Τρίγωνα με βερμούδες ή τρίγωνα πανόραμα
Τρίγωνα με βερμούδες ή τρίγωνα πανόραμα
Μια φανταστική ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που μένουν κρυφά πίσω από τους τοίχους των σπιτιών.
του Μπόμπυ Χιλλ
Γεια σας… Είμαι η Ανδριάνα, και σας έχω πει ήδη μια ιστορία με το γιό μου το Φοίβο και τον ανεψιό μου το Γιώργο που είναι ταλαιπωρημένος ερωτικά από την γυναίκα του τη Στελλίτσα. Θυμάστε?
Είμαι παντρεμένη με ναυτικό, το Χονδρονικόλα ή χοντρομαλάκα, που απουσιάζει συνέχεια τα 5 τελευταία χρόνια. Όλες τις συζυγικές υποχρεώσεις του, ανέλαβε να εκπληρώνει το παιδί μας, ο Φοίβος μου. Τώρα επειδή είμαι πονόψυχη και το ανιψάκι μου είναι ταλαιπωρημένο στον έρωτα από τη γυναίκα του και τη μάνα της, ε!!, βοηθάω λίγο την κατάσταση και του δίνω λίγη αγάπη. Τι λίγη, που κάθε μέρα έρχεται και με παρακαλεί να του κάτσω. Τι να κάνω, τον λυπάμαι τον κακομοίρη μ ‘ αυτές που έχει μπλέξει. Οπότε περνώ λίγες ώρες στο κρεβάτι παίζοντας μαζί του.
Μια μέρα καθώς πίναμε καφεδάκι με το Φοίβο και το ανίψι, ο Γιώργος μας έλεγε πάλι τα καμώματα της πεθεράς του. Πήγε στην αγορά για ψώνια και ψώνισε ένα νεαρό πωλητή που τον κουβάλησε στο σπίτι. Τον έφερε, λέει για να γνωρίσει την κόρη της για να μην αισθάνεται μόνη. Βέβαια αυτός ενθουσιάστηκε με την εμφάνιση της Στέλλας που ομολογουμένως είναι μοντέλο κι άρχισαν τα σορόπια. Μέχρι που παρουσιάστηκε ο Γιώργος και του συστήθηκε ως ο σύζυγος της κυρίας.
-Μπράβο Γιώργο!! Του λέει ο Φοίβος. Φαντάζομαι ότι ο τύπος πάγωσε. Ε?
-Ναι … απάντησε ο Γιώργος… στην αρχή του έπεσε το σαγόνι αλλά η γριά, του είπε κάτι στο αφτί και έδειξε να μην τον πειράζει. Εγώ, πάντως πήρα ένα αναψυκτικό, άνοιξα την τηλεόραση και κάθισα να δω μπάλα. Χαλαρά.
-Μην τη λες γριά, 50άρα είναι σαν την μάνα μου και μάλιστα πολύ εμφανίσιμη, σεξουάλα! … Λες να έφερε τον νεαρό για πάρτη της? Άκου Γιωργάκη εγώ σου το ξαναείπα, η γυναίκα θέλει άντρα. Ζηλεύει που σε βλέπει με τη Στέλλα γιατί σε γουστάρει. Πάει και τελείωσε!!
-Τι λες ρε Φοίβο? Και γιατί κουβάλησε τον νεαρό, τι σχέση έχει?
-Ναι βρε βλάκα! Τον έφερε για να τον μπλέξει με τη Στέλλα και έτσι να σε έχει ελεύθερο και να της τον κάτσεις. Σε γουστάρει Γιώργη!!!.
-Δε μου βγαίνει. Τη μισώ. Πως να τη δω ερωτικά. Δεν μπορώ. Δεν γίνεται.
-θυμάσαι τι λέγαμε στο στρατό? «Μισούμε Χανουμάκια, μισούμε τις Τουρκάλες, όλες θα τις γαμήσουμε να με μπούτσο και μπουκάλες». Η αγάπη απέχει μια τρίχα από το μίσος. Εξ άλλου δεν σου είπα να την παντρευτείς!! Ένα μπούτσο να της ρίξεις σου είπα και θα δεις που όλα θα φτειάξουν. Επέμενε ο Φοίβος.
-Να αλλά δε θα μου σηκωθεί, πως θα τη γαμήσω.
-Λοιπόν είπες ότι γυρίζει στο σπίτι ημίγυμνη. Ωραίο σώμα έχει. Και στη φάτσα έκφυλη σεξουλιάρα μου κάνει. Πάρε βιάγκρα βρε αδελφέ. Δεν νομίζω ότι είναι τόσο δύσκολο πια!!.
-Συνήθως φοράει ένα μπέμπη ντολ διάφανο χωρίς σουτιέν και με αυτό κάνει όλες τις δουλειές. Εδώ που τα λέμε,…. Έχεις δίκιο Φοίβο. Μου αρέσουν τα βυζιά της και τα κωλομέρια της.
-Άκου Γιώργη, πρέπει να είσαι ευγενικός μαζί της, ξέχνα ότι σου έχει κάνει και δες την σαν να είναι άλλος άνθρωπος.. Οι γυναίκες θέλουν ένα κομπλιμάν, να τους λες πως είναι όμορφες, ένα λουλούδι, πες της για το χρώμα των ματιών της και ανάλογα προχώρα.
Παρακολουθούσα την συζήτηση των παιδιών χωρίς να συμμετέχω. Η πρόταση του Φοίβου, να κάνει ο Γιώργος σχέση με την πεθερά του μου φάνηκε κάπως… λάθος? Απίθανη να συμβεί? Μήπως έρθουν χειρότερα? Ζήλεψα λιγουλάκι? Όλα μαζί. Νοιάζομαι για το βλαμμένο το Γιωργάκι μου.
Ο Γιώργος έσκυψε το κεφάλι που ήταν γεμάτο σκέψεις και τον βάραινε. Τον πλησίασα και κάθισα δίπλα του στο τραπέζι του χάιδεψα τους ώμους και συμφώνησα με την ιδέα του Φοίβου να περάσει στην αντεπίθεση. Ως τώρα τον είχαν στην απέξω και τον ταλαιπωρούσαν. Πόσο χειρότερα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα.
Ο Γιώργος ήπιε τις τελευταίες γουλιές απ το φλυτζάνι του, μας χαιρέτησε και έφυγε προβληματισμένος. Πήρα την καρέκλα μου και κάθισα δίπλα στο Φοίβο. Ξεκούμπωσα 2-3 κουμπιά από το πουκάμισο του και πέρασα το χέρι μου μέσα και έτριβα το στέρνο του. Γέρνοντας το κεφάλι μου στον ώμο του, τον ρώτησα αν όλα αυτά που πρότεινε στο Γιώργο είχαν κάποιο νόημα για κείνον.
-Τι εννοείς μάνα? Νομίζεις ότι ζηλεύω που βλέπω να του έχεις κάποια αδυναμία? Γιατί να το κάνω? Η αδυναμία αυτή μπορεί να συνεχίσει και μετά από την όποια εξέλιξη έχει η υπόθεση του. Δεν νομίζεις?
-Μα φυσικά… είναι παιδί του αδελφού μου και νοιάζομαι γι’ αυτόν. Θέλω να είναι ευτυχισμένος και να περνάει καλά.
-Ακριβώς και γι αυτό του έδωσα κάποιες ιδέες για να ρισκάρει. Δεν ρισκάρει το Γιωργάκι και δέχεται τη ζωή του όπως έρθει. Παθητικά. Πρέπει να σταματήσει αυτό!!!
Με τρόμαξε η φωνή του και τράβηξα το χέρι μου απ το πουκάμισό του.
-Όχι αυτό, το χέρι σου να συνεχίσει, μου αρέσει … για την παθητική στάση του είπα.
Ξεκούμπωσα κι άλλα κουμπιά για να έχω ευκολότερη πρόσβαση και άρχισα να πιπιλώ το λαιμό του απαλά με τα χείλια και τη γλώσσα μου. Άκουσα την αναπνοή του να βαραίνει. Ξαφνικά με άρπαξε με έφερε κοντά στο πρόσωπό του και άρχισε να με φιλάει παθιασμένα. Είχε σκοτεινιάσει και φαινόμαστε από το δρόμο. Δεν θέλω να ανοίγω στόματα. Σηκώθηκα να κλείσω τα κουρτινάκια αλλά δεν πρόλαβα. Το χέρι του Φοίβου με άρπαξε και με πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Πήρε κάποιο βινίλιο από τη θήκη και άνοιξε το παλιό πικάπ. Ήταν ένα αγαπημένο μου μπλουζ. Με πήρε σφιχτά πάνω του. Τα χέρια του χόρευαν στην πλάτη μου. Χόρευε τόσο ωραία και παθιασμένα. Ήταν… ο άντρας των ονείρων μου… ο άντρας μου. θα του δοθώ και πάλι απόψε με όλη την ψυχή και το σώμα μου.
