Οι Πιθηκάνθρωποι και το νησί του φόβου
Οι Πιθηκάνθρωποι και το νησί του φόβου
Ο Κερκ Τέο, ή αλλιώς Κυριάκος Θεοδοσίου, γιατρός από την Ελλάδα ζούσε στο Λονδίνο με την καλλονή Σουηδέζα σύζυγό του Ίνκε και την κόρη τους Τζούλια που υπερήφανα είχε το όνομα της Ελληνίδας γιαγιάς Ιουλίας. Η Τζούλια είχε το σώμα της μητέρας της, ψηλή και πανέμορφη αλλά ήταν μελαχρινή... Ελληνίδα ... από εκεί πήρε.
Δύσκολες εποχές το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με την βασίλισσα της Αγγλίας να κάνει τα δικά της. Ήταν τότε που έδωσαν πριμ στους επιστήμονες να πάνε να μελετήσουν τις νέες αποικίες και να περιθάλψουν κυρίως το στρατό που έδιδε αγώνα με τις άγριες φυλές για την κατάκτηση των περιοχών και τον εκπολιτισμό των απολίτιστων πιθηκανθρώπων.
Έτσι λοιπόν η οικογένεια Τέο ή Θεοδοσίου και πολλοί ακόμα επιβιβάστηκαν σ ένα δικάταρτο παλιό σκαρί και ξεκίνησαν για την τροπική ζώνη. Είχαν ακούσει αρκετά και είχαν ενημερωθεί, αλλά όχι για όλα. Μόνο ότι συνέφερε στη Βασίλισσα. Εκεί έχει πάντα ζέστη, λέει, λουλούδια, πουλιά ψάρια, καλό φαγητό και ξεκούραση. Αυτό ήταν το σλόγκαν για να δελεάσουν τους επιστήμονες σ’ αυτό το ταξίδι που ίσως δεν είχε γυρισμό. Κανένας δεν μιλούσε για θηρία, αρρώστιες, εχθρικότητα των κατοίκων και άλλα πολλά.
Κανένας δεν μίλησε για τους μουσώνες και τη θαλασσοταραχή που μπορείς να συναντήσεις οπουδήποτε χωρίς να το περιμένεις. Οι προβλέψεις ήταν γενικές, γραμμένες σ΄ ένα βιβλίο από ξεμωραμένους καπετάνιους που όταν γύριζαν πίσω, είχαν χάσει τα λογικά τους.
Έτσι λοιπόν και το δικάταρτο «Ελπίδα» μόλις έπιασε τα παράλια της Αφρικής άλλαξαν όλα. Τα κορίτσια καιγόταν από τη ζέστη. Δεν είχαν δικαίωμα βέβαια να γδυθούν δημόσια ή να καταναλώσουν νερό για μπάνιο. Έτσι κλείστηκαν στις καμπίνες τους και αφαίρεσαν ότι περιττό φορούσαν ανοίγοντας το μικρό σκουριασμένο φιλιστρίνι που με δυσκολία άφηνε να μπει μέσα λίγο δροσερό θαλασσινό αεράκι. Η Τζούλια στο ταξίδι είχε κάνει μια φίλη την Έρρικα και πήγε στην καμπίνα της για παρέα. Εκεί συνεννοήθηκαν να γδυθούν εντελώς και να βρέχουν με σφουγγάρι η μια την άλλη για δροσιά. Η Έρρικα ήταν λίγο μεγαλύτερη της Τζούλιας και απ’ ότι φάνηκε της άρεσαν τα κορίτσια. Έτσι τα χάδια μεταξύ τους όλο και προχωρούσαν στα απόκρυφα σημεία τους χαρίζοντάς τους μπόλικη διασκέδαση.
Δεν πρόλαβαν όμως να απολαύσουν για πολύ το παιχνίδι του, όταν έπεσαν σε μια τρελή καταιγίδα που όμοια της δεν είχαν ξαναδεί. Το καράβι κλυδωνιζόταν μια δεξιά και μια αριστερά φτάνοντας η πλευρές του στο επίπεδο της θάλασσας. Ο γιατρός δεν μπορούσε να πάει στην καμπίνα των κοριτσιών. Η Ίνκε φώναζε απεγνωσμένα για να δει αν η κόρη της ήταν καλά. Η Τζούλια κρατούσε μια κουρτίνα και χτυπιόταν από τη μια στην άλλη πλευρά της καμπίνας. Η Έρρικα χτύπησε το κεφάλι της σε μια κουκέτα και έπεσε αναίσθητη. Η Τζούλια δυστυχώς δεν μπορούσε να τη βοηθήσει.
Μέχρι που το καράβι έσκασε σε μια ξέρα, άνοιξε από τα πλάγια και άρχισε να μπάζει νερά. Το πλήρωμα αν και έμπειρο, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Σε λίγο το πλοίο ξεκόλλησε αλλά ήταν χειρότερα. Λίγο πιο πέρα ένας βράχος κοφτερός το άνοιξε στα δύο. Όλοι οι επιβάτες και όλα τα φορτία μέσα στις ξύλινες κάσες βρέθηκαν στη θάλασσα. Η Τζούλια δεν πρόλαβε να ντυθεί, ήταν γυμνή. Είδε ένα βαρέλι που κολυμπούσε και το άρπαξε. Δεν είχε περιθώρια να σώσει τη φίλη της που σύντομα την πήρε το κύμα. Βέβαια για λίγο είδε τη μαμά της να παλεύει με τα κύματα και μερικούς ναύτες που κατάφεραν να κατεβάσουν βάρκα πριν βυθιστεί εντελώς το πλοίο.
Τους φώναξε να την πάρουν αλλά δεν κατάφεραν να πλησιάσουν. Αν και ήταν απόγευμα ο ουρανός ήταν μαύρος και τα κύματα την χτυπούσαν σαν άγρια θηρία. Σε λίγο δεν έβλεπε τίποτα. Σκοτάδι παντού. Απελπισία. Κρίμα, σε λίγες ώρες θα έφταναν σε λιμάνι. Μακάρι να τους έπιανε εκεί. Τώρα ολομόναχη, και ολόγυμνη παλεύει να σώσει τη ζωή της. Για να πάρει θάρρος έφερνε στη μνήμη της τον αγαπημένο μπαμπά της. Όταν ήταν μικρή της έλεγε τόσες ιστορίες από την αρχαία Ελλάδα που την έκαναν να νιώθει τόσο υπερήφανη. Σαν να τον άκουγε να της μιλάει.. σαν να ήταν δίπλα της.
-Ιουλία, Ιουλίαααααα,
Δεν είναι δυνατόν. σκέφτηκε.
-Μπαμπά!!! Που είσαι μπαμπάκα μου… μπαμπά. Φώναξε και άρχισε να κλαίει γαντζωμένη συνέχεια πάνω στο βαρέλι.
-Ιουλία, παιδί μου.. μη χάνεις το θάρρος σου. Κράτα γερά. Έρχομαι.
Ήταν πράγματι ο γιατρός που την έψαχνε απεγνωσμένα. Κολυμπούσε βοηθούμενος από μια χοντρή σανίδα του πλοίου που την έκανε σχεδία. Ακούγοντας τις φωνές ο ένας του άλλου πλησίασαν και η Ιουλία βρέθηκε στην ίδια σανίδα με τον μπαμπά της. Ένοιωσε τόση χαρά που δεν μπορεί να περιγράφει με λόγια. Το ψάξιμο για τη μαμά ήταν άκαρπο και ήλπιζαν να βρεθούν όλοι σώοι μόλις ξημερώσει ο ήλιος. Το κύμα τους έσπρωχνε προς νότια κατεύθυνση και σε λίγο η Τζούλια έχασε τις αισθήσεις της.
Οι γλάροι έκραζαν από πάνω της και ο ήλιος της έκαιγε την πλάτη. Το στόμα της ήταν γεμάτο άμμο και δυο καβούρια τριγύριζαν στα μαλλιά της. Άνοιξε τα μάτια της αλλά δεν μπορούσε να κουνήσει από την κούραση. Σε λίγο είδε το μπαμπά της να έρχεται προς το μέρος της. Την αγκάλιασε και την σήκωσε. Σέρνοντας την πήγε σε μια δροσιά. Εκεί είχε ετοιμάσει ένα υποτυπώδες πρωινό με γάλα καρύδας και μπανάνες.
