλικόντιση!! (=απασχόληση παιδιού από γείτονα, ξένο κλπ)

Παίρνω την καστανιά και σιγά σιγά πάω στο μύλο. Ο καπετάνιος άφαντος. Η πόρτα του μύλου ανοιχτή. Αφήνω την καστανιά στο τραπεζάκι και ακούω νερό στην τουαλέτα. Είχε και τουαλέτα ο μύλος. Πάω κοντά, δεν είχε κλείσει την πόρτα. Ο καπετάνιος όρθιος έκανε πιπί του. Το πουλί του κατέβαινε μέχρι τη λεκάνη και πιο μέσα. Τρόμαξα … κι αν σου πει να το δαγκώσεις;…. Πως θα το κουμαντάρεις.. αλλά δεν νομίζω να χρειαστεί. Είναι καλός άνθρωπος, σκέφτηκα. Δεν θα χρειαστεί να τον τιμωρήσω. Πήγα και κάθισα στην καρέκλα και περίμενα. Δεν άργησε να βγει και χάρηκε που με είδε.

Του έδωσα το φαγητό που του έστειλε η μαμά και του ζήτησα λίγη Αλικόντιση.

-Πολύ ευχαρίστως μου είπε με χαρά και έκρυψε το φαγητό. Και τώρα μπάνιο μαζί μου όπως πρόσταξε η μανούλα. Το πρωί πήγα και σου πήρα μάσκα και βατραχοπέδιλα. Ελπίζω να είναι το νούμερο σου. Θα πάμε ψαροντούφεκο και θα μου κρατάς την τσάντα για τα ψάρια. εντάξει;

Χάρηκα πολύ, γιατί τα δικά μου πτερύγια ήταν πια μικρά μου. Τα φόρεσα, έδεσα την τσάντα στη μέση μου, τη μάσκα και μπλούμ... δίπλα στον καπετά Νικόλα. Πήγαμε στην πηγάδα. Σε ένα μέρος κοντά μεν, αλλά ήταν πολύ βαθιά. Σαν πηγάδι. Ο καπετάνιος βουτούσε και κάθε φορά έφερνε κι ένα ψάρι. Μου τα έβαζε στην τσάντα άλλα… όλο και χάιδευε το μπικινάκι μου και κάθε φορά μου τσιμπούσε και το κωλαράκι…

-Είναι γούρι!! Μου λέει. Να πιάνεις κωλαράκι, είναι γούρι. Επανέλαβε. Θα δεις που θα βγάλω πάλι μεγάλο ψάρι. Και πράγματι. Έβγαζε … μεγάλο!!. Άρχισε να μου αρέσει. Όχι τόσο με τα ψάρια, αλλά πιο πολύ τα χάδια του. Μέχρι που φτάσαμε στην ξέρα για να πατώνουμε και να ξεκουραστούμε.

-Τώρα, θα παίξουμε ένα παιχνίδι… Άνοιξε τα πόδια σου να περάσω από μέσα, μου λέει. Τα ανοίγω και μπλούμ ο καπετάνιος πέρασε τρίβοντας το σώμα του πάνω στο δικό μου. Ανατρίχιασα όπως με τον Αντώνη. Το καρούμπαλο που είχε στη φαλάκρα του τριβόταν έντονα πάνω στο…. μουνάκι μου. Κάθε φορά που περνούσε, είχα πάλι εκείνη την διαβολική αίσθηση χαράς !!! Ατέλειωτης χαράς.

-Έλα τώρα πέρασε εσύ… μου είπε και άνοιξε τα πόδια του. Βούτηξα και πήρα πορεία προς τον καπετάνιο ψάχνοντας το άνοιγμα των δύο ποδιών του. Πλησιάζοντας είδα ότι δεν φορούσε μαγιό και το παλαμάρι του κρεμόταν έξω σαν νεροφίδα. Σαν να είχε τρία πόδια!! Δεν μπορούσα να το αποφύγω και έσκασα πάνω του. Μπέρδεψα και έμεινα για λίγο χωρίς αναπνοή. Εκείνος έβαλε τα χέρια του μέσα, με σήκωσε και με έφερε στην επιφάνεια. Έπρεπε να βουτήξω πιο βαθιά την επόμενη, για να μην τρακάρω στο τεράστιο πουλί του.

Εκείνος στην σειρά του βούτηξε και έμεινε για αρκετή ώρα κάτω από τα πόδια μου γαργαλώντας το μπούτια μου.
Στη δική μου σειρά, είχα κουραστεί φαίνεται και καρφώθηκα πάλι πάνω στη νεροφίδα, το πουλί του, μπλέκοντας τον αναπνευστήρα μου και χάνοντας τη μάσκα. Ο έμπειρος καπετάνιος με άρπαξε, με έφερε στην επιφάνεια και μου έδωσε το φιλί της ζωής. Πήρα κάποιες αναπνοές αλλά ήθελα κι άλλο φιλί. Ήταν ωραίο! Έτσι προσποιήθηκα την πνιγμένη. Συνεχίσαμε για μερικά λεπτά τα φιλιά και κολυμπήσαμε προς τα έξω. Γύρισα και κοίταξα … μου έλειπε το μπικίνι. Μάλλον μου το είχε λύσει ο πονηρός ο καπετάνιος, όταν βουτούσε κι έμενε από κάτω μου. Του άρεσε φαίνεται να με βλέπει γυμνούλα. Όταν βγήκαμε στην ακτή, γύρισε, κοίταξε να μην μας δει κανείς και τρέξαμε γρήγορα στο μύλο του.