Πέρασαν οι μέρες και μια Κυριακή πρωί να σου το Γιωργάκι με το χοροπηδηχτό του βήμα και ένα πονηρό χαμόγελο στα χείλη. Ανοίγει την πόρτα και θρονιάζεται στο τραπέζι που παίρναμε πρωινό. Του έφερα ένα φλιτζάνι καφέ και τα σχετικά κουλουράκια που υπήρχαν ήδη στο τραπέζι.
-Τι τρέχει Γιώργη? Γιατί έχεις χαρές? Έχουμε εξελίξεις? Την πήδησες τη γριά?… τον ρωτά ο Φοίβος.
-Εσύ είπες πως δεν είναι γριά, είναι συνομήλικη με την θεία Αδριάνα. Τι σε έπιασε? Του απάντησε θιγμένος.
Στη συνέχεια έσκυψε ο Γιώργος και ψιθύρισε κάτι στο αυτί του Φοίβου κι έφυγαν τρεχάτοι για το δωμάτιο του γιού μου. Σίγουρα έγινε κάτι που δεν ήθελαν να ξέρω. Ίσως δεν μπορούσαν να μιλήσουν ελεύθερα μπροστά μου αν και δεν τους το απαγόρεψα ποτέ. Ίσα ίσα που μου αρέσει η ανδροπαρέα και τα βρομόλογά τους. Με καυλώνουν πολύ. Βέβαια έξυσα την κούτρα μου για να σκαρφιστώ κάτι γρήγορα. Πέθαινα να μάθω τι θα έλεγε ο Γιώργης στον ξάδελφό του.
Έτρεξα στην κρεβατοκάμαρά μου που είναι μεσοτοιχία μήπως και ακούσω κάτι, αλλά δεν καταλάβαινα. Έψαχνα κάτι να ακουμπήσω το αφτί μου σαν ακουστικό, σαν… και τότε μου ήρθε μια αναλαμπή. Ο Φοίβος, όταν ήταν μικρός … μα βέβαια!! Αν λειτουργεί η συσκευή θα με σώσει. Του είχαμε βάλει μικρόφωνο που δεν το αφαιρέσαμε ποτέ. Δεν χρειάστηκε. Έτρεξα στο μόνιτορ και πάτησα το κουμπί της ανοιχτής ακρόασης. Παναγιά μου κάνε να δουλέψει!! Δεν ακούω τίποτα… Μα η πρίζα.. ναι!! είχα βάλει το φωτιστικό.. πως να παίξει?. Το άλλαξα γρήγορα και αμέσως οι φωνούλες των παιδιών… των αγοριών ακουγόταν ξεκάθαρα, Ευτυχώς δούλεψε!! Μετά από τόσα χρόνια… κάθομαι λοιπόν και ακούω την ιστορία του Γιώργη…
-Ναι φίλε μου… δεν θα το πιστέψεις. Η Στελλίτσα τα ίδια, βγαίνει με το Νίκο και πάνε δεν ξέρω που. Τέλος πάντων Κυριακή πρωί μάζεψε τα πράγματά της και πήγαν εκδρομή σ’ ένα βουνό λέει και δεν ξέρω τι. Ήρθε ο Νίκος, την πήρε με τις ευλογίες της μάνας της και …. Μείναμε τα δυο μας!!! Μοναχούλια. Σκέφτηκα τα λόγια σου και λέω ή τώρα ή ποτέ. Γιωργάκι όρμα και ότι κάτσει. Σωστά?
-Σωστά του λέει ο Φοίβος. Λοιπόν για λέγε παρακάτω…
-Πάω στον κήπο στις τριανταφυλλιές και βρίσκω δυο τριαντάφυλλα ροζ και ένα κόκκινο. Τα παίρνω και πάω στην κουζίνα που έκανε η πεθερά μου καφέ. Βάζω τα τριαντάφυλλα σ ένα βάζο και το στολίζω στο τραπέζι.
-Καλημέρα Μαίρη… της λέω με γλύκα στη φωνή
-Καλημέρα…. Μου απαντά λίγο νυσταγμένη
-Τι κάνεις?
-Καφέ… μου απαντά
-Θα βάλεις λίγο παραπάνω και για μένα?
-Οκ. Άμα τον φτάσω….
Η Μαίρη, η πεθερά μου φορούσε ένα διάφανο κοντό νυχτικό μωβ, μαύρες κάλτσες και μαύρο στριγκάκι. Πενθεί το συγχωρεμένο τον άντρα της. Ακουμπούσε στον πάγκο και προσπαθούσε να φτάσει τον καφέ που πάντα η Στέλλα τον βάζει στο πάνω ράφι. Σαν πιο ψηλή. Σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών της και φαινόταν γυμνός ο υπέροχος κώλος της. Τότε είχα τα πρώτα σκιρτήματα στο πουλί μου. Πήγα κοντά της και στάθηκα από πίσω της.
-Να…. Σου το πιάσω? Τη ρωτώ, ρίχνοντας και μια καμακιά με υπονοούμενο.
-Πιάσε μου το….
Την πλησιάζω, μύριζε μια ωραία λοσιόν που βάζει το βράδυ στο σώμα της. Τεντώνομαι από πίσω της και την σπρώχνω στριμώχνοντάς την στον πάγκο. Το πουλί μου είχε καργάρει στο σορτσάκι μου και σίγουρα τον ένοιωσε στον κώλο της, γιατί της έφυγε ένα γελάκι, που το έκρυψε με το χέρι της.
-Πως τον πίνεις?
- Όπως τον πίνεις εσύ καλή μου.. της απαντώ με γλύκα, συνεχίζοντας το καμάκι, μισό βήμα πίσω της.
-Γιατί στέκεσαι? Πήγαινε στο τραπέζι κι έρχομαι. Μαλάκωσε η φωνή της.
-Θέλω να πιάσω την κούπα μου, είναι στο ράφι δίπλα στον καφέ..
-Να σου την πιάσω…. Εγώ? Μου λέει.
-Ευχαριστώ, θα την πιάσω μόνος μου, της λέω και ξανατεντώνομαι τρίβοντας τα παπάρια μου στον κώλο της. Εν τω μεταξύ την γράπωσα από τη μέση, πως και καλά, παραπάτησα. Της ζήτησα συγνώμη για την απροσεξία μου και έφυγα για το τραπέζι.
Έφερε το μπρίκι και σέρβιρε το δικό μου και το δικό της δίπλα δίπλα. Πήρε την καρέκλα και κάθισε απέναντί μου στο ένα μέτρο βάζοντας το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο. Τα μπούτια της ήταν όλα στον αέρα, μέχρι και το κιλοτάκι της. Ήπιε την πρώτη ρουφηξιά αμίλητη ενώ είχε καρφώσει τα μάτια της στα τριαντάφυλλα.
-Εσύ τα έφερες? Με ρωτά.
-Ναι…. τα έφερα…. Τα έφερα για σένα.. δυο ροζ για τα μαγουλάκια σου και το κόκκινο για τα χειλάκια σου.
Πήρε το κόκκινο από το βάζο, το περιεργάστηκε το μύρισε βαθιά και το φίλησε.. Ρε συ … Ναι το φίλησε. Είχα χαζέψει με τις βυζάρες και τις μπουτάρες της. Το πουλί μου είχε γίνει τεράστιο. Τόσο που μου βγήκε το μπουτσοκέφαλο έξω από το μπατζάκι και δεν ήθελε να μπει, το άτιμο.. είχε μουλαρώσει. Όσο έπαιζε με το τριαντάφυλλο, τόσο ξερόχυνα εγώ. Το έτριβε στο λαιμό της, στα μαλλιά της, στα βυζιά της, στα μπούτια της, στο μουνί της.. Ω ρε πούστη μου, Τι καύλα είναι αυτή? Μετά από ώρα σταμάτησε το παιχνίδι με το λουλούδι και μου λέει πονηρά.
-Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα τριαντάφυλλα, είναι πολύ ευγενική χειρονομία… αλλά, δεν έρχεσαι τακτικά στην κουζίνα. Κάτι θέλεις εσύ. Τι ζητάς από μένα? Μου είπε ήρεμα και γύρισε καρφώνοντας το βλέμμα στο πουτσοκέφαλό μου που κρεμόταν σχεδόν ολόκληρο έξω από το σορτς.