-Μπαμπά, είμαι γυμνή… του φώναξε και κάλυψε τα στήθη της με τα μακριά μαλλιά της ενώ έχωσε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια. Ντρέπομαι.
-Μην ντρέπεσαι κορίτσι μου, κι εγώ γυμνός είμαι. Της απάντησε και έβγαλε το σκισμένο πανταλόνι του που είχε κουρελιαστεί πάνω στα βράχια. Η Τζούλια χαμογέλασε με τα καμώματα του μπαμπά που τα έκανε για να την παρηγορήσει.
-Θα κάνουμε ρούχα από φύλα μπανάνας και ίνες… Όσο κοιμόσουν, βρήκα δυο κάσες με εργαλεία και λίγα τρόφιμα. Α!! και ένα ολόκληρο πανί του πλοίου. Θα κάνουμε μια σκηνή για να μένουμε. 'Ήταν πράγματι πολύ αστείος με την μίνι φούστα μπανανόφυλου. Την ίδια έδωσε και στην κόρη του.
Η Τζούλια σαν μικρό κορίτσι που ήταν, δεν ενθουσιάστηκε με όλα αυτά που αντίκρισε, 'Ήταν αλλιώς μαθημένη βλέπετε.
-Για πόσο θα μείνουμε εδώ μπαμπά; Κάθε πότε περνούν πλοία. Δεν μου αρέσει εδώ.
-Καλή μου κόρη, θα ετοιμάσουμε σινιάλο, κάποιο σημάδι σε ψηλό μέρος και μια στοίβα ξύλα για φωτιά. Μόλις περάσει κάποιος σίγουρα θα μας δει.
Η απάντηση του μπαμπά ικανοποίησε εν μέρει την μικρή που έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Σε λίγο συνειδητοποίησε πως για πρώτη φορά αγκάλιαζε γυμνό άνδρα, και μάλιστα τον ίδιο της τον πατέρα. Κι αυτό της δημιούργησε καινούρια συναισθήματα. Διαφορετικά απ ότι ένοιωθε μέχρι τώρα. Τον βοήθησε να στήσουν ένα πρόχειρο τσαντίρι με το πανί του πλοίου και έψαξαν τριγύρω για φαγώσιμα και πόσιμο νερό. Πράγματι βρήκαν φωλιές πουλιών με αυγά και φρούτα. Μια πηγή με πόσιμο νερό σχημάτιζε μια μικρή λίμνη που θα βοηθούσε να καθαριστούν απο το αλάτι που εκαιγε το δέρμα. Η Τζούλια έπεσε μέσα και κάλεσε τον πατέρα της να της κάνει παρέα.
Μόλις κάθισε μέσα στο νερό, είδε ότι εκεί κατοικεί και ένα μεγάλο μαύρο ψάρι του γλυκού νερού. Πήδηξε πάνω στον μπαμπά της από τον πολύ φόβο και του ζήτησε να την βγάλει έξω. Εκείνος την κράτησε σφιχτά και την καθησύχασε. Όμως όπως είναι φυσικό αν ένα όμορφο κορίτσι τρίβεται πάνω σε έναν άνδρα, σύντομα κάποιο εξάρτημά του σώματός του θα μεγαλώσει και θα σκληρύνει. Έτσι και η Τζούλια γρήγορα ένοιωσε ότι κάποια αλλαγή έχει γίνει κάπου ανάμεσα στα πόδια του μπαμπά της. Εκείνος κάλυψε τη στύση του όσο μπορούσε με την παλάμη και δεν έδωσε συνέχεια.
Ένα πρωί που ο γιατρός είχε πάει για ψάρεμα, η μικρή του κόρη έκανε βόλτες στην ακροθαλασσιά. Σκεπτόταν να βοηθήσει το μπαμπά να κάνουν μια σχεδία και ίσως με το πανί να καταφέρουν να αποδράσουν. Όταν σήκωσε το κεφάλι της, είδε έξω από τον κόλπο να περνά μια βάρκα.
-ΕΕΕΕ!! Άρχισε να φωνάζει κουνώντας τα χέρια της. Έεεεεϊ , ξαναφώναξε. Δεν πρόλαβε να κουνήσει χέρια αυτή τη φορά γιατί έφαγε μια σπρωξιά κι έπεσε ανάσκελα πίσω από ένα χαμηλό βράχο. Ήταν ο μπαμπάς της που έπεσε από πάνω της και προσπαθούσε να κρυφτεί κι αυτός πίσω από τον ίδιο βράχο.
-ΣΣΣ!! Σιωπή!! Δεν βλέπεις καλή μου ότι είναι μια πιρόγα με άγριους ανθρώπους; Πρέπει να προσέχουμε. Μπορεί να είναι ανθρωποφάγοι. Γιατί να το ρισκάρουμε; Άνοιξε τα πόδια σου να κρυφτώ κι εγώ μέσα. Τους είδα να πλησιάζουν. Δεν προλαβαίνουμε να πάμε στο δάσος. Καλύτερα να μείνουμε εδώ.... είπε ο γιατρός και χουζούρεψε ανάμεσα στα μπούτια της κόρης του. Βέβαια υπήρχε και μια (μόνιμη απ τη μέρα που ήλθαν εδώ) στύση του πέους του, που τον εμπόδιζε να κατέβει χαμηλότερα και ο πωπός του ήταν στον αέρα.
Πίεση στην πίεση, έγινε το μοιραίο, αυτό που δεν έπρεπε. Το κορίτσι ένοιωσε τη στύση του μπαμπά να μπαίνει βαθιά μέσα της, παραμερίζοντας τον παρθενικό της υμένα, που μάλλον τον έκανε κομμάτια. Όταν κατάλαβαν και οι δύο τι έκαναν ήταν αργά. Έμειναν έτσι αμίλητοι. Ο γιατρός τη φίλησε στο στόμα και ευγενικά της ζήτησε συγνώμη ενώ δεν έλεγε να τον τραβήξει έξω.
Δύσκολη στιγμή. Αν σηκωνόταν θα τον έβλεπαν οι άγριοι. έπρεπε να συνεχίσουν να συνουσιάζονται για να μείνουν ζωντανοί. Βέβαια όλη αυτή η συνουσία κράτησε αρκετή ώρα. Κάθε λίγο η μπαμπάς ανασηκωνόταν, έριχνε μια ματιά και πάλι πίσω. μέσα έξω, μέσα έξω. 'Όμως η Τζούλια δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου.
-Δεν πειράζει μπαμπάκα μου… το έκανες για να σωθούμε.. ήταν ένα ατύχημα. Δεν με πειράζει. Μείνε όσο θέλεις έτσι. Χαρά μου.
Ο Γιατρός σήκωσε το κεφάλι και δεν είδε καμιά πιρόγα. Όμως συνέχισε για λίγο ακόμα το πάνω κάτω και μετά σηκώθηκε και εκσπερμάτωσε πάνω στην κοιλιά της μικτής.
-Μπαμπά, αυτά θα συμβαίνουν εφόσον ζούμε γυμνοί, είπε η Τζούλια καθώς ξέπλενε το σπέρμα στη θάλασσα. Μη στεναχωριέσαι μπαμπά. Τυχαίο ήταν.
Πέρασαν αρκετά βράδια. Η Τζούλια συζητούσε συχνά για τη μαμά της. Άραγε πρόλαβε να αρπάξει κάτι; Σώθηκε; Που να βγήκε, πως να ζει. Έχει κάτι να φάει.
-Ιουλίτσα μου, περάσαμε μια πολλή δύσκολη φάση. Είμαστε ζωντανοί και είμαστε καλά μαζί. Πιστεύω ότι και η μαμά σου είναι σε κάποια παραλία του νησιού και έχει ότι έχουμε κι εμείς. Αυγά, φρούτα, νερό. Αύριο θα αρχίσουμε να την ψάχνουμε. Έλα να ξαπλώσεις δίπλα στο μπαμπά. Ήταν μια κουραστική μέρα.
Μόλις η Τζούλια ξάπλωνε πάνω στο χορτάρινο στρώμα που έφτιαξε ο μπαμπάς, χουζούρευε τόσο, που κόλλησε σαν στρείδι πάνω του και της άρεσε πολύ. Της άρεσε να βλέπει το πουλί του μπαμπάκα να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, και να σκληραίνει. 'Όταν έφτανε να τρίβεται πάνω στα μπουτάκια της, για να του δείξει λίγη στοργή, ανασήκωσε το ένα πόδι της και τον έκρυβε ανάμεσα παίζοντας την κοιμισμένη.
