Ο Περίανδρος ο Κορίνθιος
Γεια σας με λένε Περίανδρο και είμαι από την Κόρινθο. Όχι δεν είμαι ο αρχαίος σοφός αν και από σύμπτωση μου συνέβησαν τα ίδια πράγματα με κείνον… Ξέρετε κι αυτός αγαπιόταν πολύ με τη μαμά του, που «ήδετο» λέει, (δηλ. γουστάριζε) να κοιμάται μαζί με το γυιόκα της…
του Book Hill
Ναι βέβαια με έχετε ακουστά. Ε, είμαι διάσημος… χα χα χα. Με έβγαλαν στην τηλεόραση. Ξέρετε πολύ καλά όμως πως τα κανάλια κατασκευάζουν μια δική τους αλήθεια, που σώνει και καλά πρέπει να αποδεχτείς. Βρε παιδί μου λοιπόν πως σε φέρνουν και σε τυλίγουν σε μια κόλλα χαρτί είναι απίστευτο. Βγάζουν με πηχυαίους τίτλους το θέμα τους «Βίασε την μητέρα του!!!» και τρία θαυμαστικά.
Κι αρχίζει η ανάκριση. Τι κι αν με κάθισαν ανάποδα στην κάμερα; Τι κι αν έβαλαν πίξελ στις φωτογραφίες μου. Δεν είχα δικαίωμα να πω αυτά που ήθελα.
-Βρε παιδιά δεν είναι έτσι!! Τους είπα απ την αρχή…
- Όχι!! την βίασες.. τι σε ώθησε να το κάνεις.. είχες άσχημα παιδικά χρόνια; Σε καταπίεζε από μικρό; Ήταν σκληρή μητέρα; Πήρες το αίμα σου πίσω; Πως έγινε και την στρίμωξες; Της έκρυψες το πρόσωπο όταν ασελγούσες πάνω της ή ήθελες να την βλέπεις και να την εκδικείσαι;
Κακά ξεμπερδέματα.. Όλη η Κόρινθος να σε κυνηγάει γιατί έκανες κάτι άσεμνο. «Κοιμήθηκες με τη μαμά σου». Τέλος πάντων μόνο ένας βοήθησε. Ένας δημοσιογράφος από το περιοδικό «Αισθησιακός κόσμος»… Ε! έχει κάπως σεξουαλικό στυλ, αλλά με άφησε να τα πω όπως έγιναν και τα έγραψε πολύ ωραία και ερωτικά.
Όλα ξεκίνησαν όταν εκλέχτηκα Δήμαρχος στην Κόρινθο. Η μάνα μου πάντα με θαύμαζε και στεκόταν δίπλα μου στις δύσκολες στιγμές. «Καμάρι μου» με φώναζε. Δεν άκουγα ποτέ το όνομά μου απ’ τα χείλη της. Στις προεκλογικές ομιλίες μου στεκόταν από κάτω στην πρώτη γραμμή, χειροκροτούσε και ξεροστάλιαζε να με κοιτάζει. Η συμπεριφορά της ήταν πολύ πέραν της μητρικής. Το βράδυ που πήρα τις εκλογές ήρθε εκεί που πανηγυρίζαμε τη νίκη και μου έδωσε ένα καυτό φιλί στο στόμα. Ευτυχώς πρόλαβα και κρύφτηκα πίσω από μια ανθοδέσμη. Έτσι δεν τράβηξαν τη σκηνή του φιλιού οι παπαράτσι που καραδοκούν για κάτι τέτοια.
-Καμάρι μου, έλα να βγούμε μια φωτογραφία, μου λέει και πετάει το σακάκι της σε μια καρέκλα. Από μέσα φορούσε ένα πράσινο κολλητό φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ. Βλέποντας την να γδύνεται, οι φωτογράφοι έτρεξαν. Ευτυχώς πρόλαβα και στάθηκα όρθιος δίπλα της αποφεύγοντας τις αγκαλιές και τα φιλιά.
Όλοι θαύμαζαν τα ρούχα της. Είναι κοκέτα και πάντα καλοντυμένη. Έχει ξοδέψει πολλά χρήματα στο ντύσιμο και γενικά την εμφάνισή της. Έχει τέλειο σώμα αφού τρέχει στα γυμναστήρια και όταν βγαίνει θέλει μόνο επαγγελματικό μακιγιάζ. Μπορώ να πω ότι κι εγώ την θαύμαζα από παλιά. Δεν είναι και μεγάλη. Δεκάξι χρονών με έκανε. Τώρα είναι μόλις 56. Ο πατέρας μου ήταν πολύ πιο μεγάλος της.
Είχα ακούσει εκείνη την παλιά ιστορία του τύπου από τη Θήβα που είχε κάνει ένα σορό παιδιά με τη μάνα του, (άλλο μεγάλο σκάνδαλο) και έβλεπα κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό μου να ταυτίζεται μαζί του.
Ξέρετε, το έχω με τα ποιήματα, και συχνά πυκνά της έγραφα κάποιους στίχους με υπονοούμενα. Της τα άφηνα πάνω στο μπουντουάρ της και την άκουγα που γέλαγε και τα διάβαζε φωναχτά.
-Τι ωραία που γράφεις καμάρι μου! μου έλεγε. Αν τα δώσεις στις μικρούλες. Θα σε λατρέψουν.
Εγώ μετά το ατύχημα της γυναίκας μου, είχα κλειστεί στον εαυτό μου και δεν ήθελα να ξανακάνω σχέση. Ήταν μεγάλο το σοκ. Από τη μια το κέρατο που μου έβαζε με το διευθυντή της αστυνομίας κι από την άλλη να έχω τις καμαριέρες να κουτσομπολεύουν στα σόσιαλ. Αλλά αυτό πάει πέρασε. Θα σας τα πω άλλη φορά. Όμως κάτι με κρατούσε για καιρό μακριά από σχέσεις και παιχνίδια με άλλες γυναίκες.
Η μάνα μου με στήριξε πολύ τότε. Ήταν η μόνη γυναίκα που ήθελα να συναναστρέφομαι. Τότε άρχισα σιγά σιγά να την φλερτάρω με τα ποιήματα κι τα τραγούδια. Μου άρεσε πολύ αυτό το παιχνίδι. Άρεσε και σε κείνη.