-Τα ψάρια; Τον ρώτησα.

-Άσε τα ψάρια… Τώρα… Έχουμε άλλο φαγοπότι μικρή μου γοργόνα. Μου είπε και με ξάπλωσε στο κρεβάτι.

Μετά πήρε λίγο αντιηλιακό από το ράφι και με έτριβε σε όλο μου το σώμα. Τα χέρια του ήταν μαγικά. Τα μπράτσα του ήταν όλο ποντίκια!! Είχε κάτι τεράστιες παλάμες. Πως να ξεφύγεις; εξ άλλου η μαμά μου με έστειλε, το ξεχάσατε; Δεν αντιστεκόμουν. Ήταν υπέροχη αίσθηση. Μου έτριβε τα στήθια και μετά πήγε στην κοιλιά. Όπως και την προηγούμενη μέρα, αλλά τώρα τα χέρια του ήταν λαδωμένα και η επαφή ήταν δέκα φορές καλύτερη. Ε! και η μυρωδιά της καρύδας που μου αρέσει. Μούδιαζα και ξεμούδιαζα, μέχρι που έφτασε ανάμεσα στα μπουτάκια μου και βέβαια μου ζήτησε να τα σηκώσω ανοιχτά. Μαθαίνω σιγά σιγά! Γρήγορα έχωσε τα δάχτυλά του μέσα στην τρυπούλα μου, την μπροστινή, και σε λίγο κι άλλο δάχτυλο απειλούσε να μπει στην πισινή. Το λάδι έκανε καλά τη δουλειά του. Σχεδόν είχαν χωθεί και τα δύο δάχτυλα μέσα. Ένοιωθα ένα γλυκό πόνο που δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ.

Δεν μου είχε ξανασυμβεί έτσι. Ήθελα να πάρω την "Ανακόντα" του και να την δαγκώσω από πόθο, για αυτό που μου πρόσφερε. Αυτά που μου έκανε ο Αντώνης δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αίσθηση που είχα από τα χέρια του Καπετάνιου. Όμως στο πίσω μέρος του μυαλού μου είχα και την Αλικόντιση που περίμενε η μαμά μου.

-Ξέρετε καπετάνιε.. συγνώμη που διακόπτω, αλλά η μαμά μου περιμένει την Αλικόντιση.
-Γλυκιά μου γοργόνα, αυτή προσπαθώ να φτιάξω. Αλλά πρέπει να βοηθήσεις κι εσύ. Κατ’ αρχήν πρέπει να είσαι καλό κορίτσι, να ακούς και να κάνεις ότι σου λέω. Το κρεβάτι δεν μας χωράει και τους δυο, Γι αυτό θα πέσω και θα ξαπλώσεις πάνω μου. Σου υπόσχομαι να σου αρέσει.

Έτσι κι έκανε… με έβαλε να καθίσω στο πρόσωπό του. Άνοιξα τα πόδια μου και τον άφησα να χωθεί ανάμεσά τους, παίρνοντας τόση χαρά!!. Αναγκαστικά έφτασα εκεί που φοβόμουν, έπεσε το πρόσωπό μου καταπάνω στο τεράστιο πουλί του που στεκόταν όρθιο σαν κατάρτι. Ίσως η Αλικόντιση να είναι το "ανδρικό γάλα", σκέφτηκα. Αν το δαγκώσω θα χύσει και θα πάρω λίγο για τη μανούλα, που τόσο το λαχταράει. Τον πήρα στα δυο μου χέρια και είδα πως χρειαζόταν και τρίτο χέρι για να καλύψει το ύψος του. Μπούκωσα το πάνω μέρος όσο χωρούσε το στόμα μου και έτριβα με τα δυο μου χέρια τον κορμό του.

Εκείνος είχε χώσει ένα δάχτυλο στο κωλαράκι μου που το τερμάτισε και με ψαχούλευε εσωτερικά. Με τη γλώσσα του έτριβε όλη τη σχισμάδα μου και προσπαθούσε να την τρυπώσει μέσα. Ύστερα έπιασε το κεφάλι μου και το πίεζε όλο και πιο βαθιά φτάνοντας το πουλί του μέχρι το λαρύγγι μου. Κόπηκε η αναπνοή μου, το κατάλαβε και με άφησε… προσπαθώντας πάλι, ξανά και ξανά..

Εγώ ένοιωθα τρελή χαρά από κάτω μου με απανωτά γαργαλήματα κι έτσι δεν με ένοιαζε που κατάπινα το πουλί του. Ύστερα με σήκωσε με αγκάλιασε και με φίλησε με τη γλώσσα του να περιεργάζεται όλο το στόμα μου. Μάλλον ήθελε να δει μέχρι που πήγε η νεροφίδα του. Εγώ είχα μουδιάσει από κάτω μου με τόσο γλείψιμο. Με ξάπλωσε ανάσκελα. Μου άνοιξε τα μπουτάκια και τα σήκωσε ψηλά.