-Μαιρούλα μου… Ναι, πράγματι θέλω μια χάρη από σένα. Η Στελλίτσα.... δεν μου έχει δώσει τα εσώρουχά μου.... και δεν έχω άλλα καθαρά. Εσύ, που έχεις κλειδί.... μήπως θα μπορούσες…
Τράβηξε την καρέκλα της πιο κοντά μου και συνέχισε να πίνει τον καφέ της.
-Δεν έχεις εσώρουχα ε? ωραία !!! γύρνα γυμνός χα χα χα... Αστειεύομαι... έλα μέσα στην κάμαρα να σου δώσω μερικά.
Σηκωνόμαστε πάμε, ανοίγει την πόρτα, ανοίγει την ντουλάπα και έψαχνε στα ράφια.
-Συνήθως κάτω τα βάζει.. Εκτός αν μου τα πέταξε, είπα λυπημένος. Και έσκυψε η Μαίρη με το στριγκάκι χωμένο στην κωλοσχισμάδα της. και μου βγήκαν τα μάτια. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα χέρια μου και τη χούφτωσα την πεθερούλα μου.
-Τι κάνεις? Δεν είναι σωστό. Είμαι μάνα σου.. Γιώργο!!!
-Άκου Μαίρη, της λέω, μωρέ!!! Δεν θέλω άλλο να μαλώνουμε. Θέλω να ζούμε οι δυο μας αγαπημένοι. Άσε με να σου δώσω ένα φιλάκι και να σου δείξω την αγάπη μου.
Εκείνη σηκώθηκε, ήρθε κοντά μου, κόλλησε πάνω μου τις βυζάρες της και μου λέει αποφασισμένη..
-Ωραία, συμφωνώ να συμφιλιωθούμε. Αλλά θέλω να με φωνάζεις μάνα, ή καλύτερα μανούλα. Πρέπει να μη χάσουμε και το σεβασμό μας ε? Έλα λοιπόν τι περιμένεις ? αγκάλιασε τη μανούλα. Μου είπε και μου τέντωσε τα χείλια της.
Περιττό να σου πω πως φιλιόμαστε πάνω από δέκα λεπτά, ενώ την έτριβα σ όλο το κορμί της. Ζαλίστηκα!!. Ήταν και τα αρώματά της, τα σκουλαρίκια της, που πάντα μου άρεσαν. Το φετίχ μου… την φιλούσα στο λαιμό μέχρι που έλυσα το κορδελάκι και η νυχτικιά έπεσε στο πάτωμα… την έριξα στο κρεβάτι και την δάγκωνα στο μουνί της πάνω από το μαύρο στριγκ. Είχε σηκώσει τα πόδια ψηλά και τα μουνόχειλά της είχαν ξεχυθεί έξω. Βογκούσε και ούρλιαζε σαν πεινασμένη λύκαινα. Κι όλο μου φώναζε,
-Μη βρε παιδί μου!! Δεν είναι σωστά αυτά που μου κάνεις. Δεν πρέπει Γιώργο μου… Μη τη μανούλα..!!!
…κι όλο μου άνοιγε τα μπούτια της. Στο τέλος της έσκισα το στριγκάκι με τα δόντια μου, την έγλυφα στη κλειτορίδα και έχωσα δυο δάχτυλα στο μουσκεμένο μουνί της… πω πω!! Πρώτη φορά είδα τόσο καυλωμένο μουνί… τα υγρά μαζί με τα σάλια μου είχαν κυλίσει στην κωλοτρυπίδα της…που της έχωσα εύκολα κι άλλα δυο δάχτυλα. Σε λίγο της ζήτησα να γονατίσει …
-Μανούλα γονάτισε σε παρακαλώ να με πάρεις από το κωλαράκι.
Αμέσως γύρισε γονάτισε και μου τούρλωσε τον κώλο που της τον ξέσκισα της πουτάνας… της πεθεράς μου.
Βογκούσε και δάγκωνε το μαξιλάρι μέχρι που έβγαλε τα πούπουλα από μέσα . Με το ένα χέρι έπαιζε τις ρώγες της και με το άλλο την κλειτορίδα… έχυνε συνέχεια. Από την ώρα που ξεκινήσαμε έχυσε δώδεκα φορές. Τις μετρούσα.. την γύρισα ανάσκελα και την πηδούσα με τα μπούτια ψηλά. Φίλε ήταν όλα τα λεφτά!!… Πάντως δεν έφτασε κάποια άλλη, αγαπημένη μου…
-Ποια ρε συ, τη Στελλίτσα? Του λέει ο Φοίβος.
-Όχι κάποια άλλη που αγαπώ πολύ. Αλλά δε σου λέω…
-Μπά έχουμε και γκομενίτσα? Δεν μας τα έλεγες αυτά… για πες τι απέγινε με τη Μαίρη.
-Πηδιόμαστε όλη μέρα. Δεν βγήκαμε για φαγητό. Στο τέλος είδε πως δύσκολα μου σηκωνόταν και άρχισε τις πίπες. Μου έβαλε και την ξυρισμένη μουνάρα της στη μούρη και την έτρωγα για τα καλά. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του δωματίου…
-Μαμά !!!! τι κάνετε εκεί, Γιώργο!!! Τί κάνεις στη μαμά μου?
Ηταν η Στέλλα που είχε γυρίσει από την εκδρομή και μας έπιασε στα πράσα με τη μάνα της. Ευχαριστήθηκα που μας είδε και την πείραξε… ξέρεις. Αυτή η μάνα της ήταν η αιτία που χωρίσαμε και τώρα με θέλει για πάρτη της. Κατάλαβες?
-Τιιιι Τίποτα! Της λέω.
-Στελλίτσα μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις, κάθισε να σου εξηγήσω…. Περίμενε!!! Της λέει η μάνα της.
Η Στέλλα έκλεισε τα μάτια με τα χέρια της για να μη βλέπει και γύρισε να φύγει.. "Αίσχος!! αίσχος" φώναξε και χτύπησε την πόρτα με δύναμη.
Η πεθερά μου ξάπλωσε στην αγκαλιά μου ρίχνοντάς μου ένα πονηρό χαμόγελο.
-Και.. τώρα? Την ρώτησα. Εκείνη απλά μου σήκωσε τους ώμους της, πιπιλώντας τον αντίχειρά της.
Της έδωσα ένα φιλί και μας πήρε ο ύπνος στο κρεβάτι της Στέλλας.
Δεν ξέρω πόσες ώρες είχαν περάσει, όταν ένοιωσα κάτι ζεστό στο πουλί μου. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τη "μανούλα" να κατεβάζει τον πούτσο μου στο λαρύγγι της. Είχε καταφέρει να τον ζωντανέψει πάλι και αρχίσαμε καινούριο γύρο.. 10το? 12το? δεν ξέρω… έχασα το μέτρημα. Η Μαίρη άρχισε πάλι να βογκά και να χύνει ουρλιάζοντας. Σαν χήρα στο κρεβάτι, ένα πράμα.
Σε λίγο άνοιξε η πόρτα και ξεχύθηκε μέσα η Στέλλα πάλι, θυμωμένη.
-Τι θα γίνει? επί τέλους. Θα σταματήσετε εσείς οι δύο να βγάζετε τα μάτια σας? Δεν με αφήνετε να κοιμηθώ.
Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο και άρχισε να κλαίει.
Φορούσε μόνο το κιλοτάκι της. Πόσο μου έλειψε? Πόσο ήθελα να τη γαμήσω εκείνη τη στιγμή. Είναι μια κούκλα ψεύτικη.
Η μάνα της έβγαλε το πούτσο μου από το στόμα και την κάλεσε στο κρεβάτι.
-Έλα μην ντρέπεσαι, ο άντρας σου είναι.... Έλα να ηρεμήσεις καλή μου.
Δεν ήθελε δεύτερη κουβέντα η Στέλλα και ήρθε και έπεσε ανάμεσά μας θυμωμένη.
-Γιατί πηδιέστε τέτοια ώρα? Δεν ξέρετε ότι κάποιοι έχουν δουλειά αύριο.
-Δεν είναι αυτό που νομίζεις… απλά είπαμε να συμφιλιωθούμε… σκεφθήκαμε να αγκαλιαστούμε για να δείξουμε την αγάπη μας, ο ένας στον άλλο. Αυτό!
-και…. δεν κάνατε τίποτα άλλο?
-Μας είδες να πηδιόμαστε? Όχι βέβαια… λέει η Μαίρη
- Όχι, άλλα κάνατε γλυφομούνια και πίπες.. σας είδα!! Τί είναι αυτό?. δεν είναι σεξ?
Σηκώνεται λοιπόν η Μαίρη, κατεβάζει το βρακί της κόρης της ανοίγει τα μπούτια της και αρχίζει να της γλύφει το μουνί. Ναι παιδιά !! δεν το πίστευα… η μάνα στην κόρη. Με μια άνεση!!