Ένας χρόνος πέρασε και σαν Δήμαρχος κατάφερα πολλά. Με φωνάζουν σοφό γιατί βρίσκω δίκαιες και άμεσες λύσεις σε κάθε πρόβλημα. Η Κόρινθος άλλαξε πρόσωπο. Ήταν τότε που αρρώστησε ο πατέρας μου και τον μεταφέραμε στην Αθήνα. Μπήκε στο Νοσοκομείο με βαρύ αναπνευστικό. Την είχε δύσκολα. Την τελευταία στιγμή ήρθε και η μαμά μου μαζί. Αφού τον τακτοποιήσαμε, πήγαμε στο ξενοδοχείο να της βρω δωμάτιο αλλά ατύχησα. Δεν υπήρχε ούτε ραντζάκι ελεύθερο.
-Θα μείνω μαζί σου καμάρι μου. Μου λέει. Εκτός αν δεν με θέλεις και πρέπει να ψάξω αλλού.
Δεν ήταν ώρα να ψάχνουμε για άλλο ξενοδοχείο και την πήρα μαζί μου. Γδύθηκα και ξάπλωσα. Εκείνη πήγε για ένα ντουζ. Σε λίγο βγήκε μόνο με την πετσέτα. Ψάχνοντας τη βαλίτσα της, διαπίστωσε ότι δεν έχει πάρει νυχτικιά. Της έδωσα ένα δικό μου μακό μπλουζάκι μου να φορέσει. Ήταν φαρδύ της, έμοιαζε πάνω της σαν ένα άσπρο μίνι φορεματάκι, που άφηνε να φανούν οι καλλίγραμμοι γλουτοί της, κάθε φορά που έσκυβε. Παρ ότι θα πήγαινε για ύπνο, αρωματίστηκε στο λαιμό, στους καρπούς και από κάτω της. Εγώ διάβαζα μια εφημερίδα αλλά δεν μπορούσα να κρατηθώ και να μην την κοιτάζω.
Έπεσε κάτω από τα σκεπάσματα και ήρθε και κόλλησε δίπλα μου. Με κοίταζε πάλι με εκείνο το βλέμμα λατρείας που με έκανε χώμα. Τώρα ήθελα κι εγώ να την φιλήσω στο στόμα κι έψαχνα την ευκαιρία. Άφησα την εφημερίδα στο κομοδίνο μου, γύρισα προς το μέρος της και την πήρα αγκαλιά. Είχα το δεξί μου χέρι κάτω από το κεφάλι της και με το αριστερό της έτριβα απαλά την πλάτη πάνω από το μακό, σφίγγοντας την πάνω μου. Εκείνη το απολάμβανε νιαουρίζοντας σαν γάτα που δέχεται τα χάδια. Σε λίγο της έκανα μασάζ πότε στο σβέρκο και πότε χαμηλά στη μέση της.
-Καμάρι μου είναι τέλειο αυτό που μου κάνεις. Το χρειαζόμουν όσο τίποτε άλλο. Μου είπε και έκλεισε τα μάτια.
Νόμιζα πως κοιμήθηκε. Σχεδόν χουρχούριζε. Σε λίγο πέρασα το χέρι μου κάτω από το μακό μπλουζάκι και της έτριβα την πλάτη από πάνω ως κάτω. Κάθε φορά, κατέβαινα όλο και πιο χαμηλά μπαίνοντας σιγά σιγά στο κιλοτάκι της.
Όταν άρχισα να σφίγγω ένα ένα τα σφιχτά και σηκωμένα μάγουλα του πισινού της, άνοιξε τα μάτια και μου έσκασε ένα γλυκό χαμόγελο που, κάθε άλλο παρά με απέτρεψε από αυτό που είχα αρχίσει μαζί της.
Μετά από αρκετή ώρα χάραξε τα μάτια και με ρώτησε με σιγανή φωνή…
-Αυτά που μου γράφεις στα γραμματάκια, τα εννοείς; Μου λέει ψιθυριστά.
- Μα βέβαια! της λέω με σιγουριά.
-Δηλαδή, όταν λες «λουλούδι ευωδιαστό» εννοείς …
-Εσένα, της απαντώ μονολεκτικά..
-Και η γοργόνα, η θάλασσα και ο κάμπος με τα λούλουδα;
-Πάντα εσύ, όλα είσαι εσύ.
Έσφιξε τα χείλια και ένα δάκρυ κύλησε από τα αστραφτερά μάτια της.
-Γιατί κλαις μαμά; Την ρώτησα, σταματώντας το μασάζ και τα χάδια.
-Γιατί κανείς ποτέ δεν μου μίλησε τόσο τρυφερά όσο εσύ. Ποτέ δεν με αποκάλεσαν λουλούδι, ούτε γοργόνα. Με τα λόγια σου καμάρι μου χαϊδεύεις την ψυχή μου και με τα χέρια σου το σώμα μου. Συνέχισε να μου μιλάς και να με χαϊδεύεις. Το χρειάζομαι τόσο πολύ.
Άρχισα πάλι να την τρίβω ανεβάζοντας το μακό ψηλά και αφήνοντας γυμνή την πλάτη της. Ήταν τέλεια. Σκεπτόμουν να της κατεβάσω την κιλότα και να προχωρήσω όταν…
-Τραγούδησέ μου αγάπη μου, μου λέει. Πέσ’ μου εκείνο το τραγουδάκι σου που μιλάει για τα χελιδόνια.. κι άρχισε να το μουρμουρίζει. «έφερες τα χελιδόνια και λουλούδια στα κλαδιά. Ήρθες κι έφερες το ήλιο στο κρεβάτι μου μπροστά..»
Τραγουδούσα μαζί της…. «κατακόκκινη τουλίπα, στο παράθυρο μπροστά, άρχισε να μου χορεύει με τα φύλλα τσακιστά…» ένοιωσα το χέρι της να κατεβαίνει στο σλιπάκι μου και να μου χαϊδεύει το σηκωμένο μου πουλί. Έπρεπε να περάσω στην επόμενη φάση. Παρ ότι είχα επιτακτική ανάγκη να προχωρήσω άμεσα σ αυτό που έπρεπε να κάνω, ήθελα να της δώσω άλλη μια ευκαιρία να το ξανασκεφτεί μη τυχόν και μετανιώσει κι έχουμε κλάματα. Ξέρετε αυτόν τον Θηβαίο που, όταν το συνειδητοποίησε η μάνα του πως πηδιέται με το γιό της, αυτοκτόνησε. Δεν θέλω τέτοια!! Αυτά είναι μόνο διασκέδαση…
-Μαμά, είσαι σίγουρη…. γι αυτό…. που πάμε να κάνουμε;
-Το ξέρω αγάπη μου ότι είναι μεγάλη αμαρτία.