Ύστερα από λίγη ησυχία ο μπαμπάς άρχισε να κινείτε μπρος και πίσω απαλά για να μην ξυπνήσει το αστέρι του. Της άρεσε όλο αυτό, ήταν τόσο γλυκό... Σκέφτηκε πόσο θα του λείπει η μαμά, η ξανθιά βόρεια θεά, όπως συνήθιζε να την αποκαλεί.
-Σίγουρα εκείνη φαντάζεται ο μπαμπάς και κάνει αυτές τις κινήσεις. Σκέφτηκε. Δεν το κάνει για μένα. όχι!
Δεν είχαν πάρει ακόμα τον πρώτο τους ύπνο και πετάχτηκαν πάνω, ακούγοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο. Τύμπανα και κρόταλα, μαζί με άναρθρες κραυγές, τους ανάγκασαν να πεταχτούν πάνω και να κρυφτούν στη ζούγκλα. Αφού πέρασε η πρώτη ψυχρολουσία ακούστηκε μια γυναικεία φωνή που πότε πότε ήταν σαν να παρακαλούσε κάτι. Η φωνή φαινόταν γνώριμη και στους δύο τους, έτσι κίνησαν δειλά -δειλά να πάνε προς το σημείο που υπέθεσαν ότι γίνεταη η πρωτόγονη τελετή. Αν και ξυπόλυτοι δεν άργησαν να φτάσουν κοντά στο σημείο που ακουγόταν τα τύμπανα.
Σταμάτησαν πίσω από κάποιες χαμηλές φυλλωσιές κι έτσι απαρατήρητοί μπορούσαν να δουν τι συμβαίνει. Αριστερά στεκόταν δεκαπέντε με είκοσι πιθηκάνθρωποι. Κάποιοι κρατούσαν πυρσούς και άλλοι χτυπούσαν τα πρωτόγονα τύμπανα και όστρακα που κροτάλιζαν. Ήταν τρομακτικοί. Είχαν πρόσωπο πιθήκου και το σώμα τους είχε τρίχες μακριές από τους ώμους μέχρι κάτω. 'Έτσι τους φάνηκαν. Δεν φορούσαν τίποτα άλλο και χόρευαν κυκλικά σαν να είχαν κερδίσει κάποιο έπαθλο, κάποιο τρόπαιο… η Τζούλια σηκώθηκε να δει καλύτερα αλλά ο μπαμπάς την έπιασε από το μπούτι και την κάθισε πάλι κάτω.
Σε λίγο έγινε απόλυτη ησυχία και τότε διέκριναν μια γυναικεία σπαραχτική φωνή να τους παρακαλεί « τελειώστε με… σας παρακαλώ τελειώστε με!!» ο γιατρός Κέρκ Τέο έσφιξε τα δόντια και σηκώθηκε να τρέξει στο πλάτωμα. Ήταν η γυναίκα του δεμένη σε ένα πάσσαλο. Γυμνή και έντρομη ζητούσε απελπισμένα να δώσουν οι άγριοι πιθηκάνθρωποι τέλος στο μαρτύριό της. Ήταν σειρά της Ιουλίας να συγκρατήσει τον πατέρα της.
-Μη μπαμπά. Δεν ωφελεί. Οι πίθηκοι κρατούν χοντρά ξύλα και θα σε τσακίσουν μόλις πλησιάσεις. Ίσως μας δοθεί κάποια άλλη ευκαιρία να την ελευθερώσουμε. Άρπαξε τον μπαμπά της χωρίς να κοιτάζει από το πουλί, κατά λάθος και τον έσυρε να καθίσει κάτω.
Οι άγριοι πλησίασαν την Ίνκε που ήταν γονατισμένη κοντά στην κεντρική φωτιά. Ένας -ένας πήγαινε από πίσω της και ασελγούσε βάναυσα, και μετά άλλος, κι άλλος. Έβγαζαν μέσα από τις μακριές τρίχες το γεννητικό τους όργανο και όπως ήταν πρησμένο και τεράστιο το έχωναν όπου έβρισκαν, σε όποια τρύπα της Ίνκε έβρισκαν ελεύθερη. Πήγαν και οι τυμπανιστές, πήγαν και αυτοί με τους πυρσούς. Όλοι … όλοι μέχρι τον τελευταίο.
Ο γιατρός παρακολουθούσε αμίλητος να ασελγούν πάνω στη γυναίκα του και δεν μπορούσε να μιλήσει. Την είχαν γεμίσει με σπέρμα. Στο πρόσωπο, στα βυζιά, στον πισινό, στα μπούτια παντού. Μέχρι που ήρθε η σειρά κάποιου που μάλλον ήταν ο αρχηγός της φυλής. Πήγαν όλοι στην άκρη και κάποιοι έφεραν μια ψάθα που την έστρωσαν κατάχαμα. Ξάπλωσαν πάνω την Ίνκε και της άνοιξαν τα πόδια. Ο γιατρός κλαψούριζε για το ανελέητο σεξ πάνω στη γυναίκα του. No mercy No mercy ψιθύριζε. Ο τελευταίος της έκανε ένα σκληρό ιεραποστολικό και όταν έφτασε σε οργασμό πήγε και της έχωσε το πουλί του στο στόμα. Αλήτες… αχρείοι, συχαμεροί !!!
-Μπαμπά δεν μπορώ να βλέπω άλλο. Είπε η μικρή Τζούλια. Πρέπει να πάω στους πιθήκους… θα ζητήσω να με ανταλλάξουν με τη μαμά. Εγώ είμαι μικρή. Θα το αντέξω αυτό. Μόνο έτσι θα την ελευθερώσουν. Θα δεις. Άσε με σε παρακαλώ!!
-Μα τι λες τρελάθηκες; Αποκρίθηκε εκείνος ψιθυριστά. Κορίτσι μου έλα στα λογικά σου. Κι αν σε κρατήσουν κι εσένα μαζί με τη μαμά… τι θα απογίνω.. θα μου έρθει τρέλα... και οι δύο γυναίκες μου σκάβες των αγρίων; Όχι, ποτέ. Δεν θα σε αφήσω να το κάνεις. Νομίζω ότι απόψε τελείωσαν όλοι πια. Ελπίζω τώρα να πάνε τη μανούλα σε κάποιο κλουβί. Από εκεί ίσως θα μπορέσουμε εύκολα να την κλέψουμε και να τη σώσουμε. Μακάρι να την αφήσουν να ηρεμήσει.
-Ελπίζω... γιατί αν υπάρχουν κι άλλοι, η μαμά δεν θα αντέξει. είπε με πόνο η μικρή.
Γύρισαν στην τέντα τους και κρύφτηκαν από κάτω. Ο γιατρός Κερκ Τέο είχε περάσει ένα απίστευτο σοκ. Από τη μια είδε πως η γυναίκα του πως ήταν ζωντανή. Από την άλλη όμως ήταν σκλάβα μιας ομάδας πιθηκανθρώπων που ασελγούσαν πάνω στο κορμί της, ξεσκίζοντας τα γεννητικά της όργανα και το... στόμα της, για πάνω από δύο ώρες. Είκοσι γιγάντιοι αρσενικοί πίθηκοι με τα φονικά τους πέη εκμαύλιζαν, σούβλιζαν την καημενούλα την Ίνκε που την έκαναν να βογκάει από πόνο. Πρέπει να νιώθει μια τεράστια φλόγωση μέσα της, με τόσους αγροίκους που την …. να μην πω.
Από τις σκέψεις αυτές, που αδικαιολόγητα του προκάλεσαν μια τεράστια στύση, τον διέκοψε ένα τρυφερό χάδι στο μάγουλο. Ήταν η κόρη του η Τζούλια που πέρασε κι αυτή ένα μεγάλο σοκ. Τόσο που έχασε τη λογική της και ήθελε σαν μαγεμένη, να αντικαταστήσει τη μητέρα της στο βωμό του σεξουαλικού μαρτυρίου. Τι γενναίο παιδί!! Τι μεγάλη ψυχή.. Ελληνίδα σωστή. Ηρωίδα… Γύρισε την κοίταξε και θαύμασε όχι μόνο την εξωτερική ομορφιά της, αλλά και την καλοσύνη της ψυχής της.