-Δώσ’ της τον πούτσο σου στο στόμα Γιώργη.... και υπάκουσα.
Η Στέλλα έκανε πως δεν τον θέλει, αλλά με λίγη πίεση τον μπούκωσε και το πιπιλούσε με γλύκα. Όσο την έγλυφε η μάνα της τόσο μου τον πιπιλούσε και μου τον δάγκωνε. Σε λίγο τεντώθηκε στο κρεβάτι και άρχισε να χτυπιέται όπως κάνει πάντα όταν χύνει. Και έχυσε δυνατά…
-Λοιπόν κοπέλα μου?? σε πήδησε κανένας? Ε?
-όοοο όχι! Απαντά η Στέλλα.
-Τότε γιατί μας κατηγορείς ότι πηδιόμαστε… μια αγκαλιά σου κάναμε κι εσένα, για να σου δείξουμε την αγάπη μας με φιλιά και χάδια.. λοιπόν τέρμα τα μίση κι αρχίστε το γαμήσι…
-Και ο Νίκος? πετάγεται η Στέλλα..
- Ο Νίκος, ο Νίκος θα μείνει φίλος μας και θα τον έχουμε στις δύσκολες στιγμές , όταν δεν μπορεί ο Γιώργος.. δεν είναι ανάγκη να τον διώξουμε!!! Γι αυτό είναι οι φίλοι…… για την ανάγκη,
----------------------------------------------------------------------
Δεν άντεξα η καψερή με όσα άκουσα μέχρι τώρα. Είχα χώσει το χέρι μου στο βρακί μου και έχυσα κανα δυό φορές.. Είχα καυλώσει τόσο πολύ που ήθελα να τους γαμήσω και τους δύο αμέσως. Έκανα σαν λυσσασμένη. Έσκισα την ρόμπα μου. Έσπασα τα κουμπιά, πέταξα το σουτιέν και την μουσκεμένη κιλότα μου και βγήκα με φόρα στο διάδρομο. Άνοιξα την πόρτα του Φοίβου και …..
-Να ‘μαι κι εγώ!!! Ήρθα… Παλικάρια γδυθείτε να σας φάω.
-Μαμά!!! Είναι και ο Γιώργος εδώ…
-Θείτσα…!!! Τι είναι αυτό?
-Λοιπόν και οι δύο σας με πηδάτε σχεδόν καθημερινά, χωρίς να ξέρετε ο ένας για τον άλλο. Κάθε φορά που με ρίχνετε, χωρίς πολύ ζόρι θα έλεγα, στο κρεβάτι, εγώ ονειρεύομαι ένα πράγμα. Την ημέρα που εσείς οι δύο θα ενώσετε τις δυνάμεις σας και θα με κάνετε πίτα με γύρο.
-Θεία γαμιέσαι με το γιό σου? Φρίκαρε ο Γιώργος…
-Ναι Γιώργο. Κοιμόμαστε μαζί εδώ και αρκετό καιρό. Σχεδόν όσο και μαζί σου. Εσύ Φοίβο δεν θα πεις κάτι?
-Τι να πω? εγώ τα ήξερα. Περιμένω με λαχτάρα να δοκιμάσω τον πιτόγυρό μου. Έλα Γιώργο, πάρε θέσεις στο κρεβάτι.
Τα παλικάρια μου με έριξαν στο κρεβάτι και γονάτισαν στο πλάι ψαχουλεύοντας απαλά το κορμί μου που είχε πάρει φωτιά. Ο Φοίβος ανακάλυψε πόσο υγρή ήμουν και πλάγιασε δίπλα μου να τα γευτεί. Ο Γιώργος ήθελε γάλα, που το έψαχνε απεγνωσμένα στα θρεμμένα και σφιχτά βυζιά μου. Είχαμε ξεκινήσει πολύ καλά!! χωρίς αντιζηλίες. Τα παιδιά άλλαζαν θέσεις και μου χάριζαν απίστευτη ηδονή. Μέχρι οι τρίχες στο κεφάλι μου σηκώθηκαν. Τις ένοιωθα να πάλλοντα. Άρχισα να ανατριχιάζω σε όλο το κορμί μου. Σε λίγο τα δάχτυλά τους μπήκαν εκεί που σε λίγο θα κούμπωναν οι τεράστιες προεξοχές τους για να απογειωθούμε σαν διαστημόπλοια σε άλλους κόσμους και άλλους γαλαξίες. Μαγικούς!!
Τους ζήτησα να γευτώ κι εγώ τα πουλιά τους, για να σιγουρευτώ, πως είναι τόσο σκληρά όσο χρειάζεται για να διεισδύσουν στον εσωτερικό μου κόσμο, αφήνοντας σε λίγο, το βαρύ φορτίο τους μέσα μου. Ένας - ένας ορθώθηκαν μπροστά μου σαν αναγεννησιακά αγάλματα, σαν αρχαίοι θεοί που κατέβηκαν από τον Όλυμπο για να μου δώσουν αυτό που χρειάζομαι. Αγάπη, στοργή, ηδονή, χαρά και αγαλλίαση. Ξαπλώσαμε παράλληλα. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά αλλοπρόσαλλά, καθώς τα παιδιά με προετοίμαζαν για την ύψιστη ιεροτελεστία. Αυτό που πάντα ονειρευόμουν.
Ο Γιώργος ήταν ασυγκράτητος… με πήρε πρώτος, με γύρισε ανάσκελα κι αφού μου σήκωσε τα πόδια. Μου φύτεψε τη χοντρή ρίζα από το δέντρο του βαθιά μέσα μου. Τον ένοιωσα να πατώνει και να σπρώχνει τη μήτρα μου, απαιτώντας με θράσος, να μπει ακόμα πιο μέσα. Μπαινόβγαινε αργά. Ήξερε πως το καλό κρασί αργεί να γίνει. Δεν βιαζόταν καθόλου. Ο Φοίβος ήθελε να πάρει τη δική του θέση. Τόση ώρα την ζέσταινε αυτή τη θέση με τα δάχτυλά του και ήξερε πως εκεί θα βρει τη θαλπωρή και τη ζεστασιά που του αξίζει. Ήδη είχα αρχίσει να νιώθω να μου κόβονται τα πόδια, δεν το είχα ξανανιώσει αυτό το συναίσθημα όσο καιρό κάνω σεξ. Είναι κάτι καινούριο. Κάτι ωραίο... πολύ ωραίο!!
Ο Γιώργος πέρασε πιο ψηλά και άφησε χώρο για τον Φοίβο που έκανε άλλη μια δενδροφύτευση από πίσω μου. Ήταν κάπως πιο δύσκολη. Όμως τα κατάφερε … μπράβο στα παιδιά με δύο τεράστιους κορμούς φυτεμένους βαθιά μέσα μου μπρος και πίσω, άρχισα να νιώθω σαν την γη σε ώρα σεισμού. Με χτύπησαν 9 ρίχτερ!! Δεν μπορούσα να ελέγξω τα νευρικά μου κύτταρα που άρχισαν να χορεύουν μόνα τους. Με έπιασε ένα τρέμολο, σαν το βιολοντσέλο που παίζει με δυο δοξάρια από δύο μουσικούς. Ο καθένας έχει το σκοπό του, εναρμονισμένοι για να βγάζουν μια μελωδία, μια γλυκιά μελωδία που την νοιώθουν και οι τρεις και την απολαμβάνουν σαν χίλιοι δεκατρείς. Τόσο μεγάλη και ευχάριστη είναι, που όλοι θέλουν να ακούσουν και να δουν, να γευτούν τούτο το νόστιμο μουσικό πιτόγυρο.
Άλλαξα θέση για να γευτούν ο ένας την γλύκα του άλλου. Καβάλησα το Φοίβο και ο Γιώργος ήρθε πίσω μου. Με είχαν αγκαλιάσει και οι δύο με τόση στοργή, τόση αφοσίωση που δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή . Αύξησαν και οι δύο την στίμη των μηχανών τους και δεν άργησαν να αφήσουν μέσα μου πολλές υποσχέσεις, χιλιάδες υποσχέσεις, εκατομμύρια υποσχέσεις για μια νέα ζωή. Τζατζίκι το είπε ο ένας, σως μουστάρδας το είπε ο άλλος, ενώ με έγλυφαν και με φιλούσαν αποκαλώντας με, το πιο νόστιμο ντονέρ που έχει μπει σε πίτα ως τώρα.