Μου απάντησε αμέσως σαν να την είχε έτοιμη, την απάντηση.
-Θέλω όμως να μείνει πολύ μεταξύ μας. Μου λέει. Θα είναι το πιο γλυκό λάθος της ζωής μου, αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ. Σε θέλω … μέσα μου… αλλά σε παρακαλώ συνέχισε να μου λες γλυκόλογα. Τα έχω τόσο πολύ ανάγκη. Λιώνω !
Μετά από ένα γλυκό φιλί στο στόμα, που δεν άργησε να γίνει γλωσσόφιλο περάσαμε σε άλλη διάσταση. Είχε κλειστά τα μάτια, και μου χάιδευε τα μαλλιά με τα δάχτυλα. Με ανατρίχιαζε γλύφοντάς μου το πρόσωπο.
Εγώ τις χάιδευα απαλά τα βυζιά και μετά της έκανα ένα ζωηρό βύζαγμα στις σηκωμένες ρώγες της, και μετά πιπίλισμα της κλειτορίδας της, και μετά γλείψιμο στα υγρά που είχαν τρέξει σε ολόκληρη τη σχισμάδα της μέχρι πίσω στην κωλοτρυπίδα της. Καταιγίδα ξέσπασε στο κρεβάτι!!! Ούτε νιόπαντροι να είμαστε.
Της πέταξα μακριά το κιλοτάκι και την βοήθησα να βγάλει το μακό. Την γύρισα μπρούμυτα και της έγλυφα τον πισινό. Βογκούσε από ηδονή και δάγκωνε το μαξιλάρι με πάθος. Την είδα έτσι να με περιμένει γονατιστή και συνειδητοποίησα πόσο όμορφη είναι και πόσο ανάγκη το είχε όλο αυτό. Πόσο της έλλειψε τόσο καιρό από τον γέρο πατέρα μου.
Σίγουρα δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι μιας και ο πατέρας μου ήταν πολύ μεγάλος και δεν είχε σεξουαλικές ορέξεις εδώ και χρόνια. Πράγματι, έσπρωξα απαλά το καυλί μου μέσα της. Το μουνάκι της ήταν σφικτό και σχεδόν αγάμητο. Αν δεν με είχε γεννήσει θα έλεγα πως ήταν παρθένα. Από την πρώτη στιγμή που της τον έβαλα μέσα, άρχισε να χύνει. Είχε οργασμούς δυνατούς και τον ένα πάνω στον άλλο. Τα μάτια της γύρισαν άνω κάτω από την γλυκιά καύλα και η φωνή της έτρεμε. Δάγκωνε το μαξιλάρι για να μην στριγγλίσει και την ακούσει όλο το ξενοδοχείο.
Συνέχισα να την λέω «λουλούδι μου» και να της επιβεβαιώνω την χαρά που μου δίνει το κορμί της. Όσο της έλεγα τραγούδια και γλυκόλογα τόσο καύλωνε και έχυνε, μέχρι που κατέρρευσε. Την γύρισα ανάσκελα και της σήκωσα τα μπούτια ψηλά. Άρχισα να την πηδάω σε ιεραποστολική στάση κι έκλαιγε από την χαρά της. Δεν το είχα ξαναδεί αυτό. Μέχρι που κι εγώ κάποια στιγμή έπρεπε να χύσω πάνω της. Να σφραγίσω αυτό πάθος με το καυτό σπέρμα μου, που έβραζε μέσα στα καρύδια μου. Σηκώθηκα στα πόδια μου και με λίγο παίξιμο, την στόλισα από το πρόσωπο μέχρι την κοιλιά με τα χύσια μου. Εκείνη τα έτριβε με την παλάμη της παντού στο κορμί της.
-Σ’ ευχαριστώ καμάρι μου. Με έκανες τόσο ευτυχισμένη!! Ούτε την πρώτη νύχτα του γάμου μου δεν πέρασα τόσο καλά. Δηλαδή ποιου γάμου; Μετά την εγκυμοσύνη μου δεν τον ξαναείδα. Με σιχάθηκε.. λέει.
-Μαμά εγώ…
Δεν πρόλαβα να τελειώσω και μου έβαλε το χέρι της στο στόμα να με διακόψει.
-Περάσαμε πολύ όμορφα!! Δεν νομίζεις; Σ ευχαριστώ καλέ μου. Αυτό θα μείνει το μικρό μας μυστικό. Δεν θα το μάθει ποτέ κανείς!
Την άλλη μέρα μας ειδοποίησαν ότι ο πατέρας μου τα ξημερώματα πέθανε. Τα μαζέψαμε και πήγαμε πίσω στην Κόρινθο. Στην κηδεία ήταν πολύς κόσμος. Ήταν παλιός Δήμαρχος κι εκείνος, βλέπεις είχε πολλές γνωριμίες, ε! το Κόμμα, οι δικοί μου γνωστοί, όλοι εκεί.
Η μαμά μου φορούσε ένα μαύρο ταγέρ με τη φούστα μέχρι το γόνατο και ένα λιτό άσπρο πουκάμισο με μαύρο κορδόνι στο λαιμό. Με κρατούσε όλη την ώρα αγκαζέ και κάθε λίγο με κοίταζε στα μάτια σαν να λαχταρούσε κάτι. Οι μαύρες κάλτσες της με τρέλαιναν και με ξεσήκωναν. Κάποια στιγμή άρχισε να κλαίει. Την πήρα αγκαλιά και της είπα να κάνει κουράγιο. Εκείνη με φίλησε στα χείλη. «Έφερες τα χελιδόνια …» της τραγούδησα ψιθυριστά στο αυτί για να την τονώσω.