Η Τζούλια όμως τον διέκοψε για να του ζητήσει μια χάρη…
-Μπαμπάκα… ήταν μια δύσκολη βραδιά. Ξέρω πόσο σου λείπει η μαμά. Το βλέπω κάθε μέρα μπροστά σου. Ανάμεσα στα πόδια σου.... Έχεις πάλι μια τρελή στύση. Θα σου ζητούσα λοιπόν μια χάρη. Να κλείσεις τα μάτια, να φανταστείς εκείνη και να έρθεις να κάνουμε ότι κάναμε και πίσω από το βραχάκι πριν λίγες μέρες.
Θα σου κάνει καλό.... θα δεις. Δεν θα πω κουβέντα στο υπόσχομαι. Έλα σε παρακαλώ, το χρειάζεσαι. Θα μου μιλάς σαν να μιλάει η μαμά; Την ρώτησε χωρίς να της το αρνηθεί.
-Ναι μπαμπάκα… η μάλλον δεν θα μιλάω. Κλείσε τα μάτια και τέντωσε τα χέρια.
Ο γιατρός άπλωσε τα χέρια και χάιδεψε τα στήθη της μικρής που βέβαια ήταν μικρότερα σε όγκο από της μητέρας της.
-Ίνκε αγάπη μου… είπε ο γιατρός. Θα ήθελα να κάνουμε πάλι στοματικό έρωτα .. έχει περάσει καιρός και μου λείπει τόσο.
Η άπειρη μικρή, δέχτηκε
-Ναι βέβαια αγάπη μου. του είπε.
Εκείνος την καθοδήγησε και έπεσε από πάνω του κάνοντας το σύμβολο των ιχθύων … ήταν το ζώδιο της μαμάς και πάντα το έλεγε αυτό πριν ξεκινήσει. Ύστερα την πήρε και της έγλυψε όλο τον υπόγειο κόσμο της κάνοντας την να γογγύξει από χαρά και ηδονή. Τεράστια ηδονή, που ανάγκασαν τη μικρή να δαγκώσει ελαφρά το σκληρό πέος του μπαμπά.
Στη συνέχεια της είπε ότι θέλει να ξεκινήσουν γονατιστοί και να τελειώσουν όπως πάντα ιεραποστολικό. Πολλά φιλιά στο στόμα έφεραν δυνατό οργασμό και στους δύο που δεν πρόλαβαν να αποχωριστούν κι έτσι όλο το σπέρμα έμεινε βαθιά στον κόλπο της Τζούλιας.
Η επόμενη μέρα τους βρήκε χαρούμενους να παίζουν στην παραλία. Κάθε φορά που είχε στύση ο μπαμπάς, η μικρή του ζητούσε να φανταστεί τη μαμά και έκαναν με τον πατέρα της άγριο σεξ σαν να ήταν η μαμά.
Ένα πρωί ξεχύθηκαν για εξεύρεση τροφής. Ο γιατρός ψάρεμα και η Ιουλία αυγά και μπανάνες.
Η μικρή, ανέβηκε σ ένα λόφο για πρώτη φορά και ανακάλυψε μια καινούρια παραλία. Κάποιοι άνθρωποι σεργιάνιζαν εκεί. Έτρεξε με λαχτάρα να τους συναντήσει αλλά φοβήθηκε να μην είναι ανθρωποφάγοι. Πλησίασε αρκετά και κρύφτηκε στους θάμνους. Με έκπληξη είδε τη μανούλα γυμνή να κάνει ξένοιαστο μπάνιο και μετά ηλιοθεραπεία χαλαρώνοντας στην αμμουδιά. Πάνω που ήταν έτοιμη να τη φωνάξει είδε ένα τσούρμο να κατεβαίνει από το δάσος. Ήταν οκτώ άνδρες που έφεραν ένα φορητό ανάκλιντρο. Αφού έπαιξαν για λίγο μαζί της την πήρα πίσω στο δάσος… εκείνη τους ακολούθησε με χαρά.
Σκέφτηκε να το πει στον μπαμπά ότι τη είδε καλά, να μην ανησυχεί. Τελικά, δεν είναι πίθηκοι ούτε ανθρωποφάγοι. Είναι λευκοί με γένια, και φορούσαν ρούχα και καπέλα ναυτικά. Αλλά πως θα το πάρει εκείνος;… ίσως τσαντιστεί που η μαμά κάθεται και με την θέλησή της έχει γίνει η πόρνη τους. Την τελευταία στιγμή πριν χαθούν στο δάσος η Τζούλια πήδησε στην άμμο και φώναξε δυνατά!! ΜΑΜΑΑΑΑ!!
Οι τύποι γύρισαν και η Ίνκε πήδησε με λαχτάρα απ’ το ανάκλιντρο προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή. Η μαμά συνάντησε την κόρη μετά από μήνες, με πολλή χαρά. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν πολλές πολλές φορές. Της εξήγησε λοιπόν πως οι τύποι είναι πειρατές και έχουν μαζέψει πολλά πλούτη στο νησί. Έχουν ότι θέλουν.
-Αυτοί με μάζεψαν από τη θάλασσα και με έσωσαν. Της είπε. Τους χρωστώ μεγάλη χάρη και δέχτηκα να παίζω το παιχνίδι τους. Είναι για μένα ότι καλύτερο. Ήσυχο μέρος, καλοί κι ευγενικοί, που το παίζουν αλήτες όποτε χρειαστεί. Με το μπαμπά σου είχαμε φτάσει σε ένα τέλμα… δεν τον καταλάβαινα και ένοιωθα να με πιέζει πολύ τελευταία. Μην του πεις ότι με είδες. Δεν θέλω να ξαναγυρίσω. Μόνο εσύ με ενδιαφέρει να είσαι καλά.
Η Ιουλία έμεινε άφωνη. Συμφώνησε να μην του το πει και ζήτησε μια χάρη από τη μαμά.
Αν μπορούσαν οι πειρατές να τους δώσουν μια βάρκα να φύγουν από το νησί. Ήθελε τόσο πολύ να ζήσει με τον μπαμπά της σε μια μεγάλη πόλη. Η Ίνκε την αγκάλιασε την φίλησε και της υποσχέθηκε να κάνει ότι μπορεί.
Η Τζούλια γύρισε στον μπαμπά αλλά δεν είπε τίποτα. Απλά συνέχισαν το παιχνίδι «σκέψου τη μαμά και πήδα με» που άρεσε πολύ και στους δύο. Ένα βράδυ ρώτησε ο γιατρός τη μικρή. «πειράζει να σκεφτώ εσένα και να το κάνουμε καλή μου;»
-Όχι μπαμπά μου δεν πειράζει καθόλου. χαίρομαι που θα γίνω η γυναίκα σου από τώρα και στο εξής.
Σε δυο μέρες μια βάρκα με πειρατές άραξε στην παραλία τους κάνοντας μπαμπά και κόρη να κρυφτούν.
-Έι!! Φώναξε ο καπετάνιος. Ξέρουμε ότι είστε εδώ. Σας έχουμε δει πολλές φορές. Ελάτε να φορέσετε ρούχα γιατί σε λίγο σαλπάρουμε…
Ο Έλληνας γιατρός Κυριάκος Θεοδοσίου και η κόρη του Ιουλία πλησίασαν ντύθηκαν και έφυγαν από το νησί με πειρατικό πλοίο που όμως είχε ιταλική σημαία. Έφτασαν σε ένα λιμάνι κοντά στη Μεσόγειο. Εκεί τους αποχαιρέτησαν οι πειρατές δίνοντάς τους και δύο πουγκιά με χρυσά νομίσματα για μια καινούρια αρχή.
Από εκεί δεν ήταν δύσκολο να πάνε στην Ελλάδα όπου έπιασε αμέσως δουλειά στο Βασιλικό νοσοκομείο αφού είχε ζητήσει και πήρε χαρτί από τη Βασίλισσα Βικτωρία. Μόλις είχαν ονομάσει μια πλατεία στην Αθήνα, με το όνομά της.
Βρήκαν κι ένα ωραίο σπίτι σε καλή συνοικία. Στο Κολωνάκι. Εκεί έζησε ευτυχισμένος με την κατά πολύ νεαρότερη σύζυγό του, Ινκε. Πάντα θυμούνται και την κόρη τους Ιουλία, που χάθηκε σε εκείνο το φρικτό ναυάγιο, στην Αφρική. Αιωνία της η μνήμη.