Αγκαλίτσα πήραμε έναν υπνάκο και αργότερα συνεχίσαμε ορεξάτοι να δοκιμάζουμε στάσεις και θέσεις μέχρι το βράδυ. Ο Γιώργος σίγουρα δεν θα είχε κουράγιο να πηδήσει την πεθερά του, τη μανούλα, αλλά και ο γιός μου δεν νομίζω πως θα μπορεί να μου κάνει κάτι άλλο πια… Δεν πειράζει όμως…. και αύριο μέρα είναι… Καλό ξημέρωμα…
Μπόμπυ Χίλλ
Μια φανταστική ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που μένουν κρυφά πίσω από τους τοίχους των σπιτιών.
του Μπόμπυ Χιλλ
Γεια σας… Είμαι η Ανδριάνα, και σας έχω πει ήδη μια ιστορία με το γιό μου το Φοίβο και τον ανεψιό μου το Γιώργο που είναι ταλαιπωρημένος ερωτικά από την γυναίκα του τη Στελλίτσα. Θυμάστε?
Είμαι παντρεμένη με ναυτικό, το Χονδρονικόλα ή χοντρομαλάκα, που απουσιάζει συνέχεια τα 5 τελευταία χρόνια. Όλες τις συζυγικές υποχρεώσεις του, ανέλαβε να εκπληρώνει το παιδί μας, ο Φοίβος μου. Τώρα επειδή είμαι πονόψυχη και το ανιψάκι μου είναι ταλαιπωρημένο στον έρωτα από τη γυναίκα του και τη μάνα της, ε!!, βοηθάω λίγο την κατάσταση και του δίνω λίγη αγάπη. Τι λίγη, που κάθε μέρα έρχεται και με παρακαλεί να του κάτσω. Τι να κάνω, τον λυπάμαι τον κακομοίρη μ ‘ αυτές που έχει μπλέξει. Οπότε περνώ λίγες ώρες στο κρεβάτι παίζοντας μαζί του.
Μια μέρα καθώς πίναμε καφεδάκι με το Φοίβο και το ανίψι, ο Γιώργος μας έλεγε πάλι τα καμώματα της πεθεράς του. Πήγε στην αγορά για ψώνια και ψώνισε ένα νεαρό πωλητή που τον κουβάλησε στο σπίτι. Τον έφερε, λέει για να γνωρίσει την κόρη της για να μην αισθάνεται μόνη. Βέβαια αυτός ενθουσιάστηκε με την εμφάνιση της Στέλλας που ομολογουμένως είναι μοντέλο κι άρχισαν τα σορόπια. Μέχρι που παρουσιάστηκε ο Γιώργος και του συστήθηκε ως ο σύζυγος της κυρίας.
-Μπράβο Γιώργο!! Του λέει ο Φοίβος. Φαντάζομαι ότι ο τύπος πάγωσε. Ε?
-Ναι … απάντησε ο Γιώργος… στην αρχή του έπεσε το σαγόνι αλλά η γριά, του είπε κάτι στο αφτί και έδειξε να μην τον πειράζει. Εγώ, πάντως πήρα ένα αναψυκτικό, άνοιξα την τηλεόραση και κάθισα να δω μπάλα. Χαλαρά.
-Μην τη λες γριά, 50άρα είναι σαν την μάνα μου και μάλιστα πολύ εμφανίσιμη, σεξουάλα! … Λες να έφερε τον νεαρό για πάρτη της? Άκου Γιωργάκη εγώ σου το ξαναείπα, η γυναίκα θέλει άντρα. Ζηλεύει που σε βλέπει με τη Στέλλα γιατί σε γουστάρει. Πάει και τελείωσε!!
-Τι λες ρε Φοίβο? Και γιατί κουβάλησε τον νεαρό, τι σχέση έχει?
-Ναι βρε βλάκα! Τον έφερε για να τον μπλέξει με τη Στέλλα και έτσι να σε έχει ελεύθερο και να της τον κάτσεις. Σε γουστάρει Γιώργη!!!.
-Δε μου βγαίνει. Τη μισώ. Πως να τη δω ερωτικά. Δεν μπορώ. Δεν γίνεται.
-θυμάσαι τι λέγαμε στο στρατό? «Μισούμε Χανουμάκια, μισούμε τις Τουρκάλες, όλες θα τις γαμήσουμε να με μπούτσο και μπουκάλες». Η αγάπη απέχει μια τρίχα από το μίσος. Εξ άλλου δεν σου είπα να την παντρευτείς!! Ένα μπούτσο να της ρίξεις σου είπα και θα δεις που όλα θα φτειάξουν. Επέμενε ο Φοίβος.
-Να αλλά δε θα μου σηκωθεί, πως θα τη γαμήσω.
-Λοιπόν είπες ότι γυρίζει στο σπίτι ημίγυμνη. Ωραίο σώμα έχει. Και στη φάτσα έκφυλη σεξουλιάρα μου κάνει. Πάρε βιάγκρα βρε αδελφέ. Δεν νομίζω ότι είναι τόσο δύσκολο πια!!.
-Συνήθως φοράει ένα μπέμπη ντολ διάφανο χωρίς σουτιέν και με αυτό κάνει όλες τις δουλειές. Εδώ που τα λέμε,…. Έχεις δίκιο Φοίβο. Μου αρέσουν τα βυζιά της και τα κωλομέρια της.
-Άκου Γιώργη, πρέπει να είσαι ευγενικός μαζί της, ξέχνα ότι σου έχει κάνει και δες την σαν να είναι άλλος άνθρωπος.. Οι γυναίκες θέλουν ένα κομπλιμάν, να τους λες πως είναι όμορφες, ένα λουλούδι, πες της για το χρώμα των ματιών της και ανάλογα προχώρα.
Παρακολουθούσα την συζήτηση των παιδιών χωρίς να συμμετέχω. Η πρόταση του Φοίβου, να κάνει ο Γιώργος σχέση με την πεθερά του μου φάνηκε κάπως… λάθος? Απίθανη να συμβεί? Μήπως έρθουν χειρότερα? Ζήλεψα λιγουλάκι? Όλα μαζί. Νοιάζομαι για το βλαμμένο το Γιωργάκι μου.
Ο Γιώργος έσκυψε το κεφάλι που ήταν γεμάτο σκέψεις και τον βάραινε. Τον πλησίασα και κάθισα δίπλα του στο τραπέζι του χάιδεψα τους ώμους και συμφώνησα με την ιδέα του Φοίβου να περάσει στην αντεπίθεση. Ως τώρα τον είχαν στην απέξω και τον ταλαιπωρούσαν. Πόσο χειρότερα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα.
Ο Γιώργος ήπιε τις τελευταίες γουλιές απ το φλυτζάνι του, μας χαιρέτησε και έφυγε προβληματισμένος. Πήρα την καρέκλα μου και κάθισα δίπλα στο Φοίβο. Ξεκούμπωσα 2-3 κουμπιά από το πουκάμισο του και πέρασα το χέρι μου μέσα και έτριβα το στέρνο του. Γέρνοντας το κεφάλι μου στον ώμο του, τον ρώτησα αν όλα αυτά που πρότεινε στο Γιώργο είχαν κάποιο νόημα για κείνον.
-Τι εννοείς μάνα? Νομίζεις ότι ζηλεύω που βλέπω να του έχεις κάποια αδυναμία? Γιατί να το κάνω? Η αδυναμία αυτή μπορεί να συνεχίσει και μετά από την όποια εξέλιξη έχει η υπόθεση του. Δεν νομίζεις?
-Μα φυσικά… είναι παιδί του αδελφού μου και νοιάζομαι γι’ αυτόν. Θέλω να είναι ευτυχισμένος και να περνάει καλά.
-Ακριβώς και γι αυτό του έδωσα κάποιες ιδέες για να ρισκάρει. Δεν ρισκάρει το Γιωργάκι και δέχεται τη ζωή του όπως έρθει. Παθητικά. Πρέπει να σταματήσει αυτό!!!
Με τρόμαξε η φωνή του και τράβηξα το χέρι μου απ το πουκάμισό του.
-Όχι αυτό, το χέρι σου να συνεχίσει, μου αρέσει … για την παθητική στάση του είπα.
Ξεκούμπωσα κι άλλα κουμπιά για να έχω ευκολότερη πρόσβαση και άρχισα να πιπιλώ το λαιμό του απαλά με τα χείλια και τη γλώσσα μου. Άκουσα την αναπνοή του να βαραίνει. Ξαφνικά με άρπαξε με έφερε κοντά στο πρόσωπό του και άρχισε να με φιλάει παθιασμένα. Είχε σκοτεινιάσει και φαινόμαστε από το δρόμο. Δεν θέλω να ανοίγω στόματα. Σηκώθηκα να κλείσω τα κουρτινάκια αλλά δεν πρόλαβα. Το χέρι του Φοίβου με άρπαξε και με πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Πήρε κάποιο βινίλιο από τη θήκη και άνοιξε το παλιό πικάπ. Ήταν ένα αγαπημένο μου μπλουζ. Με πήρε σφιχτά πάνω του. Τα χέρια του χόρευαν στην πλάτη μου. Χόρευε τόσο ωραία και παθιασμένα. Ήταν… ο άντρας των ονείρων μου… ο άντρας μου. θα του δοθώ και πάλι απόψε με όλη την ψυχή και το σώμα μου.