-Σε θέλω πολύ…. Μου απάντησε εκείνη. Δεν κρατιότανε. Ίσως η κηδεία την καύλωσε… πολλοί το παθαίνουν, κυρίως οι χήρες που συνειδητοποιούν το χαμό της «κολώνας-ψωλής» του σπιτιού για πάντα και τις πιάνει αμόκ. Άσχετα αν δούλευε η κολώνα ή είχε σταματήσει από καιρό.
Την πήγα στην αίθουσα τελετών να ευχαριστήσει τους παρευρισκόμενους. Πήραμε ένα κονιάκ και το ήπιαμε στη μνήμη του. Η μαμά μου πήρε και δεύτερο καθώς μιλούσε με τον κόσμο. Ίσως και τρίτο ποτήρι… δεν το συνήθιζε να πίνει και φοβήθηκα να μην την πειράξει.
Την πήρα και φύγαμε, προφασιζόμενοι ότι ζαλίστηκε από όλο αυτό, που χάσαμε τον μπαμπά, τα λιβάνια. Μπήκαμε στο αυτοκίνητό μου και την πήγα στο σπίτι της. Μόλις φτάσαμε πήγε να βάλει ποτό αλλά την σταμάτησα. Της πήρα το μπουκάλι και την αγκάλιασα σφιχτά.
-Πες μου ότι δεν είναι ψέματα Περίανδρε.
-Τι; Ο χαμός του μπαμπά; Της απαντώ.
- Όχι, το ότι με έχεις στην αγκαλιά σου αγόρι μου.. αυτό είναι που με τρελαίνει, μου λέει.
-Από τον καιρό που έφυγε η γυναίκα σου, ήθελα να έρχομαι να σε παρηγορώ εγώ τα βράδια. Ήσουν μοναχούλης… Αλλά δεν τολμούσα. Είχες στεναχώριες και νεύρα. Αυτή δεν σου στάθηκε. Ήταν μια πόρνη. Δεν σου άξιζε.
-Μάνα ας μην κοιτάμε πίσω. Είμαστε μαζί τώρα και θα είμαστε από εδώ και μπρος. Οπότε πρέπει να το απολαύσουμε.
Τώρα ήθελα κι εγώ ένα ποτό. Πήγα στο μπαράκι σέρβιρα κρασί σε δυο ποτήρια. Της πρόσφερα το ένα και κάθισα δίπλα της.
-Άντε, καλό ταξίδι στον μπαμπά… της είπα.
Εκείνη δεν ανταπέδωσε την ευχή. Μόνο άρχισε να πίνει λίγο λίγο. Στην τρίτη γουλιά σήκωσε το ποτήρι, μου χαμογέλασε και μου ευχήθηκε, όχι για τον μπαμπά όμως.
-Στην ομορφιά σου και στην εξυπνάδα σου καμάρι μου. Μου είπε και έγειρε το κεφάλι της πάνω μου. Νιώθω λίγο κουρασμένη. Λίγο μασάζ μου χρειάζεται να χαλαρώσω. Ε; τι λες;
-Μετά χαράς της απάντησα και την σήκωσα στα μπράτσα μου.
Σε λίγο ήταν καθισμένη στο κρεβάτι της. Της έβγαλα τα παπούτσια και το σακάκι του ταγιέρ. Εκείνη γύρισε και έπεσε μπρούμητα για να της κατεβάσω το φερμουάρ της φούστας, ενώ ξεκούμπωνε το πουκάμισο. Μου τέντωσε πίσω τα χέρια και της το πήρα. Σε λίγο ανασηκώθηκε και της έβγαλα την φούστα. Καθώς την κατέβαζα είδα ότι φορούσε ζαρτιέρες που κρατούσαν τις μαύρες κάλτσες της.
Της ξεκούμπωσα το σουτιέν κι έτσι έμεινε γυμνή στο επάνω μέρος, μόνο με το μαύρο κολλάρο. Της ζήτησα αν έχει λιπαντικό και μου έδειξε το πρώτο συρτάρι. Το άνοιξα και έπαθα. Είχε μια μικρή συλλογή από δονητές και ένα μπουκαλάκι ζελέ λιπαντικό. Πήρα το ζελέ που είχε στο κομοδίνο, το άπλωσα στα χέρια μου και άρχισα να την τρίβω. Από την πλάτη πέρασα στη μέση κι από κει στο κωλαράκι της που ήταν σφικτό και στρογγυλό, σε μια τέλεια αναλογία με το υπόλοιπο σώμα της. Δεν αντέδρασε όταν της έβγαλα το μαύρο κιλοτάκι και την άφησα μόνο με τις διάφανες μαύρες κάλτσες της.
Τα χέρια μου άρχισαν να τρίβουν τα μπούτια της, που της ζήτησα να τα ανοίξει. Τα άτακτα δάχτυλα μου πέρασαν απαλά ανάμεσα στα κωλομάγουλα της και κάποια ενοχλούσαν την κλειτορίδα της. Σε λίγο δύο από αυτά μπήκαν μέσα στην τρυπούλα της. Γόγγυξε από ηδονή. Της άρεσε αφάνταστα, ειδικά όταν πλησίασα και άρχισα να την γλύφω. Η γλώσσα μου έμπαινε στο κωλαράκι της και την έκανε να χύσει. Της έφυγαν λίγα ζεστά τσίσα και ψιχάλισαν το χέρι μου.
Ήταν υπέροχα!! Καθώς έπαιζα με τα καυλωμένα σκέλια της μάνας μου, ξεκουμπώθηκα και έμεινα γυμνός. Ξάπλωσα και της ζήτησα να μου ανταποδώσει το μασάζ. Εκείνη σηκώθηκε και κάθισε πάνω στα πόδια μου. Έσκυψε και μου τον πήρε τον σηκωμένο πούτσο μου στο στόμα της. Τον κατάπιε όλο! Σε λίγο άρπαξε κι έχωσε το σαλιωμένο καυλί μου στο μουσκεμένο μουνί της. Πάλι είχα της ίδια αίσθηση σαν να πηδούσα παρθένα. Τόσο στενή!!
Ήταν πολύ όμορφη με τις μαύρες κάλτσες και με το κολάρο στο λαιμό. Τις το είπα ότι με τρελαίνουν αυτά που μου κάνει και ανέβασε στροφές. Όσο της έλεγα γλυκόλογα τόσο κάλπαζε σαν καυλωμένη φοράδα πάνω μου. Χύσαμε
Όμως αυτό ήταν η αρχή μιας όμορφης ερωτικής σχέσης που κράτησε χρόνια.