Ο Κερκ Τέο, ή αλλιώς Κυριάκος Θεοδοσίου, γιατρός από την Ελλάδα ζούσε στο Λονδίνο με την καλλονή Σουηδέζα σύζυγό του Ίνκε και την κόρη τους Τζούλια που υπερήφανα είχε το όνομα της Ελληνίδας γιαγιάς Ιουλίας. Η Τζούλια είχε το σώμα της μητέρας της, ψηλή και πανέμορφη αλλά ήταν μελαχρινή... Ελληνίδα ... από εκεί πήρε.
Δύσκολες εποχές το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με την βασίλισσα της Αγγλίας να κάνει τα δικά της. Ήταν τότε που έδωσαν πριμ στους επιστήμονες να πάνε να μελετήσουν τις νέες αποικίες και να περιθάλψουν κυρίως το στρατό που έδιδε αγώνα με τις άγριες φυλές για την κατάκτηση των περιοχών και τον εκπολιτισμό των απολίτιστων πιθηκανθρώπων.
Έτσι λοιπόν η οικογένεια Τέο ή Θεοδοσίου και πολλοί ακόμα επιβιβάστηκαν σ ένα δικάταρτο παλιό σκαρί και ξεκίνησαν για την τροπική ζώνη. Είχαν ακούσει αρκετά και είχαν ενημερωθεί, αλλά όχι για όλα. Μόνο ότι συνέφερε στη Βασίλισσα. Εκεί έχει πάντα ζέστη, λέει, λουλούδια, πουλιά ψάρια, καλό φαγητό και ξεκούραση. Αυτό ήταν το σλόγκαν για να δελεάσουν τους επιστήμονες σ’ αυτό το ταξίδι που ίσως δεν είχε γυρισμό. Κανένας δεν μιλούσε για θηρία, αρρώστιες, εχθρικότητα των κατοίκων και άλλα πολλά.
Κανένας δεν μίλησε για τους μουσώνες και τη θαλασσοταραχή που μπορείς να συναντήσεις οπουδήποτε χωρίς να το περιμένεις. Οι προβλέψεις ήταν γενικές, γραμμένες σ΄ ένα βιβλίο από ξεμωραμένους καπετάνιους που όταν γύριζαν πίσω, είχαν χάσει τα λογικά τους.
Έτσι λοιπόν και το δικάταρτο «Ελπίδα» μόλις έπιασε τα παράλια της Αφρικής άλλαξαν όλα. Τα κορίτσια καιγόταν από τη ζέστη. Δεν είχαν δικαίωμα βέβαια να γδυθούν δημόσια ή να καταναλώσουν νερό για μπάνιο. Έτσι κλείστηκαν στις καμπίνες τους και αφαίρεσαν ότι περιττό φορούσαν ανοίγοντας το μικρό σκουριασμένο φιλιστρίνι που με δυσκολία άφηνε να μπει μέσα λίγο δροσερό θαλασσινό αεράκι. Η Τζούλια στο ταξίδι είχε κάνει μια φίλη την Έρρικα και πήγε στην καμπίνα της για παρέα. Εκεί συνεννοήθηκαν να γδυθούν εντελώς και να βρέχουν με σφουγγάρι η μια την άλλη για δροσιά. Η Έρρικα ήταν λίγο μεγαλύτερη της Τζούλιας και απ’ ότι φάνηκε της άρεσαν τα κορίτσια. Έτσι τα χάδια μεταξύ τους όλο και προχωρούσαν στα απόκρυφα σημεία τους χαρίζοντάς τους μπόλικη διασκέδαση.
Δεν πρόλαβαν όμως να απολαύσουν για πολύ το παιχνίδι του, όταν έπεσαν σε μια τρελή καταιγίδα που όμοια της δεν είχαν ξαναδεί. Το καράβι κλυδωνιζόταν μια δεξιά και μια αριστερά φτάνοντας η πλευρές του στο επίπεδο της θάλασσας. Ο γιατρός δεν μπορούσε να πάει στην καμπίνα των κοριτσιών. Η Ίνκε φώναζε απεγνωσμένα για να δει αν η κόρη της ήταν καλά. Η Τζούλια κρατούσε μια κουρτίνα και χτυπιόταν από τη μια στην άλλη πλευρά της καμπίνας. Η Έρρικα χτύπησε το κεφάλι της σε μια κουκέτα και έπεσε αναίσθητη. Η Τζούλια δυστυχώς δεν μπορούσε να τη βοηθήσει.
Μέχρι που το καράβι έσκασε σε μια ξέρα, άνοιξε από τα πλάγια και άρχισε να μπάζει νερά. Το πλήρωμα αν και έμπειρο, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Σε λίγο το πλοίο ξεκόλλησε αλλά ήταν χειρότερα. Λίγο πιο πέρα ένας βράχος κοφτερός το άνοιξε στα δύο. Όλοι οι επιβάτες και όλα τα φορτία μέσα στις ξύλινες κάσες βρέθηκαν στη θάλασσα. Η Τζούλια δεν πρόλαβε να ντυθεί, ήταν γυμνή. Είδε ένα βαρέλι που κολυμπούσε και το άρπαξε. Δεν είχε περιθώρια να σώσει τη φίλη της που σύντομα την πήρε το κύμα. Βέβαια για λίγο είδε τη μαμά της να παλεύει με τα κύματα και μερικούς ναύτες που κατάφεραν να κατεβάσουν βάρκα πριν βυθιστεί εντελώς το πλοίο.
Τους φώναξε να την πάρουν αλλά δεν κατάφεραν να πλησιάσουν. Αν και ήταν απόγευμα ο ουρανός ήταν μαύρος και τα κύματα την χτυπούσαν σαν άγρια θηρία. Σε λίγο δεν έβλεπε τίποτα. Σκοτάδι παντού. Απελπισία. Κρίμα, σε λίγες ώρες θα έφταναν σε λιμάνι. Μακάρι να τους έπιανε εκεί. Τώρα ολομόναχη, και ολόγυμνη παλεύει να σώσει τη ζωή της. Για να πάρει θάρρος έφερνε στη μνήμη της τον αγαπημένο μπαμπά της. Όταν ήταν μικρή της έλεγε τόσες ιστορίες από την αρχαία Ελλάδα που την έκαναν να νιώθει τόσο υπερήφανη. Σαν να τον άκουγε να της μιλάει.. σαν να ήταν δίπλα της.
-Ιουλία, Ιουλίαααααα,
Δεν είναι δυνατόν. σκέφτηκε.
-Μπαμπά!!! Που είσαι μπαμπάκα μου… μπαμπά. Φώναξε και άρχισε να κλαίει γαντζωμένη συνέχεια πάνω στο βαρέλι.
-Ιουλία, παιδί μου.. μη χάνεις το θάρρος σου. Κράτα γερά. Έρχομαι.
Ήταν πράγματι ο γιατρός που την έψαχνε απεγνωσμένα. Κολυμπούσε βοηθούμενος από μια χοντρή σανίδα του πλοίου που την έκανε σχεδία. Ακούγοντας τις φωνές ο ένας του άλλου πλησίασαν και η Ιουλία βρέθηκε στην ίδια σανίδα με τον μπαμπά της. Ένοιωσε τόση χαρά που δεν μπορεί να περιγράφει με λόγια. Το ψάξιμο για τη μαμά ήταν άκαρπο και ήλπιζαν να βρεθούν όλοι σώοι μόλις ξημερώσει ο ήλιος. Το κύμα τους έσπρωχνε προς νότια κατεύθυνση και σε λίγο η Τζούλια έχασε τις αισθήσεις της.
Οι γλάροι έκραζαν από πάνω της και ο ήλιος της έκαιγε την πλάτη. Το στόμα της ήταν γεμάτο άμμο και δυο καβούρια τριγύριζαν στα μαλλιά της. Άνοιξε τα μάτια της αλλά δεν μπορούσε να κουνήσει από την κούραση. Σε λίγο είδε το μπαμπά της να έρχεται προς το μέρος της. Την αγκάλιασε και την σήκωσε. Σέρνοντας την πήγε σε μια δροσιά. Εκεί είχε ετοιμάσει ένα υποτυπώδες πρωινό με γάλα καρύδας και μπανάνες.
-Μπαμπά, είμαι γυμνή… του φώναξε και κάλυψε τα στήθη της με τα μακριά μαλλιά της ενώ έχωσε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια. Ντρέπομαι.