-Και τώρα ετοιμάσου για να γίνεις από γοργόνα, πραγματική γυναίκα, μου λέει με ήρεμη και γλυκιά φωνή… κι αρχίζει να βυθίζει σιγά σιγά το σκληρό τεράστιο καυλί του μέσα στο μουσκεμένο μουνάκι μου. Μουδιασμένη όπως ήμουν δεν κατάλαβα πόνο παρά ένα μικρό τσούξιμο. Αυτό πρέπει να είναι. Τώρα του δόθηκα, που λένε οι μεγάλες.

Ντρέπομαι να πω τη λέξη, αλλά δεν έχει άλλη... μάλλον ο καπετά Νικόλας … «με γαμάει»… Δεν ξέρω, αλλά όπως μου λένε οι συμμαθήτριές μου που έχουν γαμηθεί, ναι αυτό είναι. Με γαμάει ο καπετάνιος. ΩωωωΧ!! πόσο όμορφα. Με πήρε στα χέρια του σαν κούκλα. Τον κρατώ απ τα γυμνασμένα μπράτσα και με έχει ανάψει. Με κάρφωσε πάνω το παλαμάρι του... Με ξεσκίζει ανελέητα… Θεούλη μου πόση χαρά μπορώ να αντέξω; Όλο αυτό είναι μια τρέλα που δεν θέλω να τελειώσει ποτέ!. Με κάθισε πάνω του και με πηδάει τρελά. Θα μου φύγει το μυαλό!! Είμαι το γαμηστηράκι του. Το άκουγα και δεν ήξερα ως τώρα τι ήταν. Το τεράστιο πουλί του μπαίνει και βγαίνει τόσο εύκολα μέσα μου!!… κι εγώ που φοβόμουν… Θέλω κι άλλο... κι άλλο!

Με δάγκωνε, με έτριβε με φιλούσε παντού. Τσιμπούσε τις ρώγες μου και μου έδινε πιο πολλή χαρά. Μου έδωσε στο τέλος να πιπιλίσω την "Ανακόντα" του. Τον πήρα στοργικά στα χέρια μου. Ήταν ένας μικρούλης καπετάνιος με το κεφαλάκι του σαν το καρούμπαλο του μεγάλου Καπετά Νικόλα. Άρχισα να το φιλάω με λατρεία, να το χαϊδεύω, να το τρίβω ξανά και ξανά, δείχνοντας του την απέραντη αγάπη μου, σαν ένα τέλειο ζωντανό παιχνίδι.

Είμαι αφοσιωμένη σε ένα κουκλάκι που που χάρισε τόση χαρά. Δεν το ήξερα, δεν το περίμενα. Τον αγαπώ και θέλω να τον φάω τώρα. Τον μπούκωσα και τον πιπιλούσα με μανία. Τον βύζαινα για να τρέξει η Αλικόντιση που έκρυβε μέσα του, το καυτό πηχτό ανδρικό γάλα που σε λίγο θα μου πλημμυρίσει το στόμα, θα κυλίσει σε όλο μου το σώμα και θα με κάνει τόσο ευτυχισμένη. Σε λίγο είδα πως δεν μπορούσε πια να κρατηθεί. Άδειασε μέσα στο στόμα μου ένα σορό ανδρικό γάλα. Ήταν καυτό και μυρωδάτο. Το κατάπια. Δεν θα μείνει καθόλου Αλικόντιση να πάω στη μαμά μου.

Τον καπετά Νικόλα τον βλέπω σχεδόν κάθε μέρα, του πηγαίνω φαγητό και περνάμε τέλεια στο μύλο του. Μερικές φορές πάει την Αλικόντιση ο ίδιος στη μαμά μου. Φρέσκια και ζεστή!!
発行者 Bobby_Kill
7ヶ月前
コメント数
xHamsterは 成人専用のウェブサイトです!

xHamster で利用できるコンテンツの中には、ポルノ映像が含まれる場合があります。

xHamsterは18歳以上またはお住まいの管轄区域の法定年齢いずれかの年齢が高い方に利用を限定しています。

私たちの中核的目標の1つである、保護者の方が未成年によるxHamsterへのアクセスを制限できるよう、xHamsterはRTA (成人限定)コードに完全に準拠しています。つまり、簡単なペアレンタルコントロールツールで、サイトへのアクセスを防ぐことができるということです。保護者の方が、未成年によるオンライン上の不適切なコンテンツ、特に年齢制限のあるコンテンツへのアクセスを防御することは、必要かつ大事なことです。

未成年がいる家庭や未成年を監督している方は、パソコンのハードウェアとデバイス設定、ソフトウェアダウンロード、またはISPフィルタリングサービスを含む基礎的なペアレンタルコントロールを活用し、未成年が不適切なコンテンツにアクセスするのを防いでください。

운영자와 1:1 채팅