Πέρασαν οι μέρες και μια Κυριακή πρωί να σου το Γιωργάκι με το χοροπηδηχτό του βήμα και ένα πονηρό χαμόγελο στα χείλη. Ανοίγει την πόρτα και θρονιάζεται στο τραπέζι που παίρναμε πρωινό. Του έφερα ένα φλιτζάνι καφέ και τα σχετικά κουλουράκια που υπήρχαν ήδη στο τραπέζι.
-Τι τρέχει Γιώργη? Γιατί έχεις χαρές? Έχουμε εξελίξεις? Την πήδησες τη γριά?… τον ρωτά ο Φοίβος.
-Εσύ είπες πως δεν είναι γριά, είναι συνομήλικη με την θεία Αδριάνα. Τι σε έπιασε? Του απάντησε θιγμένος.
Στη συνέχεια έσκυψε ο Γιώργος και ψιθύρισε κάτι στο αυτί του Φοίβου κι έφυγαν τρεχάτοι για το δωμάτιο του γιού μου. Σίγουρα έγινε κάτι που δεν ήθελαν να ξέρω. Ίσως δεν μπορούσαν να μιλήσουν ελεύθερα μπροστά μου αν και δεν τους το απαγόρεψα ποτέ. Ίσα ίσα που μου αρέσει η ανδροπαρέα και τα βρομόλογά τους. Με καυλώνουν πολύ. Βέβαια έξυσα την κούτρα μου για να σκαρφιστώ κάτι γρήγορα. Πέθαινα να μάθω τι θα έλεγε ο Γιώργης στον ξάδελφό του.
Έτρεξα στην κρεβατοκάμαρά μου που είναι μεσοτοιχία μήπως και ακούσω κάτι, αλλά δεν καταλάβαινα. Έψαχνα κάτι να ακουμπήσω το αφτί μου σαν ακουστικό, σαν… και τότε μου ήρθε μια αναλαμπή. Ο Φοίβος, όταν ήταν μικρός … μα βέβαια!! Αν λειτουργεί η συσκευή θα με σώσει. Του είχαμε βάλει μικρόφωνο που δεν το αφαιρέσαμε ποτέ. Δεν χρειάστηκε. Έτρεξα στο μόνιτορ και πάτησα το κουμπί της ανοιχτής ακρόασης. Παναγιά μου κάνε να δουλέψει!! Δεν ακούω τίποτα… Μα η πρίζα.. ναι!! είχα βάλει το φωτιστικό.. πως να παίξει?. Το άλλαξα γρήγορα και αμέσως οι φωνούλες των παιδιών… των αγοριών ακουγόταν ξεκάθαρα, Ευτυχώς δούλεψε!! Μετά από τόσα χρόνια… κάθομαι λοιπόν και ακούω την ιστορία του Γιώργη…
-Ναι φίλε μου… δεν θα το πιστέψεις. Η Στελλίτσα τα ίδια, βγαίνει με το Νίκο και πάνε δεν ξέρω που. Τέλος πάντων Κυριακή πρωί μάζεψε τα πράγματά της και πήγαν εκδρομή σ’ ένα βουνό λέει και δεν ξέρω τι. Ήρθε ο Νίκος, την πήρε με τις ευλογίες της μάνας της και …. Μείναμε τα δυο μας!!! Μοναχούλια. Σκέφτηκα τα λόγια σου και λέω ή τώρα ή ποτέ. Γιωργάκι όρμα και ότι κάτσει. Σωστά?
-Σωστά του λέει ο Φοίβος. Λοιπόν για λέγε παρακάτω…
-Πάω στον κήπο στις τριανταφυλλιές και βρίσκω δυο τριαντάφυλλα ροζ και ένα κόκκινο. Τα παίρνω και πάω στην κουζίνα που έκανε η πεθερά μου καφέ. Βάζω τα τριαντάφυλλα σ ένα βάζο και το στολίζω στο τραπέζι.
-Καλημέρα Μαίρη… της λέω με γλύκα στη φωνή
-Καλημέρα…. Μου απαντά λίγο νυσταγμένη
-Τι κάνεις?
-Καφέ… μου απαντά
-Θα βάλεις λίγο παραπάνω και για μένα?
-Οκ. Άμα τον φτάσω….
Η Μαίρη, η πεθερά μου φορούσε ένα διάφανο κοντό νυχτικό μωβ, μαύρες κάλτσες και μαύρο στριγκάκι. Πενθεί το συγχωρεμένο τον άντρα της. Ακουμπούσε στον πάγκο και προσπαθούσε να φτάσει τον καφέ που πάντα η Στέλλα τον βάζει στο πάνω ράφι. Σαν πιο ψηλή. Σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών της και φαινόταν γυμνός ο υπέροχος κώλος της. Τότε είχα τα πρώτα σκιρτήματα στο πουλί μου. Πήγα κοντά της και στάθηκα από πίσω της.
-Να…. Σου το πιάσω? Τη ρωτώ, ρίχνοντας και μια καμακιά με υπονοούμενο.
-Πιάσε μου το….
Την πλησιάζω, μύριζε μια ωραία λοσιόν που βάζει το βράδυ στο σώμα της. Τεντώνομαι από πίσω της και την σπρώχνω στριμώχνοντάς την στον πάγκο. Το πουλί μου είχε καργάρει στο σορτσάκι μου και σίγουρα τον ένοιωσε στον κώλο της, γιατί της έφυγε ένα γελάκι, που το έκρυψε με το χέρι της.
-Πως τον πίνεις?
- Όπως τον πίνεις εσύ καλή μου.. της απαντώ με γλύκα, συνεχίζοντας το καμάκι, μισό βήμα πίσω της.
-Γιατί στέκεσαι? Πήγαινε στο τραπέζι κι έρχομαι. Μαλάκωσε η φωνή της.
-Θέλω να πιάσω την κούπα μου, είναι στο ράφι δίπλα στον καφέ..
-Να σου την πιάσω…. Εγώ? Μου λέει.
-Ευχαριστώ, θα την πιάσω μόνος μου, της λέω και ξανατεντώνομαι τρίβοντας τα παπάρια μου στον κώλο της. Εν τω μεταξύ την γράπωσα από τη μέση, πως και καλά, παραπάτησα. Της ζήτησα συγνώμη για την απροσεξία μου και έφυγα για το τραπέζι.
Έφερε το μπρίκι και σέρβιρε το δικό μου και το δικό της δίπλα δίπλα. Πήρε την καρέκλα και κάθισε απέναντί μου στο ένα μέτρο βάζοντας το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο. Τα μπούτια της ήταν όλα στον αέρα, μέχρι και το κιλοτάκι της. Ήπιε την πρώτη ρουφηξιά αμίλητη ενώ είχε καρφώσει τα μάτια της στα τριαντάφυλλα.
-Εσύ τα έφερες? Με ρωτά.
-Ναι…. τα έφερα…. Τα έφερα για σένα.. δυο ροζ για τα μαγουλάκια σου και το κόκκινο για τα χειλάκια σου.
Πήρε το κόκκινο από το βάζο, το περιεργάστηκε το μύρισε βαθιά και το φίλησε.. Ρε συ … Ναι το φίλησε. Είχα χαζέψει με τις βυζάρες και τις μπουτάρες της. Το πουλί μου είχε γίνει τεράστιο. Τόσο που μου βγήκε το μπουτσοκέφαλο έξω από το μπατζάκι και δεν ήθελε να μπει, το άτιμο.. είχε μουλαρώσει. Όσο έπαιζε με το τριαντάφυλλο, τόσο ξερόχυνα εγώ. Το έτριβε στο λαιμό της, στα μαλλιά της, στα βυζιά της, στα μπούτια της, στο μουνί της.. Ω ρε πούστη μου, Τι καύλα είναι αυτή? Μετά από ώρα σταμάτησε το παιχνίδι με το λουλούδι και μου λέει πονηρά.
-Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα τριαντάφυλλα, είναι πολύ ευγενική χειρονομία… αλλά, δεν έρχεσαι τακτικά στην κουζίνα. Κάτι θέλεις εσύ. Τι ζητάς από μένα? Μου είπε ήρεμα και γύρισε καρφώνοντας το βλέμμα στο πουτσοκέφαλό μου που κρεμόταν σχεδόν ολόκληρο έξω από το σορτς.