-Μην ντρέπεσαι κορίτσι μου, κι εγώ γυμνός είμαι. Της απάντησε και έβγαλε το σκισμένο πανταλόνι του που είχε κουρελιαστεί πάνω στα βράχια. Η Τζούλια χαμογέλασε με τα καμώματα του μπαμπά που τα έκανε για να την παρηγορήσει.
-Θα κάνουμε ρούχα από φύλα μπανάνας και ίνες… Όσο κοιμόσουν, βρήκα δυο κάσες με εργαλεία και λίγα τρόφιμα. Α!! και ένα ολόκληρο πανί του πλοίου. Θα κάνουμε μια σκηνή για να μένουμε. 'Ήταν πράγματι πολύ αστείος με την μίνι φούστα μπανανόφυλου. Την ίδια έδωσε και στην κόρη του.
Η Τζούλια σαν μικρό κορίτσι που ήταν, δεν ενθουσιάστηκε με όλα αυτά που αντίκρισε, 'Ήταν αλλιώς μαθημένη βλέπετε.
-Για πόσο θα μείνουμε εδώ μπαμπά; Κάθε πότε περνούν πλοία. Δεν μου αρέσει εδώ.
-Καλή μου κόρη, θα ετοιμάσουμε σινιάλο, κάποιο σημάδι σε ψηλό μέρος και μια στοίβα ξύλα για φωτιά. Μόλις περάσει κάποιος σίγουρα θα μας δει.
Η απάντηση του μπαμπά ικανοποίησε εν μέρει την μικρή που έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Σε λίγο συνειδητοποίησε πως για πρώτη φορά αγκάλιαζε γυμνό άνδρα, και μάλιστα τον ίδιο της τον πατέρα. Κι αυτό της δημιούργησε καινούρια συναισθήματα. Διαφορετικά απ ότι ένοιωθε μέχρι τώρα. Τον βοήθησε να στήσουν ένα πρόχειρο τσαντίρι με το πανί του πλοίου και έψαξαν τριγύρω για φαγώσιμα και πόσιμο νερό. Πράγματι βρήκαν φωλιές πουλιών με αυγά και φρούτα. Μια πηγή με πόσιμο νερό σχημάτιζε μια μικρή λίμνη που θα βοηθούσε να καθαριστούν απο το αλάτι που εκαιγε το δέρμα. Η Τζούλια έπεσε μέσα και κάλεσε τον πατέρα της να της κάνει παρέα.
Μόλις κάθισε μέσα στο νερό, είδε ότι εκεί κατοικεί και ένα μεγάλο μαύρο ψάρι του γλυκού νερού. Πήδηξε πάνω στον μπαμπά της από τον πολύ φόβο και του ζήτησε να την βγάλει έξω. Εκείνος την κράτησε σφιχτά και την καθησύχασε. Όμως όπως είναι φυσικό αν ένα όμορφο κορίτσι τρίβεται πάνω σε έναν άνδρα, σύντομα κάποιο εξάρτημά του σώματός του θα μεγαλώσει και θα σκληρύνει. Έτσι και η Τζούλια γρήγορα ένοιωσε ότι κάποια αλλαγή έχει γίνει κάπου ανάμεσα στα πόδια του μπαμπά της. Εκείνος κάλυψε τη στύση του όσο μπορούσε με την παλάμη και δεν έδωσε συνέχεια.
Ένα πρωί που ο γιατρός είχε πάει για ψάρεμα, η μικρή του κόρη έκανε βόλτες στην ακροθαλασσιά. Σκεπτόταν να βοηθήσει το μπαμπά να κάνουν μια σχεδία και ίσως με το πανί να καταφέρουν να αποδράσουν. Όταν σήκωσε το κεφάλι της, είδε έξω από τον κόλπο να περνά μια βάρκα.
-ΕΕΕΕ!! Άρχισε να φωνάζει κουνώντας τα χέρια της. Έεεεεϊ , ξαναφώναξε. Δεν πρόλαβε να κουνήσει χέρια αυτή τη φορά γιατί έφαγε μια σπρωξιά κι έπεσε ανάσκελα πίσω από ένα χαμηλό βράχο. Ήταν ο μπαμπάς της που έπεσε από πάνω της και προσπαθούσε να κρυφτεί κι αυτός πίσω από τον ίδιο βράχο.
-ΣΣΣ!! Σιωπή!! Δεν βλέπεις καλή μου ότι είναι μια πιρόγα με άγριους ανθρώπους; Πρέπει να προσέχουμε. Μπορεί να είναι ανθρωποφάγοι. Γιατί να το ρισκάρουμε; Άνοιξε τα πόδια σου να κρυφτώ κι εγώ μέσα. Τους είδα να πλησιάζουν. Δεν προλαβαίνουμε να πάμε στο δάσος. Καλύτερα να μείνουμε εδώ.... είπε ο γιατρός και χουζούρεψε ανάμεσα στα μπούτια της κόρης του. Βέβαια υπήρχε και μια (μόνιμη απ τη μέρα που ήλθαν εδώ) στύση του πέους του, που τον εμπόδιζε να κατέβει χαμηλότερα και ο πωπός του ήταν στον αέρα.
Πίεση στην πίεση, έγινε το μοιραίο, αυτό που δεν έπρεπε. Το κορίτσι ένοιωσε τη στύση του μπαμπά να μπαίνει βαθιά μέσα της, παραμερίζοντας τον παρθενικό της υμένα, που μάλλον τον έκανε κομμάτια. Όταν κατάλαβαν και οι δύο τι έκαναν ήταν αργά. Έμειναν έτσι αμίλητοι. Ο γιατρός τη φίλησε στο στόμα και ευγενικά της ζήτησε συγνώμη ενώ δεν έλεγε να τον τραβήξει έξω.
Δύσκολη στιγμή. Αν σηκωνόταν θα τον έβλεπαν οι άγριοι. έπρεπε να συνεχίσουν να συνουσιάζονται για να μείνουν ζωντανοί. Βέβαια όλη αυτή η συνουσία κράτησε αρκετή ώρα. Κάθε λίγο η μπαμπάς ανασηκωνόταν, έριχνε μια ματιά και πάλι πίσω. μέσα έξω, μέσα έξω. 'Όμως η Τζούλια δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου.
-Δεν πειράζει μπαμπάκα μου… το έκανες για να σωθούμε.. ήταν ένα ατύχημα. Δεν με πειράζει. Μείνε όσο θέλεις έτσι. Χαρά μου.
Ο Γιατρός σήκωσε το κεφάλι και δεν είδε καμιά πιρόγα. Όμως συνέχισε για λίγο ακόμα το πάνω κάτω και μετά σηκώθηκε και εκσπερμάτωσε πάνω στην κοιλιά της μικτής.
-Μπαμπά, αυτά θα συμβαίνουν εφόσον ζούμε γυμνοί, είπε η Τζούλια καθώς ξέπλενε το σπέρμα στη θάλασσα. Μη στεναχωριέσαι μπαμπά. Τυχαίο ήταν.
Πέρασαν αρκετά βράδια. Η Τζούλια συζητούσε συχνά για τη μαμά της. Άραγε πρόλαβε να αρπάξει κάτι; Σώθηκε; Που να βγήκε, πως να ζει. Έχει κάτι να φάει.
-Ιουλίτσα μου, περάσαμε μια πολλή δύσκολη φάση. Είμαστε ζωντανοί και είμαστε καλά μαζί. Πιστεύω ότι και η μαμά σου είναι σε κάποια παραλία του νησιού και έχει ότι έχουμε κι εμείς. Αυγά, φρούτα, νερό. Αύριο θα αρχίσουμε να την ψάχνουμε. Έλα να ξαπλώσεις δίπλα στο μπαμπά. Ήταν μια κουραστική μέρα.
Μόλις η Τζούλια ξάπλωνε πάνω στο χορτάρινο στρώμα που έφτιαξε ο μπαμπάς, χουζούρευε τόσο, που κόλλησε σαν στρείδι πάνω του και της άρεσε πολύ. Της άρεσε να βλέπει το πουλί του μπαμπάκα να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, και να σκληραίνει. 'Όταν έφτανε να τρίβεται πάνω στα μπουτάκια της, για να του δείξει λίγη στοργή, ανασήκωσε το ένα πόδι της και τον έκρυβε ανάμεσα παίζοντας την κοιμισμένη.