Μπόμπυ Χιλλ
του Book Hill
Ναι βέβαια με έχετε ακουστά. Ε, είμαι διάσημος… χα χα χα. Με έβγαλαν στην τηλεόραση. Ξέρετε πολύ καλά όμως πως τα κανάλια κατασκευάζουν μια δική τους αλήθεια, που σώνει και καλά πρέπει να αποδεχτείς. Βρε παιδί μου λοιπόν πως σε φέρνουν και σε τυλίγουν σε μια κόλλα χαρτί είναι απίστευτο. Βγάζουν με πηχυαίους τίτλους το θέμα τους «Βίασε την μητέρα του!!!» και τρία θαυμαστικά.
Κι αρχίζει η ανάκριση. Τι κι αν με κάθισαν ανάποδα στην κάμερα; Τι κι αν έβαλαν πίξελ στις φωτογραφίες μου. Δεν είχα δικαίωμα να πω αυτά που ήθελα.
-Βρε παιδιά δεν είναι έτσι!! Τους είπα απ την αρχή…
- Όχι!! την βίασες.. τι σε ώθησε να το κάνεις.. είχες άσχημα παιδικά χρόνια; Σε καταπίεζε από μικρό; Ήταν σκληρή μητέρα; Πήρες το αίμα σου πίσω; Πως έγινε και την στρίμωξες; Της έκρυψες το πρόσωπο όταν ασελγούσες πάνω της ή ήθελες να την βλέπεις και να την εκδικείσαι;
Κακά ξεμπερδέματα.. Όλη η Κόρινθος να σε κυνηγάει γιατί έκανες κάτι άσεμνο. «Κοιμήθηκες με τη μαμά σου». Τέλος πάντων μόνο ένας βοήθησε. Ένας δημοσιογράφος από το περιοδικό «Αισθησιακός κόσμος»… Ε! έχει κάπως σεξουαλικό στυλ, αλλά με άφησε να τα πω όπως έγιναν και τα έγραψε πολύ ωραία και ερωτικά.
Όλα ξεκίνησαν όταν εκλέχτηκα Δήμαρχος στην Κόρινθο. Η μάνα μου πάντα με θαύμαζε και στεκόταν δίπλα μου στις δύσκολες στιγμές. «Καμάρι μου» με φώναζε. Δεν άκουγα ποτέ το όνομά μου απ’ τα χείλη της. Στις προεκλογικές ομιλίες μου στεκόταν από κάτω στην πρώτη γραμμή, χειροκροτούσε και ξεροστάλιαζε να με κοιτάζει. Η συμπεριφορά της ήταν πολύ πέραν της μητρικής. Το βράδυ που πήρα τις εκλογές ήρθε εκεί που πανηγυρίζαμε τη νίκη και μου έδωσε ένα καυτό φιλί στο στόμα. Ευτυχώς πρόλαβα και κρύφτηκα πίσω από μια ανθοδέσμη. Έτσι δεν τράβηξαν τη σκηνή του φιλιού οι παπαράτσι που καραδοκούν για κάτι τέτοια.
-Καμάρι μου, έλα να βγούμε μια φωτογραφία, μου λέει και πετάει το σακάκι της σε μια καρέκλα. Από μέσα φορούσε ένα πράσινο κολλητό φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ. Βλέποντας την να γδύνεται, οι φωτογράφοι έτρεξαν. Ευτυχώς πρόλαβα και στάθηκα όρθιος δίπλα της αποφεύγοντας τις αγκαλιές και τα φιλιά.
Όλοι θαύμαζαν τα ρούχα της. Είναι κοκέτα και πάντα καλοντυμένη. Έχει ξοδέψει πολλά χρήματα στο ντύσιμο και γενικά την εμφάνισή της. Έχει τέλειο σώμα αφού τρέχει στα γυμναστήρια και όταν βγαίνει θέλει μόνο επαγγελματικό μακιγιάζ. Μπορώ να πω ότι κι εγώ την θαύμαζα από παλιά. Δεν είναι και μεγάλη. Δεκάξι χρονών με έκανε. Τώρα είναι μόλις 56. Ο πατέρας μου ήταν πολύ πιο μεγάλος της.
Είχα ακούσει εκείνη την παλιά ιστορία του τύπου από τη Θήβα που είχε κάνει ένα σορό παιδιά με τη μάνα του, (άλλο μεγάλο σκάνδαλο) και έβλεπα κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό μου να ταυτίζεται μαζί του.
Ξέρετε, το έχω με τα ποιήματα, και συχνά πυκνά της έγραφα κάποιους στίχους με υπονοούμενα. Της τα άφηνα πάνω στο μπουντουάρ της και την άκουγα που γέλαγε και τα διάβαζε φωναχτά.
-Τι ωραία που γράφεις καμάρι μου! μου έλεγε. Αν τα δώσεις στις μικρούλες. Θα σε λατρέψουν.
Εγώ μετά το ατύχημα της γυναίκας μου, είχα κλειστεί στον εαυτό μου και δεν ήθελα να ξανακάνω σχέση. Ήταν μεγάλο το σοκ. Από τη μια το κέρατο που μου έβαζε με το διευθυντή της αστυνομίας κι από την άλλη να έχω τις καμαριέρες να κουτσομπολεύουν στα σόσιαλ. Αλλά αυτό πάει πέρασε. Θα σας τα πω άλλη φορά. Όμως κάτι με κρατούσε για καιρό μακριά από σχέσεις και παιχνίδια με άλλες γυναίκες.
Η μάνα μου με στήριξε πολύ τότε. Ήταν η μόνη γυναίκα που ήθελα να συναναστρέφομαι. Τότε άρχισα σιγά σιγά να την φλερτάρω με τα ποιήματα κι τα τραγούδια. Μου άρεσε πολύ αυτό το παιχνίδι. Άρεσε και σε κείνη.