-Μαιρούλα μου… Ναι, πράγματι θέλω μια χάρη από σένα. Η Στελλίτσα.... δεν μου έχει δώσει τα εσώρουχά μου.... και δεν έχω άλλα καθαρά. Εσύ, που έχεις κλειδί.... μήπως θα μπορούσες…
Τράβηξε την καρέκλα της πιο κοντά μου και συνέχισε να πίνει τον καφέ της.
-Δεν έχεις εσώρουχα ε? ωραία !!! γύρνα γυμνός χα χα χα... Αστειεύομαι... έλα μέσα στην κάμαρα να σου δώσω μερικά.
Σηκωνόμαστε πάμε, ανοίγει την πόρτα, ανοίγει την ντουλάπα και έψαχνε στα ράφια.
-Συνήθως κάτω τα βάζει.. Εκτός αν μου τα πέταξε, είπα λυπημένος. Και έσκυψε η Μαίρη με το στριγκάκι χωμένο στην κωλοσχισμάδα της. και μου βγήκαν τα μάτια. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα χέρια μου και τη χούφτωσα την πεθερούλα μου.
-Τι κάνεις? Δεν είναι σωστό. Είμαι μάνα σου.. Γιώργο!!!
-Άκου Μαίρη, της λέω, μωρέ!!! Δεν θέλω άλλο να μαλώνουμε. Θέλω να ζούμε οι δυο μας αγαπημένοι. Άσε με να σου δώσω ένα φιλάκι και να σου δείξω την αγάπη μου.
Εκείνη σηκώθηκε, ήρθε κοντά μου, κόλλησε πάνω μου τις βυζάρες της και μου λέει αποφασισμένη..
-Ωραία, συμφωνώ να συμφιλιωθούμε. Αλλά θέλω να με φωνάζεις μάνα, ή καλύτερα μανούλα. Πρέπει να μη χάσουμε και το σεβασμό μας ε? Έλα λοιπόν τι περιμένεις ? αγκάλιασε τη μανούλα. Μου είπε και μου τέντωσε τα χείλια της.
Περιττό να σου πω πως φιλιόμαστε πάνω από δέκα λεπτά, ενώ την έτριβα σ όλο το κορμί της. Ζαλίστηκα!!. Ήταν και τα αρώματά της, τα σκουλαρίκια της, που πάντα μου άρεσαν. Το φετίχ μου… την φιλούσα στο λαιμό μέχρι που έλυσα το κορδελάκι και η νυχτικιά έπεσε στο πάτωμα… την έριξα στο κρεβάτι και την δάγκωνα στο μουνί της πάνω από το μαύρο στριγκ. Είχε σηκώσει τα πόδια ψηλά και τα μουνόχειλά της είχαν ξεχυθεί έξω. Βογκούσε και ούρλιαζε σαν πεινασμένη λύκαινα. Κι όλο μου φώναζε,
-Μη βρε παιδί μου!! Δεν είναι σωστά αυτά που μου κάνεις. Δεν πρέπει Γιώργο μου… Μη τη μανούλα..!!!
…κι όλο μου άνοιγε τα μπούτια της. Στο τέλος της έσκισα το στριγκάκι με τα δόντια μου, την έγλυφα στη κλειτορίδα και έχωσα δυο δάχτυλα στο μουσκεμένο μουνί της… πω πω!! Πρώτη φορά είδα τόσο καυλωμένο μουνί… τα υγρά μαζί με τα σάλια μου είχαν κυλίσει στην κωλοτρυπίδα της…που της έχωσα εύκολα κι άλλα δυο δάχτυλα. Σε λίγο της ζήτησα να γονατίσει …
-Μανούλα γονάτισε σε παρακαλώ να με πάρεις από το κωλαράκι.
Αμέσως γύρισε γονάτισε και μου τούρλωσε τον κώλο που της τον ξέσκισα της πουτάνας… της πεθεράς μου.
Βογκούσε και δάγκωνε το μαξιλάρι μέχρι που έβγαλε τα πούπουλα από μέσα . Με το ένα χέρι έπαιζε τις ρώγες της και με το άλλο την κλειτορίδα… έχυνε συνέχεια. Από την ώρα που ξεκινήσαμε έχυσε δώδεκα φορές. Τις μετρούσα.. την γύρισα ανάσκελα και την πηδούσα με τα μπούτια ψηλά. Φίλε ήταν όλα τα λεφτά!!… Πάντως δεν έφτασε κάποια άλλη, αγαπημένη μου…
-Ποια ρε συ, τη Στελλίτσα? Του λέει ο Φοίβος.
-Όχι κάποια άλλη που αγαπώ πολύ. Αλλά δε σου λέω…
-Μπά έχουμε και γκομενίτσα? Δεν μας τα έλεγες αυτά… για πες τι απέγινε με τη Μαίρη.
-Πηδιόμαστε όλη μέρα. Δεν βγήκαμε για φαγητό. Στο τέλος είδε πως δύσκολα μου σηκωνόταν και άρχισε τις πίπες. Μου έβαλε και την ξυρισμένη μουνάρα της στη μούρη και την έτρωγα για τα καλά. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του δωματίου…
-Μαμά !!!! τι κάνετε εκεί, Γιώργο!!! Τί κάνεις στη μαμά μου?
-Τιιιι Τίποτα! Της λέω.
-Στελλίτσα μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις, κάθισε να σου εξηγήσω…. Περίμενε!!! Της λέει η μάνα της.
Η Στέλλα έκλεισε τα μάτια με τα χέρια της για να μη βλέπει και γύρισε να φύγει.. "Αίσχος!! αίσχος" φώναξε και χτύπησε την πόρτα με δύναμη.
Η πεθερά μου ξάπλωσε στην αγκαλιά μου ρίχνοντάς μου ένα πονηρό χαμόγελο.
-Και.. τώρα? Την ρώτησα. Εκείνη απλά μου σήκωσε τους ώμους της, πιπιλώντας τον αντίχειρά της.
Της έδωσα ένα φιλί και μας πήρε ο ύπνος στο κρεβάτι της Στέλλας.
Δεν ξέρω πόσες ώρες είχαν περάσει, όταν ένοιωσα κάτι ζεστό στο πουλί μου. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τη "μανούλα" να κατεβάζει τον πούτσο μου στο λαρύγγι της. Είχε καταφέρει να τον ζωντανέψει πάλι και αρχίσαμε καινούριο γύρο.. 10το? 12το? δεν ξέρω… έχασα το μέτρημα. Η Μαίρη άρχισε πάλι να βογκά και να χύνει ουρλιάζοντας. Σαν χήρα στο κρεβάτι, ένα πράμα.
Σε λίγο άνοιξε η πόρτα και ξεχύθηκε μέσα η Στέλλα πάλι, θυμωμένη.
-Τι θα γίνει? επί τέλους. Θα σταματήσετε εσείς οι δύο να βγάζετε τα μάτια σας? Δεν με αφήνετε να κοιμηθώ.
Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο και άρχισε να κλαίει.
Φορούσε μόνο το κιλοτάκι της. Πόσο μου έλειψε? Πόσο ήθελα να τη γαμήσω εκείνη τη στιγμή. Είναι μια κούκλα ψεύτικη.
Η μάνα της έβγαλε το πούτσο μου από το στόμα και την κάλεσε στο κρεβάτι.
-Έλα μην ντρέπεσαι, ο άντρας σου είναι.... Έλα να ηρεμήσεις καλή μου.
Δεν ήθελε δεύτερη κουβέντα η Στέλλα και ήρθε και έπεσε ανάμεσά μας θυμωμένη.
-Γιατί πηδιέστε τέτοια ώρα? Δεν ξέρετε ότι κάποιοι έχουν δουλειά αύριο.
-Δεν είναι αυτό που νομίζεις… απλά είπαμε να συμφιλιωθούμε… σκεφθήκαμε να αγκαλιαστούμε για να δείξουμε την αγάπη μας, ο ένας στον άλλο. Αυτό!
-και…. δεν κάνατε τίποτα άλλο?
-Μας είδες να πηδιόμαστε? Όχι βέβαια… λέει η Μαίρη
- Όχι, άλλα κάνατε γλυφομούνια και πίπες.. σας είδα!! Τί είναι αυτό?. δεν είναι σεξ?
Σηκώνεται λοιπόν η Μαίρη, κατεβάζει το βρακί της κόρης της ανοίγει τα μπούτια της και αρχίζει να της γλύφει το μουνί. Ναι παιδιά !! δεν το πίστευα… η μάνα στην κόρη. Με μια άνεση!!
-Δώσ’ της τον πούτσο σου στο στόμα Γιώργη.... και υπάκουσα.