Ύστερα από λίγη ησυχία ο μπαμπάς άρχισε να κινείτε μπρος και πίσω απαλά για να μην ξυπνήσει το αστέρι του. Της άρεσε όλο αυτό, ήταν τόσο γλυκό... Σκέφτηκε πόσο θα του λείπει η μαμά, η ξανθιά βόρεια θεά, όπως συνήθιζε να την αποκαλεί.
-Σίγουρα εκείνη φαντάζεται ο μπαμπάς και κάνει αυτές τις κινήσεις. Σκέφτηκε. Δεν το κάνει για μένα. όχι!
Δεν είχαν πάρει ακόμα τον πρώτο τους ύπνο και πετάχτηκαν πάνω, ακούγοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο. Τύμπανα και κρόταλα, μαζί με άναρθρες κραυγές, τους ανάγκασαν να πεταχτούν πάνω και να κρυφτούν στη ζούγκλα. Αφού πέρασε η πρώτη ψυχρολουσία ακούστηκε μια γυναικεία φωνή που πότε πότε ήταν σαν να παρακαλούσε κάτι. Η φωνή φαινόταν γνώριμη και στους δύο τους, έτσι κίνησαν δειλά -δειλά να πάνε προς το σημείο που υπέθεσαν ότι γίνεταη η πρωτόγονη τελετή. Αν και ξυπόλυτοι δεν άργησαν να φτάσουν κοντά στο σημείο που ακουγόταν τα τύμπανα.
Σταμάτησαν πίσω από κάποιες χαμηλές φυλλωσιές κι έτσι απαρατήρητοί μπορούσαν να δουν τι συμβαίνει. Αριστερά στεκόταν δεκαπέντε με είκοσι πιθηκάνθρωποι. Κάποιοι κρατούσαν πυρσούς και άλλοι χτυπούσαν τα πρωτόγονα τύμπανα και όστρακα που κροτάλιζαν. Ήταν τρομακτικοί. Είχαν πρόσωπο πιθήκου και το σώμα τους είχε τρίχες μακριές από τους ώμους μέχρι κάτω. 'Έτσι τους φάνηκαν. Δεν φορούσαν τίποτα άλλο και χόρευαν κυκλικά σαν να είχαν κερδίσει κάποιο έπαθλο, κάποιο τρόπαιο… η Τζούλια σηκώθηκε να δει καλύτερα αλλά ο μπαμπάς την έπιασε από το μπούτι και την κάθισε πάλι κάτω.
Σε λίγο έγινε απόλυτη ησυχία και τότε διέκριναν μια γυναικεία σπαραχτική φωνή να τους παρακαλεί « τελειώστε με… σας παρακαλώ τελειώστε με!!» ο γιατρός Κέρκ Τέο έσφιξε τα δόντια και σηκώθηκε να τρέξει στο πλάτωμα. Ήταν η γυναίκα του δεμένη σε ένα πάσσαλο. Γυμνή και έντρομη ζητούσε απελπισμένα να δώσουν οι άγριοι πιθηκάνθρωποι τέλος στο μαρτύριό της. Ήταν σειρά της Ιουλίας να συγκρατήσει τον πατέρα της.
-Μη μπαμπά. Δεν ωφελεί. Οι πίθηκοι κρατούν χοντρά ξύλα και θα σε τσακίσουν μόλις πλησιάσεις. Ίσως μας δοθεί κάποια άλλη ευκαιρία να την ελευθερώσουμε. Άρπαξε τον μπαμπά της χωρίς να κοιτάζει από το πουλί, κατά λάθος και τον έσυρε να καθίσει κάτω.
Οι άγριοι πλησίασαν την Ίνκε που ήταν γονατισμένη κοντά στην κεντρική φωτιά. Ένας -ένας πήγαινε από πίσω της και ασελγούσε βάναυσα, και μετά άλλος, κι άλλος. Έβγαζαν μέσα από τις μακριές τρίχες το γεννητικό τους όργανο και όπως ήταν πρησμένο και τεράστιο το έχωναν όπου έβρισκαν, σε όποια τρύπα της Ίνκε έβρισκαν ελεύθερη. Πήγαν και οι τυμπανιστές, πήγαν και αυτοί με τους πυρσούς. Όλοι … όλοι μέχρι τον τελευταίο.
Ο γιατρός παρακολουθούσε αμίλητος να ασελγούν πάνω στη γυναίκα του και δεν μπορούσε να μιλήσει. Την είχαν γεμίσει με σπέρμα. Στο πρόσωπο, στα βυζιά, στον πισινό, στα μπούτια παντού. Μέχρι που ήρθε η σειρά κάποιου που μάλλον ήταν ο αρχηγός της φυλής. Πήγαν όλοι στην άκρη και κάποιοι έφεραν μια ψάθα που την έστρωσαν κατάχαμα. Ξάπλωσαν πάνω την Ίνκε και της άνοιξαν τα πόδια. Ο γιατρός κλαψούριζε για το ανελέητο σεξ πάνω στη γυναίκα του. No mercy No mercy ψιθύριζε. Ο τελευταίος της έκανε ένα σκληρό ιεραποστολικό και όταν έφτασε σε οργασμό πήγε και της έχωσε το πουλί του στο στόμα. Αλήτες… αχρείοι, συχαμεροί !!!
-Μπαμπά δεν μπορώ να βλέπω άλλο. Είπε η μικρή Τζούλια. Πρέπει να πάω στους πιθήκους… θα ζητήσω να με ανταλλάξουν με τη μαμά. Εγώ είμαι μικρή. Θα το αντέξω αυτό. Μόνο έτσι θα την ελευθερώσουν. Θα δεις. Άσε με σε παρακαλώ!!
-Μα τι λες τρελάθηκες; Αποκρίθηκε εκείνος ψιθυριστά. Κορίτσι μου έλα στα λογικά σου. Κι αν σε κρατήσουν κι εσένα μαζί με τη μαμά… τι θα απογίνω.. θα μου έρθει τρέλα... και οι δύο γυναίκες μου σκάβες των αγρίων; Όχι, ποτέ. Δεν θα σε αφήσω να το κάνεις. Νομίζω ότι απόψε τελείωσαν όλοι πια. Ελπίζω τώρα να πάνε τη μανούλα σε κάποιο κλουβί. Από εκεί ίσως θα μπορέσουμε εύκολα να την κλέψουμε και να τη σώσουμε. Μακάρι να την αφήσουν να ηρεμήσει.
-Ελπίζω... γιατί αν υπάρχουν κι άλλοι, η μαμά δεν θα αντέξει. είπε με πόνο η μικρή.
Γύρισαν στην τέντα τους και κρύφτηκαν από κάτω. Ο γιατρός Κερκ Τέο είχε περάσει ένα απίστευτο σοκ. Από τη μια είδε πως η γυναίκα του πως ήταν ζωντανή. Από την άλλη όμως ήταν σκλάβα μιας ομάδας πιθηκανθρώπων που ασελγούσαν πάνω στο κορμί της, ξεσκίζοντας τα γεννητικά της όργανα και το... στόμα της, για πάνω από δύο ώρες. Είκοσι γιγάντιοι αρσενικοί πίθηκοι με τα φονικά τους πέη εκμαύλιζαν, σούβλιζαν την καημενούλα την Ίνκε που την έκαναν να βογκάει από πόνο. Πρέπει να νιώθει μια τεράστια φλόγωση μέσα της, με τόσους αγροίκους που την …. να μην πω.
Από τις σκέψεις αυτές, που αδικαιολόγητα του προκάλεσαν μια τεράστια στύση, τον διέκοψε ένα τρυφερό χάδι στο μάγουλο. Ήταν η κόρη του η Τζούλια που πέρασε κι αυτή ένα μεγάλο σοκ. Τόσο που έχασε τη λογική της και ήθελε σαν μαγεμένη, να αντικαταστήσει τη μητέρα της στο βωμό του σεξουαλικού μαρτυρίου. Τι γενναίο παιδί!! Τι μεγάλη ψυχή.. Ελληνίδα σωστή. Ηρωίδα… Γύρισε την κοίταξε και θαύμασε όχι μόνο την εξωτερική ομορφιά της, αλλά και την καλοσύνη της ψυχής της.