Ένας χρόνος πέρασε και σαν Δήμαρχος κατάφερα πολλά. Με φωνάζουν σοφό γιατί βρίσκω δίκαιες και άμεσες λύσεις σε κάθε πρόβλημα. Η Κόρινθος άλλαξε πρόσωπο. Ήταν τότε που αρρώστησε ο πατέρας μου και τον μεταφέραμε στην Αθήνα. Μπήκε στο Νοσοκομείο με βαρύ αναπνευστικό. Την είχε δύσκολα. Την τελευταία στιγμή ήρθε και η μαμά μου μαζί. Αφού τον τακτοποιήσαμε, πήγαμε στο ξενοδοχείο να της βρω δωμάτιο αλλά ατύχησα. Δεν υπήρχε ούτε ραντζάκι ελεύθερο.
-Θα μείνω μαζί σου καμάρι μου. Μου λέει. Εκτός αν δεν με θέλεις και πρέπει να ψάξω αλλού.
Δεν ήταν ώρα να ψάχνουμε για άλλο ξενοδοχείο και την πήρα μαζί μου. Γδύθηκα και ξάπλωσα. Εκείνη πήγε για ένα ντουζ. Σε λίγο βγήκε μόνο με την πετσέτα. Ψάχνοντας τη βαλίτσα της, διαπίστωσε ότι δεν έχει πάρει νυχτικιά. Της έδωσα ένα δικό μου μακό μπλουζάκι μου να φορέσει. Ήταν φαρδύ της, έμοιαζε πάνω της σαν ένα άσπρο μίνι φορεματάκι, που άφηνε να φανούν οι καλλίγραμμοι γλουτοί της, κάθε φορά που έσκυβε. Παρ ότι θα πήγαινε για ύπνο, αρωματίστηκε στο λαιμό, στους καρπούς και από κάτω της. Εγώ διάβαζα μια εφημερίδα αλλά δεν μπορούσα να κρατηθώ και να μην την κοιτάζω.
Έπεσε κάτω από τα σκεπάσματα και ήρθε και κόλλησε δίπλα μου. Με κοίταζε πάλι με εκείνο το βλέμμα λατρείας που με έκανε χώμα. Τώρα ήθελα κι εγώ να την φιλήσω στο στόμα κι έψαχνα την ευκαιρία. Άφησα την εφημερίδα στο κομοδίνο μου, γύρισα προς το μέρος της και την πήρα αγκαλιά. Είχα το δεξί μου χέρι κάτω από το κεφάλι της και με το αριστερό της έτριβα απαλά την πλάτη πάνω από το μακό, σφίγγοντας την πάνω μου. Εκείνη το απολάμβανε νιαουρίζοντας σαν γάτα που δέχεται τα χάδια. Σε λίγο της έκανα μασάζ πότε στο σβέρκο και πότε χαμηλά στη μέση της.
-Καμάρι μου είναι τέλειο αυτό που μου κάνεις. Το χρειαζόμουν όσο τίποτε άλλο. Μου είπε και έκλεισε τα μάτια.
Νόμιζα πως κοιμήθηκε. Σχεδόν χουρχούριζε. Σε λίγο πέρασα το χέρι μου κάτω από το μακό μπλουζάκι και της έτριβα την πλάτη από πάνω ως κάτω. Κάθε φορά, κατέβαινα όλο και πιο χαμηλά μπαίνοντας σιγά σιγά στο κιλοτάκι της.
Όταν άρχισα να σφίγγω ένα ένα τα σφιχτά και σηκωμένα μάγουλα του πισινού της, άνοιξε τα μάτια και μου έσκασε ένα γλυκό χαμόγελο που, κάθε άλλο παρά με απέτρεψε από αυτό που είχα αρχίσει μαζί της.
Μετά από αρκετή ώρα χάραξε τα μάτια και με ρώτησε με σιγανή φωνή…
-Αυτά που μου γράφεις στα γραμματάκια, τα εννοείς; Μου λέει ψιθυριστά.
- Μα βέβαια! της λέω με σιγουριά.
-Δηλαδή, όταν λες «λουλούδι ευωδιαστό» εννοείς …
-Εσένα, της απαντώ μονολεκτικά..
-Και η γοργόνα, η θάλασσα και ο κάμπος με τα λούλουδα;
-Πάντα εσύ, όλα είσαι εσύ.
Έσφιξε τα χείλια και ένα δάκρυ κύλησε από τα αστραφτερά μάτια της.
-Γιατί κλαις μαμά; Την ρώτησα, σταματώντας το μασάζ και τα χάδια.
-Γιατί κανείς ποτέ δεν μου μίλησε τόσο τρυφερά όσο εσύ. Ποτέ δεν με αποκάλεσαν λουλούδι, ούτε γοργόνα. Με τα λόγια σου καμάρι μου χαϊδεύεις την ψυχή μου και με τα χέρια σου το σώμα μου. Συνέχισε να μου μιλάς και να με χαϊδεύεις. Το χρειάζομαι τόσο πολύ.
Άρχισα πάλι να την τρίβω ανεβάζοντας το μακό ψηλά και αφήνοντας γυμνή την πλάτη της. Ήταν τέλεια. Σκεπτόμουν να της κατεβάσω την κιλότα και να προχωρήσω όταν…
-Τραγούδησέ μου αγάπη μου, μου λέει. Πέσ’ μου εκείνο το τραγουδάκι σου που μιλάει για τα χελιδόνια.. κι άρχισε να το μουρμουρίζει. «έφερες τα χελιδόνια και λουλούδια στα κλαδιά. Ήρθες κι έφερες το ήλιο στο κρεβάτι μου μπροστά..»
Τραγουδούσα μαζί της…. «κατακόκκινη τουλίπα, στο παράθυρο μπροστά, άρχισε να μου χορεύει με τα φύλλα τσακιστά…» ένοιωσα το χέρι της να κατεβαίνει στο σλιπάκι μου και να μου χαϊδεύει το σηκωμένο μου πουλί. Έπρεπε να περάσω στην επόμενη φάση. Παρ ότι είχα επιτακτική ανάγκη να προχωρήσω άμεσα σ αυτό που έπρεπε να κάνω, ήθελα να της δώσω άλλη μια ευκαιρία να το ξανασκεφτεί μη τυχόν και μετανιώσει κι έχουμε κλάματα. Ξέρετε αυτόν τον Θηβαίο που, όταν το συνειδητοποίησε η μάνα του πως πηδιέται με το γιό της, αυτοκτόνησε. Δεν θέλω τέτοια!! Αυτά είναι μόνο διασκέδαση…
-Μαμά, είσαι σίγουρη…. γι αυτό…. που πάμε να κάνουμε;
-Το ξέρω αγάπη μου ότι είναι μεγάλη αμαρτία.