Η Στέλλα έκανε πως δεν τον θέλει, αλλά με λίγη πίεση τον μπούκωσε και το πιπιλούσε με γλύκα. Όσο την έγλυφε η μάνα της τόσο μου τον πιπιλούσε και μου τον δάγκωνε. Σε λίγο τεντώθηκε στο κρεβάτι και άρχισε να χτυπιέται όπως κάνει πάντα όταν χύνει. Και έχυσε δυνατά…
-Λοιπόν κοπέλα μου?? σε πήδησε κανένας? Ε?
-όοοο όχι! Απαντά η Στέλλα.
-Τότε γιατί μας κατηγορείς ότι πηδιόμαστε… μια αγκαλιά σου κάναμε κι εσένα, για να σου δείξουμε την αγάπη μας με φιλιά και χάδια.. λοιπόν τέρμα τα μίση κι αρχίστε το γαμήσι…
-Και ο Νίκος? πετάγεται η Στέλλα..
- Ο Νίκος, ο Νίκος θα μείνει φίλος μας και θα τον έχουμε στις δύσκολες στιγμές , όταν δεν μπορεί ο Γιώργος.. δεν είναι ανάγκη να τον διώξουμε!!! Γι αυτό είναι οι φίλοι…… για την ανάγκη,
----------------------------------------------------------------------
Δεν άντεξα η καψερή με όσα άκουσα μέχρι τώρα. Είχα χώσει το χέρι μου στο βρακί μου και έχυσα κανα δυό φορές.. Είχα καυλώσει τόσο πολύ που ήθελα να τους γαμήσω και τους δύο αμέσως. Έκανα σαν λυσσασμένη. Έσκισα την ρόμπα μου. Έσπασα τα κουμπιά, πέταξα το σουτιέν και την μουσκεμένη κιλότα μου και βγήκα με φόρα στο διάδρομο. Άνοιξα την πόρτα του Φοίβου και …..
-Να ‘μαι κι εγώ!!! Ήρθα… Παλικάρια γδυθείτε να σας φάω.
-Μαμά!!! Είναι και ο Γιώργος εδώ…
-Θείτσα…!!! Τι είναι αυτό?
-Λοιπόν και οι δύο σας με πηδάτε σχεδόν καθημερινά, χωρίς να ξέρετε ο ένας για τον άλλο. Κάθε φορά που με ρίχνετε, χωρίς πολύ ζόρι θα έλεγα, στο κρεβάτι, εγώ ονειρεύομαι ένα πράγμα. Την ημέρα που εσείς οι δύο θα ενώσετε τις δυνάμεις σας και θα με κάνετε πίτα με γύρο.
-Θεία γαμιέσαι με το γιό σου? Φρίκαρε ο Γιώργος…
-Ναι Γιώργο. Κοιμόμαστε μαζί εδώ και αρκετό καιρό. Σχεδόν όσο και μαζί σου. Εσύ Φοίβο δεν θα πεις κάτι?
-Τι να πω? εγώ τα ήξερα. Περιμένω με λαχτάρα να δοκιμάσω τον πιτόγυρό μου. Έλα Γιώργο, πάρε θέσεις στο κρεβάτι.
Τα παλικάρια μου με έριξαν στο κρεβάτι και γονάτισαν στο πλάι ψαχουλεύοντας απαλά το κορμί μου που είχε πάρει φωτιά. Ο Φοίβος ανακάλυψε πόσο υγρή ήμουν και πλάγιασε δίπλα μου να τα γευτεί. Ο Γιώργος ήθελε γάλα, που το έψαχνε απεγνωσμένα στα θρεμμένα και σφιχτά βυζιά μου. Είχαμε ξεκινήσει πολύ καλά!! χωρίς αντιζηλίες. Τα παιδιά άλλαζαν θέσεις και μου χάριζαν απίστευτη ηδονή. Μέχρι οι τρίχες στο κεφάλι μου σηκώθηκαν. Τις ένοιωθα να πάλλοντα. Άρχισα να ανατριχιάζω σε όλο το κορμί μου. Σε λίγο τα δάχτυλά τους μπήκαν εκεί που σε λίγο θα κούμπωναν οι τεράστιες προεξοχές τους για να απογειωθούμε σαν διαστημόπλοια σε άλλους κόσμους και άλλους γαλαξίες. Μαγικούς!!
Τους ζήτησα να γευτώ κι εγώ τα πουλιά τους, για να σιγουρευτώ, πως είναι τόσο σκληρά όσο χρειάζεται για να διεισδύσουν στον εσωτερικό μου κόσμο, αφήνοντας σε λίγο, το βαρύ φορτίο τους μέσα μου. Ένας - ένας ορθώθηκαν μπροστά μου σαν αναγεννησιακά αγάλματα, σαν αρχαίοι θεοί που κατέβηκαν από τον Όλυμπο για να μου δώσουν αυτό που χρειάζομαι. Αγάπη, στοργή, ηδονή, χαρά και αγαλλίαση. Ξαπλώσαμε παράλληλα. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά αλλοπρόσαλλά, καθώς τα παιδιά με προετοίμαζαν για την ύψιστη ιεροτελεστία. Αυτό που πάντα ονειρευόμουν.
Ο Γιώργος ήταν ασυγκράτητος… με πήρε πρώτος, με γύρισε ανάσκελα κι αφού μου σήκωσε τα πόδια. Μου φύτεψε τη χοντρή ρίζα από το δέντρο του βαθιά μέσα μου. Τον ένοιωσα να πατώνει και να σπρώχνει τη μήτρα μου, απαιτώντας με θράσος, να μπει ακόμα πιο μέσα. Μπαινόβγαινε αργά. Ήξερε πως το καλό κρασί αργεί να γίνει. Δεν βιαζόταν καθόλου. Ο Φοίβος ήθελε να πάρει τη δική του θέση. Τόση ώρα την ζέσταινε αυτή τη θέση με τα δάχτυλά του και ήξερε πως εκεί θα βρει τη θαλπωρή και τη ζεστασιά που του αξίζει. Ήδη είχα αρχίσει να νιώθω να μου κόβονται τα πόδια, δεν το είχα ξανανιώσει αυτό το συναίσθημα όσο καιρό κάνω σεξ. Είναι κάτι καινούριο. Κάτι ωραίο... πολύ ωραίο!!
Ο Γιώργος πέρασε πιο ψηλά και άφησε χώρο για τον Φοίβο που έκανε άλλη μια δενδροφύτευση από πίσω μου. Ήταν κάπως πιο δύσκολη. Όμως τα κατάφερε … μπράβο στα παιδιά με δύο τεράστιους κορμούς φυτεμένους βαθιά μέσα μου μπρος και πίσω, άρχισα να νιώθω σαν την γη σε ώρα σεισμού. Με χτύπησαν 9 ρίχτερ!! Δεν μπορούσα να ελέγξω τα νευρικά μου κύτταρα που άρχισαν να χορεύουν μόνα τους. Με έπιασε ένα τρέμολο, σαν το βιολοντσέλο που παίζει με δυο δοξάρια από δύο μουσικούς. Ο καθένας έχει το σκοπό του, εναρμονισμένοι για να βγάζουν μια μελωδία, μια γλυκιά μελωδία που την νοιώθουν και οι τρεις και την απολαμβάνουν σαν χίλιοι δεκατρείς. Τόσο μεγάλη και ευχάριστη είναι, που όλοι θέλουν να ακούσουν και να δουν, να γευτούν τούτο το νόστιμο μουσικό πιτόγυρο.
Άλλαξα θέση για να γευτούν ο ένας την γλύκα του άλλου. Καβάλησα το Φοίβο και ο Γιώργος ήρθε πίσω μου. Με είχαν αγκαλιάσει και οι δύο με τόση στοργή, τόση αφοσίωση που δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή . Αύξησαν και οι δύο την στίμη των μηχανών τους και δεν άργησαν να αφήσουν μέσα μου πολλές υποσχέσεις, χιλιάδες υποσχέσεις, εκατομμύρια υποσχέσεις για μια νέα ζωή. Τζατζίκι το είπε ο ένας, σως μουστάρδας το είπε ο άλλος, ενώ με έγλυφαν και με φιλούσαν αποκαλώντας με, το πιο νόστιμο ντονέρ που έχει μπει σε πίτα ως τώρα.
Αγκαλίτσα πήραμε έναν υπνάκο και αργότερα συνεχίσαμε ορεξάτοι να δοκιμάζουμε στάσεις και θέσεις μέχρι το βράδυ. Ο Γιώργος σίγουρα δεν θα είχε κουράγιο να πηδήσει την πεθερά του, τη μανούλα, αλλά και ο γιός μου δεν νομίζω πως θα μπορεί να μου κάνει κάτι άλλο πια… Δεν πειράζει όμως…. και αύριο μέρα είναι… Καλό ξημέρωμα…
Μπόμπυ Χίλλ
5ヶ月前