Η Τζούλια όμως τον διέκοψε για να του ζητήσει μια χάρη…
-Μπαμπάκα… ήταν μια δύσκολη βραδιά. Ξέρω πόσο σου λείπει η μαμά. Το βλέπω κάθε μέρα μπροστά σου. Ανάμεσα στα πόδια σου.... Έχεις πάλι μια τρελή στύση. Θα σου ζητούσα λοιπόν μια χάρη. Να κλείσεις τα μάτια, να φανταστείς εκείνη και να έρθεις να κάνουμε ότι κάναμε και πίσω από το βραχάκι πριν λίγες μέρες.
Θα σου κάνει καλό.... θα δεις. Δεν θα πω κουβέντα στο υπόσχομαι. Έλα σε παρακαλώ, το χρειάζεσαι. Θα μου μιλάς σαν να μιλάει η μαμά; Την ρώτησε χωρίς να της το αρνηθεί.
-Ναι μπαμπάκα… η μάλλον δεν θα μιλάω. Κλείσε τα μάτια και τέντωσε τα χέρια.
Ο γιατρός άπλωσε τα χέρια και χάιδεψε τα στήθη της μικρής που βέβαια ήταν μικρότερα σε όγκο από της μητέρας της.
-Ίνκε αγάπη μου… είπε ο γιατρός. Θα ήθελα να κάνουμε πάλι στοματικό έρωτα .. έχει περάσει καιρός και μου λείπει τόσο.
Η άπειρη μικρή, δέχτηκε
-Ναι βέβαια αγάπη μου. του είπε.
Εκείνος την καθοδήγησε και έπεσε από πάνω του κάνοντας το σύμβολο των ιχθύων … ήταν το ζώδιο της μαμάς και πάντα το έλεγε αυτό πριν ξεκινήσει. Ύστερα την πήρε και της έγλυψε όλο τον υπόγειο κόσμο της κάνοντας την να γογγύξει από χαρά και ηδονή. Τεράστια ηδονή, που ανάγκασαν τη μικρή να δαγκώσει ελαφρά το σκληρό πέος του μπαμπά.
Στη συνέχεια της είπε ότι θέλει να ξεκινήσουν γονατιστοί και να τελειώσουν όπως πάντα ιεραποστολικό. Πολλά φιλιά στο στόμα έφεραν δυνατό οργασμό και στους δύο που δεν πρόλαβαν να αποχωριστούν κι έτσι όλο το σπέρμα έμεινε βαθιά στον κόλπο της Τζούλιας.
Η επόμενη μέρα τους βρήκε χαρούμενους να παίζουν στην παραλία. Κάθε φορά που είχε στύση ο μπαμπάς, η μικρή του ζητούσε να φανταστεί τη μαμά και έκαναν με τον πατέρα της άγριο σεξ σαν να ήταν η μαμά.
Ένα πρωί ξεχύθηκαν για εξεύρεση τροφής. Ο γιατρός ψάρεμα και η Ιουλία αυγά και μπανάνες.
Η μικρή, ανέβηκε σ ένα λόφο για πρώτη φορά και ανακάλυψε μια καινούρια παραλία. Κάποιοι άνθρωποι σεργιάνιζαν εκεί. Έτρεξε με λαχτάρα να τους συναντήσει αλλά φοβήθηκε να μην είναι ανθρωποφάγοι. Πλησίασε αρκετά και κρύφτηκε στους θάμνους. Με έκπληξη είδε τη μανούλα γυμνή να κάνει ξένοιαστο μπάνιο και μετά ηλιοθεραπεία χαλαρώνοντας στην αμμουδιά. Πάνω που ήταν έτοιμη να τη φωνάξει είδε ένα τσούρμο να κατεβαίνει από το δάσος. Ήταν οκτώ άνδρες που έφεραν ένα φορητό ανάκλιντρο. Αφού έπαιξαν για λίγο μαζί της την πήρα πίσω στο δάσος… εκείνη τους ακολούθησε με χαρά.
Σκέφτηκε να το πει στον μπαμπά ότι τη είδε καλά, να μην ανησυχεί. Τελικά, δεν είναι πίθηκοι ούτε ανθρωποφάγοι. Είναι λευκοί με γένια, και φορούσαν ρούχα και καπέλα ναυτικά. Αλλά πως θα το πάρει εκείνος;… ίσως τσαντιστεί που η μαμά κάθεται και με την θέλησή της έχει γίνει η πόρνη τους. Την τελευταία στιγμή πριν χαθούν στο δάσος η Τζούλια πήδησε στην άμμο και φώναξε δυνατά!! ΜΑΜΑΑΑΑ!!
Οι τύποι γύρισαν και η Ίνκε πήδησε με λαχτάρα απ’ το ανάκλιντρο προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή. Η μαμά συνάντησε την κόρη μετά από μήνες, με πολλή χαρά. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν πολλές πολλές φορές. Της εξήγησε λοιπόν πως οι τύποι είναι πειρατές και έχουν μαζέψει πολλά πλούτη στο νησί. Έχουν ότι θέλουν.
-Αυτοί με μάζεψαν από τη θάλασσα και με έσωσαν. Της είπε. Τους χρωστώ μεγάλη χάρη και δέχτηκα να παίζω το παιχνίδι τους. Είναι για μένα ότι καλύτερο. Ήσυχο μέρος, καλοί κι ευγενικοί, που το παίζουν αλήτες όποτε χρειαστεί. Με το μπαμπά σου είχαμε φτάσει σε ένα τέλμα… δεν τον καταλάβαινα και ένοιωθα να με πιέζει πολύ τελευταία. Μην του πεις ότι με είδες. Δεν θέλω να ξαναγυρίσω. Μόνο εσύ με ενδιαφέρει να είσαι καλά.
Η Ιουλία έμεινε άφωνη. Συμφώνησε να μην του το πει και ζήτησε μια χάρη από τη μαμά.
Αν μπορούσαν οι πειρατές να τους δώσουν μια βάρκα να φύγουν από το νησί. Ήθελε τόσο πολύ να ζήσει με τον μπαμπά της σε μια μεγάλη πόλη. Η Ίνκε την αγκάλιασε την φίλησε και της υποσχέθηκε να κάνει ότι μπορεί.
Η Τζούλια γύρισε στον μπαμπά αλλά δεν είπε τίποτα. Απλά συνέχισαν το παιχνίδι «σκέψου τη μαμά και πήδα με» που άρεσε πολύ και στους δύο. Ένα βράδυ ρώτησε ο γιατρός τη μικρή. «πειράζει να σκεφτώ εσένα και να το κάνουμε καλή μου;»
-Όχι μπαμπά μου δεν πειράζει καθόλου. χαίρομαι που θα γίνω η γυναίκα σου από τώρα και στο εξής.
Σε δυο μέρες μια βάρκα με πειρατές άραξε στην παραλία τους κάνοντας μπαμπά και κόρη να κρυφτούν.
-Έι!! Φώναξε ο καπετάνιος. Ξέρουμε ότι είστε εδώ. Σας έχουμε δει πολλές φορές. Ελάτε να φορέσετε ρούχα γιατί σε λίγο σαλπάρουμε…
Ο Έλληνας γιατρός Κυριάκος Θεοδοσίου και η κόρη του Ιουλία πλησίασαν ντύθηκαν και έφυγαν από το νησί με πειρατικό πλοίο που όμως είχε ιταλική σημαία. Έφτασαν σε ένα λιμάνι κοντά στη Μεσόγειο. Εκεί τους αποχαιρέτησαν οι πειρατές δίνοντάς τους και δύο πουγκιά με χρυσά νομίσματα για μια καινούρια αρχή.
Από εκεί δεν ήταν δύσκολο να πάνε στην Ελλάδα όπου έπιασε αμέσως δουλειά στο Βασιλικό νοσοκομείο αφού είχε ζητήσει και πήρε χαρτί από τη Βασίλισσα Βικτωρία. Μόλις είχαν ονομάσει μια πλατεία στην Αθήνα, με το όνομά της.
Βρήκαν κι ένα ωραίο σπίτι σε καλή συνοικία. Στο Κολωνάκι. Εκεί έζησε ευτυχισμένος με την κατά πολύ νεαρότερη σύζυγό του, Ινκε. Πάντα θυμούνται και την κόρη τους Ιουλία, που χάθηκε σε εκείνο το φρικτό ναυάγιο, στην Αφρική. Αιωνία της η μνήμη.
7ヶ月前