Μου απάντησε αμέσως σαν να την είχε έτοιμη, την απάντηση.
-Θέλω όμως να μείνει πολύ μεταξύ μας. Μου λέει. Θα είναι το πιο γλυκό λάθος της ζωής μου, αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ. Σε θέλω … μέσα μου… αλλά σε παρακαλώ συνέχισε να μου λες γλυκόλογα. Τα έχω τόσο πολύ ανάγκη. Λιώνω !
Μετά από ένα γλυκό φιλί στο στόμα, που δεν άργησε να γίνει γλωσσόφιλο περάσαμε σε άλλη διάσταση. Είχε κλειστά τα μάτια, και μου χάιδευε τα μαλλιά με τα δάχτυλα. Με ανατρίχιαζε γλύφοντάς μου το πρόσωπο.
Εγώ τις χάιδευα απαλά τα βυζιά και μετά της έκανα ένα ζωηρό βύζαγμα στις σηκωμένες ρώγες της, και μετά πιπίλισμα της κλειτορίδας της, και μετά γλείψιμο στα υγρά που είχαν τρέξει σε ολόκληρη τη σχισμάδα της μέχρι πίσω στην κωλοτρυπίδα της. Καταιγίδα ξέσπασε στο κρεβάτι!!! Ούτε νιόπαντροι να είμαστε.
Της πέταξα μακριά το κιλοτάκι και την βοήθησα να βγάλει το μακό. Την γύρισα μπρούμυτα και της έγλυφα τον πισινό. Βογκούσε από ηδονή και δάγκωνε το μαξιλάρι με πάθος. Την είδα έτσι να με περιμένει γονατιστή και συνειδητοποίησα πόσο όμορφη είναι και πόσο ανάγκη το είχε όλο αυτό. Πόσο της έλλειψε τόσο καιρό από τον γέρο πατέρα μου.
Σίγουρα δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι μιας και ο πατέρας μου ήταν πολύ μεγάλος και δεν είχε σεξουαλικές ορέξεις εδώ και χρόνια. Πράγματι, έσπρωξα απαλά το καυλί μου μέσα της. Το μουνάκι της ήταν σφικτό και σχεδόν αγάμητο. Αν δεν με είχε γεννήσει θα έλεγα πως ήταν παρθένα. Από την πρώτη στιγμή που της τον έβαλα μέσα, άρχισε να χύνει. Είχε οργασμούς δυνατούς και τον ένα πάνω στον άλλο. Τα μάτια της γύρισαν άνω κάτω από την γλυκιά καύλα και η φωνή της έτρεμε. Δάγκωνε το μαξιλάρι για να μην στριγγλίσει και την ακούσει όλο το ξενοδοχείο.
Συνέχισα να την λέω «λουλούδι μου» και να της επιβεβαιώνω την χαρά που μου δίνει το κορμί της. Όσο της έλεγα τραγούδια και γλυκόλογα τόσο καύλωνε και έχυνε, μέχρι που κατέρρευσε. Την γύρισα ανάσκελα και της σήκωσα τα μπούτια ψηλά. Άρχισα να την πηδάω σε ιεραποστολική στάση κι έκλαιγε από την χαρά της. Δεν το είχα ξαναδεί αυτό. Μέχρι που κι εγώ κάποια στιγμή έπρεπε να χύσω πάνω της. Να σφραγίσω αυτό πάθος με το καυτό σπέρμα μου, που έβραζε μέσα στα καρύδια μου. Σηκώθηκα στα πόδια μου και με λίγο παίξιμο, την στόλισα από το πρόσωπο μέχρι την κοιλιά με τα χύσια μου. Εκείνη τα έτριβε με την παλάμη της παντού στο κορμί της.
-Σ’ ευχαριστώ καμάρι μου. Με έκανες τόσο ευτυχισμένη!! Ούτε την πρώτη νύχτα του γάμου μου δεν πέρασα τόσο καλά. Δηλαδή ποιου γάμου; Μετά την εγκυμοσύνη μου δεν τον ξαναείδα. Με σιχάθηκε.. λέει.
-Μαμά εγώ…
Δεν πρόλαβα να τελειώσω και μου έβαλε το χέρι της στο στόμα να με διακόψει.
-Περάσαμε πολύ όμορφα!! Δεν νομίζεις; Σ ευχαριστώ καλέ μου. Αυτό θα μείνει το μικρό μας μυστικό. Δεν θα το μάθει ποτέ κανείς!
Την άλλη μέρα μας ειδοποίησαν ότι ο πατέρας μου τα ξημερώματα πέθανε. Τα μαζέψαμε και πήγαμε πίσω στην Κόρινθο. Στην κηδεία ήταν πολύς κόσμος. Ήταν παλιός Δήμαρχος κι εκείνος, βλέπεις είχε πολλές γνωριμίες, ε! το Κόμμα, οι δικοί μου γνωστοί, όλοι εκεί.
Η μαμά μου φορούσε ένα μαύρο ταγέρ με τη φούστα μέχρι το γόνατο και ένα λιτό άσπρο πουκάμισο με μαύρο κορδόνι στο λαιμό. Με κρατούσε όλη την ώρα αγκαζέ και κάθε λίγο με κοίταζε στα μάτια σαν να λαχταρούσε κάτι. Οι μαύρες κάλτσες της με τρέλαιναν και με ξεσήκωναν. Κάποια στιγμή άρχισε να κλαίει. Την πήρα αγκαλιά και της είπα να κάνει κουράγιο. Εκείνη με φίλησε στα χείλη. «Έφερες τα χελιδόνια …» της τραγούδησα ψιθυριστά στο αυτί για να την τονώσω.
-Σε θέλω πολύ…. Μου απάντησε εκείνη. Δεν κρατιότανε. Ίσως η κηδεία την καύλωσε… πολλοί το παθαίνουν, κυρίως οι χήρες που συνειδητοποιούν το χαμό της «κολώνας-ψωλής» του σπιτιού για πάντα και τις πιάνει αμόκ. Άσχετα αν δούλευε η κολώνα ή είχε σταματήσει από καιρό.
Την πήγα στην αίθουσα τελετών να ευχαριστήσει τους παρευρισκόμενους. Πήραμε ένα κονιάκ και το ήπιαμε στη μνήμη του. Η μαμά μου πήρε και δεύτερο καθώς μιλούσε με τον κόσμο. Ίσως και τρίτο ποτήρι… δεν το συνήθιζε να πίνει και φοβήθηκα να μην την πειράξει.
Την πήρα και φύγαμε, προφασιζόμενοι ότι ζαλίστηκε από όλο αυτό, που χάσαμε τον μπαμπά, τα λιβάνια. Μπήκαμε στο αυτοκίνητό μου και την πήγα στο σπίτι της. Μόλις φτάσαμε πήγε να βάλει ποτό αλλά την σταμάτησα. Της πήρα το μπουκάλι και την αγκάλιασα σφιχτά.
-Πες μου ότι δεν είναι ψέματα Περίανδρε.
-Τι; Ο χαμός του μπαμπά; Της απαντώ.
- Όχι, το ότι με έχεις στην αγκαλιά σου αγόρι μου.. αυτό είναι που με τρελαίνει, μου λέει.
-Από τον καιρό που έφυγε η γυναίκα σου, ήθελα να έρχομαι να σε παρηγορώ εγώ τα βράδια. Ήσουν μοναχούλης… Αλλά δεν τολμούσα. Είχες στεναχώριες και νεύρα. Αυτή δεν σου στάθηκε. Ήταν μια πόρνη. Δεν σου άξιζε.
-Μάνα ας μην κοιτάμε πίσω. Είμαστε μαζί τώρα και θα είμαστε από εδώ και μπρος. Οπότε πρέπει να το απολαύσουμε.
Τώρα ήθελα κι εγώ ένα ποτό. Πήγα στο μπαράκι σέρβιρα κρασί σε δυο ποτήρια. Της πρόσφερα το ένα και κάθισα δίπλα της.
-Άντε, καλό ταξίδι στον μπαμπά… της είπα.
Εκείνη δεν ανταπέδωσε την ευχή. Μόνο άρχισε να πίνει λίγο λίγο. Στην τρίτη γουλιά σήκωσε το ποτήρι, μου χαμογέλασε και μου ευχήθηκε, όχι για τον μπαμπά όμως.
-Στην ομορφιά σου και στην εξυπνάδα σου καμάρι μου. Μου είπε και έγειρε το κεφάλι της πάνω μου. Νιώθω λίγο κουρασμένη. Λίγο μασάζ μου χρειάζεται να χαλαρώσω. Ε; τι λες;
-Μετά χαράς της απάντησα και την σήκωσα στα μπράτσα μου.
Σε λίγο ήταν καθισμένη στο κρεβάτι της. Της έβγαλα τα παπούτσια και το σακάκι του ταγιέρ. Εκείνη γύρισε και έπεσε μπρούμητα για να της κατεβάσω το φερμουάρ της φούστας, ενώ ξεκούμπωνε το πουκάμισο. Μου τέντωσε πίσω τα χέρια και της το πήρα. Σε λίγο ανασηκώθηκε και της έβγαλα την φούστα. Καθώς την κατέβαζα είδα ότι φορούσε ζαρτιέρες που κρατούσαν τις μαύρες κάλτσες της.
Της ξεκούμπωσα το σουτιέν κι έτσι έμεινε γυμνή στο επάνω μέρος, μόνο με το μαύρο κολλάρο. Της ζήτησα αν έχει λιπαντικό και μου έδειξε το πρώτο συρτάρι. Το άνοιξα και έπαθα. Είχε μια μικρή συλλογή από δονητές και ένα μπουκαλάκι ζελέ λιπαντικό. Πήρα το ζελέ που είχε στο κομοδίνο, το άπλωσα στα χέρια μου και άρχισα να την τρίβω. Από την πλάτη πέρασα στη μέση κι από κει στο κωλαράκι της που ήταν σφικτό και στρογγυλό, σε μια τέλεια αναλογία με το υπόλοιπο σώμα της. Δεν αντέδρασε όταν της έβγαλα το μαύρο κιλοτάκι και την άφησα μόνο με τις διάφανες μαύρες κάλτσες της.
Τα χέρια μου άρχισαν να τρίβουν τα μπούτια της, που της ζήτησα να τα ανοίξει. Τα άτακτα δάχτυλα μου πέρασαν απαλά ανάμεσα στα κωλομάγουλα της και κάποια ενοχλούσαν την κλειτορίδα της. Σε λίγο δύο από αυτά μπήκαν μέσα στην τρυπούλα της. Γόγγυξε από ηδονή. Της άρεσε αφάνταστα, ειδικά όταν πλησίασα και άρχισα να την γλύφω. Η γλώσσα μου έμπαινε στο κωλαράκι της και την έκανε να χύσει. Της έφυγαν λίγα ζεστά τσίσα και ψιχάλισαν το χέρι μου.
Ήταν υπέροχα!! Καθώς έπαιζα με τα καυλωμένα σκέλια της μάνας μου, ξεκουμπώθηκα και έμεινα γυμνός. Ξάπλωσα και της ζήτησα να μου ανταποδώσει το μασάζ. Εκείνη σηκώθηκε και κάθισε πάνω στα πόδια μου. Έσκυψε και μου τον πήρε τον σηκωμένο πούτσο μου στο στόμα της. Τον κατάπιε όλο! Σε λίγο άρπαξε κι έχωσε το σαλιωμένο καυλί μου στο μουσκεμένο μουνί της. Πάλι είχα της ίδια αίσθηση σαν να πηδούσα παρθένα. Τόσο στενή!!
Ήταν πολύ όμορφη με τις μαύρες κάλτσες και με το κολάρο στο λαιμό. Τις το είπα ότι με τρελαίνουν αυτά που μου κάνει και ανέβασε στροφές. Όσο της έλεγα γλυκόλογα τόσο κάλπαζε σαν καυλωμένη φοράδα πάνω μου. Χύσαμε
Όμως αυτό ήταν η αρχή μιας όμορφης ερωτικής σχέσης που κράτησε χρόνια.
Μπόμπυ Χιλλ
1ヶ月前